ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Οδυσσέας Ανδρούτσος (Ιθάκη, περ. 1790 – Αθήνα, 5 Ιουνίου 1825)

0

I. Οι δυνατότητες των προσεγγίσεων της παραδοσιακής ιστοριογραφίας περιορίζονταν στην αφήγηση της Επανάστασης του 1821 μέσα από την επιλεκτική προβολή των στοιχείων εκείνων που δικαιολογούσαν τη συνέχεια της εθνικής ταυτότητας  και την ύπαρξη έθνους, καταλήγοντας σε συμπεράσματα που αδυνατούσαν να καταδείξουν την πολυπλοκότητα και τις σύνθετες όψεις των πραγμάτων. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία αισθάνεται ιδιαίτερα αμήχανη στην περίπτωση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, αφού στην προσπάθειά της να πάρουν όλα μία εθνική διάσταση αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες στο να εντάξει τον προκείμενο οπλαρχηγό στο πάνθεον των εθνικών της ηρώων. Σε αντίθεση με την περίπτωση του Αθανάσιου Διάκου ή του Καραϊσκάκη, η πορεία του Ανδρούτσου μέσα στην Επανάσταση δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα στερεότυπα με τα οποία η παραδοσιακή ιστοριογραφία  είχε ενδύσει το θεσμό του «κλεφταρματολισμού» και συνεπώς η πορεία του έπρεπε να απομονωθεί και να αντιμετωπιστεί με ένα ιδιαίτερο τρόπο, σαν μία εξαίρεση. Το πέρασμα του Ανδρούτσου στη νομιμότητα που όριζε το θεσμικό πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αντιμετωπίστηκε από το σύνολο της εθνικής ιστοριογραφίας ως μία προδοτική συμπεριφορά απέναντι στις ορίζουσες του συνθήματος «μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», και δεν θα μπορούσε να συνάδει με την αντίληψη του «κλεφταρματολισμού» ως μίας διαρκούς πηγής εθνικής αντίστασης και αγώνων απέναντι στον Τούρκο κατακτητή. Από την άλλη η συμμετοχή του Ανδρούτσου στη Επανάσταση (βλέπε Γραβιά) δεν έδινε το δικαίωμα στην εθνικιστική ιστοριογραφία να τον εξοβελίσει από την εθνική της αφήγηση, αφού η ίδια η συμμετοχή αποτελούσε ένδειξη της εθνικής συνείδησης, επιβεβαιώνοντας τα ιδεολογήματα της εθνικιστικής σκέψης. Στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν σαν να αυτοαναιρεί η ίδια τα σχήματά της. Καταλήγει, λοιπόν, όταν αναφέρεται στον Ανδρούτσο να επικαλείται την εκ των υστέρων απώλεια της εθνικής του συνείδησης και τη μεταστροφή του σε προδότη του έθνους και της πατρίδος.

