Η επιχείρηση σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου τo 1943 ήταν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου σαμποτάζ των αεροδρομίων της Κρήτης με την κωδική ονομασία Αλμπούμεν (Operation Albumen), δηλαδή, το «ασπράδι του αυγού». Στις 23 Ιουνίου του 1943 αποβιβάστηκε στην παραλία Τρυπητή, κάτω από τα Αστερούσια Όρη, ομάδα σαμποτέρ που στόχο είχε να χτυπήσει τα αεροδρόμια Ηρακλείου και Καστελλίου.
Το αεροδρόμιο του Ηρακλείου βρισκόταν στις 35° 20΄ βόρεια, 25° 10΄ ανατολικά, 3 μίλια ανατολικά του Ηρακλείου και αμέσως βόρεια του παραλιακού δρόμου προς τα Μάλια. Υπήρχε ένα υπόστεγο στο νοτιοδυτικό όριο, βόρεια του παραλιακού δρόμου. Στρατώνες βρίσκονταν νοτιοδυτικά, νότια του παραλιακού δρόμου. Υπήρχε σταθμός ασυρμάτου (WT). Οι χώροι διασποράς βρίσκονταν στο νότιο τμήμα, όπου υπήρχε μεγάλος κυκλικός τροχόδρομος με καταφύγια αεροσκαφών που ξεκινούν από αυτόν, καθώς και προς τα δυτικά ένας μονός τροχόδρομος με καταφύγια. Το αεροδρόμιο διέθετε δύο διαδρόμους: βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά: 1600 γιάρδες επί 60 γιάρδες και βορράς προς νότος: 900 γιάρδες επί 40 γιάρδες. Κατά την τελευταία αναγνώριση στις 30 Μαΐου 1943, παρατηρήθηκαν συνολικά δεκαεννιά αεροσκάφη.[1]
Στην αναφορά της ομάδας σαμποτέρ του Ηρακλείου (αναφορά του δεκανέα Χoλμς στις 13 Ιουλίου 1943) για την επίθεση στην αποθήκη καυσίμων στα Πεζά καταγράφονται τα εξής: «Κατά την παραμονή μας εκεί (Ηράκλειο), Έλληνες που εργάζονταν μέσα και γύρω από το αεροδρόμιο του Ηρακλείου μας ανέφεραν καθημερινά και δύο φορές την ημέρα ότι δεν υπήρχαν καθόλου αεροπλάνα στο αεροδρόμιο και μία φορά αναφέρθηκε η παρουσία τεσσάρων ομοιωμάτων (ψεύτικων αεροπλάνων). Λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν πολύ απίθανο να υπάρχουν αεροπλάνα στο πεδίο την ημέρα της επίθεσης, ο Υπολοχαγός Λάμονμπυ (Kenneth Butler Lamonby, 1917-11 Ιουλίου 1943) αποφάσισε να επιτεθεί στον εναλλακτικό στόχο, δηλαδή την αποθήκη καυσίμων στα Πεζά».[2]
Μία μέρα πριν την επιχείρηση στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου η ομάδα κινήθηκε βορειοανατολικά του χωριού Κάτω Αρχάνες και πήρε θέση σε σημείο που τους επέτρεπε την παρακολούθηση του αεροδρομίου. Στις 4 Ιουλίου το πρωί Έλληνες πολίτες έφεραν ξανά την είδηση ότι δεν υπήρχαν αεροπλάνα στο αεροδρόμιο, οπότε καταρτίστηκαν οριστικά σχέδια για επίθεση στην αποθήκη καυσίμων στα Πεζά. Στις 14:00μ.μ. ο Γιάννης Ανδρουλάκης, οδηγός της ομάδας, ντυμένος με πολιτικά, έκανε πλήρη αναγνώριση του στόχου στις αποθήκες καυσίμων στα Πεζά. Οι σκοποί κατά τη διάρκεια της ημέρας αποτελούνταν από δύο άνδρες, έναν στην αποθήκη βομβών και έναν στην αποθήκη καυσίμων. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ένας Γερμανός αξιωματικός με σκύλο έκανε επιθεώρηση όλων των φυλακίων τρεις φορές κάθε νύχτα.
Η ομάδα των σαμποτέρ έφτασε στον στόχο στις 23:00μ.μ. και παρέμεινε κρυμμένη στα αμπέλια για 20 λεπτά ώστε να αποφύγει έναν Γερμανό αξιωματικό με σκύλο. Στη συνέχεια κινήθηκε κατά μήκος ενός χαρακώματος προς το ξέφωτο που είχε αποθήκες. Το ξέφωτο αυτό δεν ήταν περιφραγμένο με σύρμα. Ο Δεκανέας Χολμς, είχε αποφασίσει να σαμποτάρει όλες τις αποθήκες που δεν ήταν περιφραγμένες με σύρμα, οπότε μαζί με τον Ανδρουλάκη προχώρησε προς την πρώτη αποθήκη, περίπου τριάντα γιάρδες από το τέλος του χαρακώματος. Η αποθήκη περιείχε 50 με 60 βαρέλια των 60 γαλονιών. Τοποθέτησαν και οι δύο από μία βόμβα κάτω από ένα βαρέλι, με απόσταση περίπου δύο βαρελιών μεταξύ τους. Οι πυροκροτητές (μολύβια χρόνου) ενεργοποιήθηκαν περίπου στις 23:15.
Ο οδηγός (Ανδρουλάκης) βγήκε από την αποθήκη και τον άκουσε ένας σκοπός. Ο οδηγός κινήθηκε γύρω από την αριστερή πλευρά της αποθήκης και σκαρφάλωσε σε ένα μικρό πρανές μέσα στα αμπέλια. Ο Χολμς έπεσε πίσω από κάποια βαρέλια και περίμενε αρκετά λεπτά να περάσει ο σκοπός. Ταυτόχρονα ο σκύλος και ένας ακόμη σκοπός ήρθαν από την αντίθετη κατεύθυνση και πέρασαν επίσης δίπλα από την αποθήκη. Όταν όλα ηρέμησαν, επέστρεψε στο σημείο όπου είχε αφήσει την υπόλοιπη ομάδα και διαπίστωσε ότι ο Υπολοχαγός Λάμονμπυ είχε διατάξει την υποχώρησή τους μέσω του χαρακώματος προς τα αμπέλια. Ο οδηγός όμως δεν είχε επιστρέψει και πέρασαν τα επόμενα 45 λεπτά αναζητώντας τον. Ο Υπολοχαγός Λάμονμπυ έκανε εκτενή αναγνώριση του ξέφωτου και ανέφερε ότι υπήρχαν σκοποί κατά μήκος όλης της συρματοπερίφραξης. Είχαν χρησιμοποιήσει πυροκροτητές μιας ώρας και τους απέμενε μία ώρα για να διασχίσουν τον δρόμο και να μπούν στους λόφους πριν εκραγούν οι βόμβες. Καθώς ο οδηγός ήταν ο μόνος που γνώριζε τη θέση των άλλων αποθηκών, αποφασίστηκε ότι ήταν μάταιο να συνεχίσουν, αφού είχαν ήδη διασκορπίσει βόμβες στην περιοχή των αποθηκών, οπότε αποχώρησαν.
Στις 00:15 εγκαταλείψαν τον στόχο και διέσχισαν τον δρόμο στις 04:00. Στις 01:00 συνάντησαν έναν πολίτη που θα τους οδηγούσε στο βουνό. Καθώς ο οδηγός δεν είχε ακόμη επιστρέψει, περίμεναν και στις 01:10 οι βόμβες εξερράγησαν και οι αποθήκες τυλίχθηκαν αμέσως στις φλόγες. Ο οδηγός ενώθηκε μαζί τους στις 01:15. Η φωτιά είχε εξαπλωθεί και ολόκληρη η κοιλάδα είχε φωτιστεί.[3]
Προχώρησαν μέσα από τα βουνά προς νοτιοδυτική κατεύθυνση και κρυφτήκαν το πρωί της 5ης Ιουλίου σε αμπέλια νότια του όρους Γιούκτας. Όλη την ημέρα κρύβονταν σε σπηλιά στο όρος Γιούκτας. Στις 6 Ιουλίου κατευθύνθηκαν νότια και κρυφτήκαν σε χαντάκι βορειοανατολικά του χωριού Αποΐνι. Στις 7 Ιουλίου μετακινήθηκαν μέσα σε αμπέλια περίπου μισό μίλι πιο κοντά στο Αποΐνι, όπου ενώθηκαν μαζί τους ο Υπολοχαγός Λάσσεν και ο πυροβολητής Τζόουνς. Οι τελευταίοι είχαν επιχειρήσει με επιτυχία στο αεροδρόμιο του Καστελλίου. Στις 8 Ιουλίου οι δύο ομάδες των σαμποτέρ διέσχισαν την πεδιάδα και κρυφτήκαν ξανά σε σπηλιά νότια του χωριού Παναγία νότια του Ζαρού. Στις 9 Ιουλίου πορεύτηκαν δυτικά κατά μήκος των προπόδων των Αστερουσίων προς την Κουμάσα. Εκεί συνάντησαν ντόπιους που θα τους ακολουθούσαν στην Μέση Ανατολή. Στις 10 Ιουλίου 1943 παρουσιάστηκαν στον Λοχαγό Σάδερλαντ, που τους περίμενε στο κρησφύγετο στο φαράγγι της Τρυπητής.
Έλληνες πολίτες από τα Πεζά ανέφεραν ότι 200.000 λίτρα βενζίνης είχαν σίγουρα καταστραφεί. Ένα πυροσβεστικό όχημα στάλθηκε από το Ηράκλειο και έθεσε την κατάσταση υπό έλεγχο σε περίπου πέντε ώρες. Λόγω του βάρους των ασυρμάτων και της δυσβατότητας του εδάφους, οι δύο αξιωματικοί (Λάμονμπυ και Λάσσεν) αποφάσισαν να αφήσουν τον έναν ασύρματο στην Παναγιά για να τον παραλάβει ο Λοχαγός Leigh Fermor. Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης παρασχέθηκε μεγάλη βοήθεια από τους Έλληνες πολίτες.[4] Στις 11 Ιουλίου 1943 οι ομάδες των σαμποτέρ Ηρακλείου, Καστελλίου και Τυμπακίου θα αποπλεύσουν για τη Μάρσα Ματρούχ.