Σε μία πρώτη ανίχνευση του πεδίου της παραδοσιακής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, η αντιμετώπιση του Ανδρούτσου υπακούει στις παραπάνω λογικές του εθνικιστικού λόγου, χωρίς να υπάρχουν ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις μέσα στην ιστοριογραφική παραγωγή. Ο Ανδρούτσος απομονώνεται από τους άλλους οπλαρχηγούς και μέσα από το πρίσμα των διχοτομικών λογικών της παραδοσιακής ιστοριογραφίας χαρακτηρίζεται ως «προδότης». Στο ερώτημα του πώς ο «ήρωας της Γραβιάς» μεταστρέφεται σε εχθρό της πατρίδας η παραδοσιακή ιστοριογραφία καταφεύγει σε ανιστορικά ερμηνευτικά σχήματα μέσα στα όρια και τις αντοχές του ιδεολογήματος που θέλει να αντιμετωπίζει την Επανάσταση ως τη φυσική συνέπεια της εξέγερσης των Ελλήνων ενάντια στους  αλλοεθνείς τυράννους. Ας παρακολουθήσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα, που τα θεωρώ αντιπροσωπευτικά δείγματα της εθνικιστικής γραφής. Ο Παπαρρηγόπουλος στην Ιστορία του [η πρώτη μορφή της το 1853] αμέσως μετά το χωρίο που αναφέρεται στη μάχη στο Χάνι της Γραβιάς με έκδηλη την αμηχανία του αναφωνεί : «Α! διατί να μη πέση την ημέραν εκείνην ο Οδυσσεύς! επιζήσας ουδέν μεν μέγα διέπραξεν έκτοτε, καίτοι κτησάμενος υπεροχήν ομολογουμένην, περιποιήσας δε εις την φιλαρχίαν αυτού χαρακτήρα όντως προδοτικόν ετελεύτησε δέσμιος οικτρώς. Εις Γραβιάν όμως έσωσε τωόντι την επανάστασιν».(Κ.Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΣΤ, μ.Α, 1932,  σ.63-64) Από το σημείο αυτό και μετά ο Ανδρούτσος δεν έχει θέση στη αφήγηση του Παπαρρηγόπουλου(με μία μικρή αναφορά στη σχέση Αρείου Πάγου και Ανδρούτσου, ό.π., σ. 71), απλά απουσιάζει. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι από τον «εθνικό» μας ιστορικό η αντιμετώπιση του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης μπορεί να κατηγορήθηκε « επί εσχάτη προδοσία, ει και αδίκως τούτο[…]», «Άμα όμως έπεσεν ο προμαχών εκείνος (εν. το Μεσολόγγι) και ο Ρεσίτης επανήλθεν εις την ανατολικήν Ελλάδα, ίνα μετ’ου πολύ επιχειρήση την πολιορκίαν της ακροπόλεως, και εκορυφώθη η κοινή απελπισία, ο  Καραϊσκάκης εγένετο άλλος άνθρωπος».(Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ.171-172).

Στα ίδια πλαίσια  κινείται και ο Σπυρίδων Τρικούπης, η Ιστορία του οποίου ακολούθησε αυτής του Παπαρρηγόπουλου, εκδιδόμενη στο Λονδίνο (1858-60). Ο Τρικούπης προσφεύγει σε ανιστορικά σχήματα και αποδίδει στο χαρακτήρα του Ανδρούτσου την επάνοδό του στην νομιμότητα της Αυτοκρατορίας. «Η εφετεινή εκστρατεία των Τούρκων εις Ανατολικήν Ελλάδα παριστάνει νεοφανή χαρακτήρα. Έχει θερμόν υπερασπιστήν και οδηγόν της τον άλλοτε δεινόν αντίπαλόν της Οδυσσέα. Μικρού λόγου άξια ήσαν τα μεταποιήσαντα τον λαμπρόν αθλητήν της Γραβιάς αίτια εις παραβάτην του όρκου του και εις απαρνητήν του εθνισμού του˙ αλλά και ταύτας ήσαν αποτελέσματα της διαγωγής του. Όστις ανέγνωσε προσεκτικώς όσα περί του ανδρός διηγήθημεν, παρετήρησεν ότι κανόνα πολιτικής του είχε πάντοτε τα συμφέροντά του. Εστερήθη του φρουρίου των Αθηνών, αφαρπασθέντος παρά του οικείου του Γκούρα˙ δεν ευδοκίμησαν τα πολεμικά του σχέδια εν Ευβοία, όπου ήλπιζε να ηγεμονεύση˙ δεν εμισθοδοτούντο από τινός καιρού οι υπ’ αυτόν ως οι υπό άλλους οπλαρχηγούς στρατιώται˙ δεν εκλήθη ως οι άλλοι κατά των ανταρτών, διότι η κυβέρνησις του τον υπώπτευεν ως συνένοχον˙ ιδού οι λόγοι δι’ούς εμελέτησε να προδώση την μη πταίσασαν πατρίδα του˙ αλλ’ ήξευρεν ότι, κηρυττόμενοι κατ’ αυτής, ολίγους θα ήχε οπαδούς, δια τούτο ορκισθείς μυστικώς πίστην τω σουλτάνω επί υποσχέσει να τω δοθή εν καιρώ η γενική οπλαρχηγία της Ανατολικής Ελλάδος, υπεκρίνετο προς τους Έλληνας τον Έλληνα εν γνώσει των Τούρκων, προς ους έλεγεν ότι δια του τρόπου τούτου θα ευδοκίμουν τα υπέρ αυτών σχέδιά του˙ [...] (Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ.Γ, ΝΕΒ, εν Αθήναις, [1971], σ.223-224.)

Τα σχήματα της παραδοσιακής ιστοριογραφίας επιβιώνουν και σε προσεγγίσεις της νεότερης ιστοριογραφίας. Η προσφυγή στην διά του χαρακτήρα και της προσωπικότητας ερμηνεία των επιλογών του ιστορικού υποκειμένου έρχεται με λογικό τρόπο να καλύψει τις ερμηνευτικές ανεπάρκειες, αναπαράγοντας τις ιστορικιστικές προσεγγίσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο Απόστολος Βακαλόπουλος, παρά το γεγονός ότι σε άλλες του μελέτες δίνει νέες διαστάσεις στην ερμηνευτική προσέγγιση του 1821 με τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων και των οικονομικών παραγόντων της Επανάστασης. (αιχμάλωτοι στο 1821, τα στρατεύματα της Επανάστασης). Στην περίπτωση του Ανδρούτσου γράφει ότι « Η παθολογική του καχυποψία έγινε αθεράπευτη και τον έσπρωξε οριστικά πια προς τους Τούρκους[…] Η συμφωνία που έκλεισε ο Οδυσσέας τότε με τον Ομέρ πασά ήταν κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα καπάκια, ήταν μία πράξη απελπισίας, που έφτανε στα όρια της προδοσίας». (Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ.ΣΤ, 1982, σ. 858)

II. Η πορεία του Ανδρούτσου μέσα στην Επανάσταση δεν αποτελεί μία ευθύγραμμη διαδρομή, αλλά χαρακτηρίζεται από την πολυμορφία αφενός του ρόλου και του λόγου του ως πολιτικού προσώπου, αφετέρου από την πολλαπλότητα των στρατηγικών επιλογών του, ανάλογα με τη συγκεκριμένη συγκυρία και το συσχετισμό της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής της Επανάστασης. Με δεδομένο το ευμετάβολο των συνθηκών που διαμορφώνουν τις επιλογές των υποκειμένων μας και, σε μία αντίστροφη πορεία,  διαμορφώνονται από αυτές, η εκ των προτέρων αποτίμηση της διαδρομής του Ανδρούτσου δεν θα είχε κανένα νόημα χωρίς τη μελέτη των ποικίλων εκφάνσεών της ενταγμένων μέσα στις οικονομικοκοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που παγιώνονται, δημιουργούνται  ή μεταπλάθονται κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ουσιαστικά καταλήγουμε στην ερμηνευτική προσέγγιση της πορείας ενός εκπροσώπου της παραδοσιακής κοινωνίας στην Επανάσταση, στο πώς, δηλαδή, προσδιορίζεται η θέση του μέσα στο πολύπλοκο πλέγμα των οικονομικοκοινωνικών της σχέσεων και στο πώς ο ίδιος νοηματοδοτεί τη συμμετοχή του μέσα στην νέα κατάσταση του πολέμου. Οι όροι και τα όρια, όμως, ανάμεσα στο παραδοσιακό και το νεοτερικό δεν τίθενται ως κάτι το δεδομένο, αλλά προκύπτουν στην εξέλιξη της Επανάστασης  και τίθενται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης γύρω από το οποίο κάθονται τα υποκείμενά μας. Για το λόγο αυτό ακόμη και ο προσδιορισμός του τι είναι παραδοσιακό και τι νεοτερικό δεν μπορεί να εξαντλεί το χαρακτηρισμό των υποκειμένων και να ερμηνεύει επαρκώς τη δράση τους μέσα στη συγκυρία της Επανάστασης. Η ίδια η δυναμική της Επανάστασης με τις πολλαπλές δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης που προσφέρει και τις περί την εξουσία συγκρούσεις  των συμφερόντων που προκαλεί, μπορεί να τέμνει κάθετα τέτοιου είδους κατηγοριοποιήσεις, που εντάσσουν τους Επαναστάτες στο νεοτερικό ή το παραδοσιακό στρατόπεδο. Ας σκιαγραφήσουμε εν συντομία την πορεία του Ανδρούτσου. 

Η γενική αποδοχή του Ανδρούτσου από το στρατιωτικό και προεστικό στοιχείο της Ανατολικής Ρούμελης, σε μία περίοδο όπου είχε ακυρωθεί κάθε έννοια πολιτικής εξουσίας στα πλαίσια της κοινότητας, του έδωσε την δυνατότητα να διαμορφώσει εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που αργότερα θα του επέτρεπαν την συμμετοχή του στην διαχείριση των πηγών πλουτισμού μέσα στην τοπική κοινωνία, αρχικά της επαρχίας Λιβαδειάς και μετέπειτα σ΄ολόκληρο το γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Η πτώση του αστικού κέντρου της Λιβαδειάς και η συνακόλουθη απομάκρυνση της εκεί προεστικής δύναμης από την περιοχή, ευνόησε  τα σχέδια του Ανδρούτσου και αύξησε την επιρροή του στους χωρικούς της επαρχίας αυτής. Την  επιρροή αυτή θα διατηρήσει ως το τέλος της διαδρομής του. Τα κύρια σημεία της επιρροής του αφορούν την άντληση του πλεονάσματος για τις ανάγκες της στρατολογίας και της συντήρησης των δυνάμεων, μία άντληση που δεν προκύπτει ως κάτι αυτονόητο, για τους σκοπούς, δηλαδή, του έθνους και της πατρίδας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μιλάμε με όρους της παραδοσιακής ακόμη κοινωνίας. Ο Ανδρούτσος από νωρίς διαμόρφωσε το πλαίσιο παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνικής του δύναμης, περιορίζοντας την δύναμη των προεστών στα όρια της τοπικής κοινωνίας ,και απέκτησε τη δυνατότητα εκφοράς πολιτικού λόγου και εκτός των πεδίων των μαχών. Με την επανεμφάνισή του το στρατιωτικό στοιχείο αναβαθμίζεται, η προεστική δύναμη υποχωρεί χωρίς να εκλείπει οριστικά και αναδιαμορφώνονται οι σχέσεις αρματολών-προεστών σε μία νέα βάση, χωρίς να αναστέλλονται οι όροι παραγωγής και αναπαραγωγής της παραδοσιακής κοινωνίας.

Η διαφωνία του Ανδρούτσου με τον Άρειο Πάγο θα πρέπει να εξεταστεί μέσα από την ακύρωση του ρόλου του τελευταίου ως τοπικού κέντρου εξουσίας και την συνακόλουθη προβολή σ’αυτόν της εξουσιαστικής κυριαρχίας της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος. Η Διοίκηση παρεμβαίνει στα της Ανατολικής Ελλάδος πράγματα ακυρώνοντας τα όρια εξουσίας των παραδοσιακών κοινωνικών δυνάμεων, προεστών και οπλαρχηγών. Επιβάλλει τον έλεγχο των πηγών πλουτισμών, διορίζει έπαρχους, καθορίζει τα εκστρατευτικά σώματα και αναθέτει την συντήρησή τους στις τοπικές οικονομίες, απονέμει τους στρατιωτικούς βαθμούς, συγκροτεί με διαταγές της τα στρατεύματα και καθορίζει τη νομιμότητα που πηγάζει από τους Νόμους του Έθνους.

Η αναίρεση της τοπικότητας στο όνομα του Έθνους και  όσα μία τέτοια πολιτική συνεπαγόταν στο επίπεδο των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων, οδήγησε στη μετέπειτα αντιπαράθεση του Ανδρούτσου και της Διοίκησης. Η αντιπαράθεση αυτή περιγράφεται ως πολύμορφη και πολύπλοκη, καθορίζεται τόσο από τη συγκυρία όσο και από τη σύγκρουση ευρύτερων ιδεολογικών πεδίων, τα οποία υπερβαίνουν την τοπικότητα και επιχειρούν τη συλλογική δράση με στόχο την υπεράσπιση κοινών συμφερόντων. Παρά τη διαφωνία, την παραίτηση του Ανδρούτσου από την αρχιστρατηγία, τη δολοφονία των Παλάσκα και Νούτσου, Ανδρούτσος και Διοίκηση φάνηκαν διατεθειμένοι να μην φτάσουν στην οριστική ρήξη. Συντελέστηκε προσπάθεια  να επανέλθει μία εξισορρόπηση των πραγμάτων, ώστε να γίνει δυνατή η επίτευξη μιας συμφωνίας. Η Διοίκηση πρόσφερε την αποκατάσταση του κύρους του οπλαρχηγού ως αρχιστρατήγου και την υπόσχεση οικονομικής υποστήριξης των επιχειρήσεών του, απαίτησε, όμως, την χωρίς όρους υπακοή στις αποφάσεις της και επιτυχίες  στα πεδία των μαχών. Παρά το δεσμευτικό χαρακτήρα της συμφωνίας οι μεταξύ τους σχέσεις διαμορφώθηκαν άλλοτε προς την κατεύθυνση της σύμπλευσης και άλλοτε όδευαν προς την απόκλιση και την αντιπαράθεση. Ο Ανδρούτσος με τη βία και τα καπάκια απαιτεί μέσα στα όρια της παραδοσιακής κοινωνίας, η Διοίκηση από την άλλη συγχωρεί και συμβιβάζει τις διαφορές. Ανέχεται ουσιαστικά να συνδιαλλαγεί με όρους και νοοτροπίες της παραδοσιακής κοινωνίας. Οι στρατιωτικές ανάγκες του αγώνα, καθώς και οι ανάγκες των εμφυλίων, έκαναν ασύμφορη για τη Διοίκηση την υπέρβαση των ορίων και την οριστική ρήξη με τον οπλαρχηγό. Έτσι παρά τις αντιδράσεις μέσα στους κόλπους της, η Διοίκηση Μαυρομιχάλη τον διόρισε το 1823 αρχηγό των στρατευμάτων της Ευρίπου. Ισορροπώντας μεταξύ νομιμότητας και ανυπακοής, όσο περνούσε ο καιρός ο Ανδρούτσος διαμόρφωνε την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με τη Διοίκηση απαιτούσε την πλήρη εκχώρηση των εξουσιαστικών του δικαιωμάτων, που είχαν ισχύ όσο η τοπική κοινωνία διατηρούσε την αυτονομία της.

Το 1823 ο Ανδρούτσος εκβίασε και πέτυχε τον διορισμό του ως αρχηγού των όπλων της Ευρίπου. Είχε ήδη έρθει σε σύγκρουση με τους Αρεοπαγίτες, τους αρχηγούς Ολυμπίους στην επαρχία της Ευρίπου και με τον έπαρχό της  Ιωάννη Κωλέττη. Παρά τις καταγγελίες  που λάμβανε για τον Ανδρούτσο η Διοίκηση δεν μεθόδευσε την άμεση ρήξη, έχοντας υπόψιν τη μεγάλη επιρροή του στους κατοίκους των επαρχιών της Ανατολικής Στερεάς. Η αποφυγή της σύγκρουσης στη φάση αυτή δεν συνεπαγόταν την πλήρη επάνοδο στη νομιμότητα της Διοίκησης, αφού εξακολουθούσαν να υφίστανται οι όροι της αντιπαράθεσης. Την ίδια χρονιά ο Ανδρούτσος εγκατέλειψε τα πεδία των μαχών για να συμμετάσχει στην εθνοσυνέλευση του Άστρους. Ο Ανδρούτσος υπερβαίνει τα όρια της τοπικότητας και επιχειρεί με την παρουσία του στο χώρο των κεντρικών αποφάσεων να αποτρέψει μία επιδείνωση των συσχετισμών δυνάμεων εναντίον του παραδοσιακού πεδίου άσκησης της εξουσίας. Η προσπάθεια να ανασυνταχθούν οι παραδοσιακές δυνάμεις με τη  συμμαχία του με τους Κολοκοτρώνη και Νέγρη στοχεύει στην αλλαγή των ισορροπιών μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της Διοίκησης, τη στιγμή που έχει εγκαταλειφθεί η προοπτική της με την βία επιβολής των οπλαρχηγών. Μέσα στα πλαίσια της ενίσχυσης της θέσης του ο Ανδρούτσος θα επιδιώξει την προσέγγιση με τον Μαυροκορδάτο, παρά τις αντιδράσεις του στρατιωτικού στοιχείου της Ανατολικής Στερεάς. Το 1824 η εξισορρόπηση των δυνάμεων επέτρεψε τη σύμπλευση του Ανδρούτσου με τη Διοίκηση του Κρανιδίου. Διαπιστώνουμε ,δηλαδή, ότι μέσα στη συγκυρία του εμφυλίου οι δύο πλευρές μπορούσαν να επιτύχουν τη σύμπραξη, χωρίς να αναιρούνται οι βασικές διαχωριστικές γραμμές τους. Αυτές συμπυκνώνονται στο ιδεολογικό πεδίο στη διαμάχη μεταξύ της υπεράσπισης της παραδοσιακής κοινωνίας και της ενοποίησης του πολιτικού χώρου που επιχειρούσε η κεντρική εξουσία. Η σύμπτωση των συμφερόντων προσέδιδε μία νέα δυναμική στις εξελίξεις και διαμόρφωνε και τους όρους αναπαραγωγής της όσο διάστημα μπορούσαν να καλυφθούν οι αντιθέσεις.

Έχοντας ως δεδομένο ότι ο Ανδρούτσος δεν αρνήθηκε την παρέμβαση της Διοίκησης στην διαχείριση των τοπικών πόρων και στον θεσμικό τομέα, πρέπει να ερμηνεύσουμε την μετέπειτα μεταστροφή των διαθέσεων. Μία τέτοια αλλαγή, ενδεχομένως, να οφειλόταν στη μη ικανοποίηση κάποιων όρων και εγγυήσεων που άτυπα είχαν τεθεί στο τραπέζι. Η αντιπαράθεση θα οξυνθεί μέσα στα όρια της Ανατολικής Ελλάδας με κεντρικό ρόλο στη εξέλιξη της να διαδραματίζει η διαμάχη γύρω από την  επαρχία Αθηνών. Ο Ανδρούτσος έφτασε στο αστικό αυτό κέντρο στα τέλη Αυγούστου 1822 μετά από ένα μεγάλο διάστημα περιπλάνησης στα θέατρα του πολέμου. Με την άφιξή του στην κοινότητα Αθηνών καταλύθηκε η αρχή του Αρείου Πάγου. Η κατάργησή του έγινε ύστερα από τη σύγκλιση δύο αντίρροπων μέχρι τότε δυνάμεων, του Ανδρούτσου και των προεστών της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος.

Το Σεπτέμβριο του 1822 ο Ανδρούτσος συνάπτει συμμαχία με τους προεστούς, παρά την σαφή υποστήριξη που του παρέχουν οι Έφοροι των Αθηνών και οι αγροτικοί πληθυσμοί. Κεντρικό σημείο της συμφωνίας αποτέλεσε η διαχείριση των προσεξόδων της Επαρχίας, που αφορούσαν τις ιδιόκτητες εκμεταλλεύσεις και τις εθνικές γαίες. Οι προεστοί έχασαν την ευκαιρία σχηματισμού μεγάλων εκμεταλλεύσεων, εξαιτίας της παγίωσης του καθεστώτος των εθνικών κτημάτων. Ο Ανδρούτσος, ενδεχομένως, να συνέβαλε στην αποτροπή μιας τέτοιας προοπτικής σε βάρος του αγροτικού στοιχείου και των οπλαρχηγών. Διατηρήθηκε, όμως, η προεπαναστατική κυριαρχία των προεστών, κυρίως στο πεδίο της ενοικίασης των προσόδων, αλλά και ως αριστοκρατία γης. Η συμμαχία του Ανδρούτσου με τους προεστούς δεν συνεπαγόταν και αποδοχή των προεπαναστατικών κοινοτικών συνθηκών. Το αντίθετο μάλιστα. Η δημιουργία του κεντρικού της επαρχίας ταμείου του έδινε τη δυνατότητα της ισότιμης διαχείρισης. Ο Ανδρούτσος έμεινε ικανοποιημένος, τη στιγμή που η  ρήξη για τα εθνικά κτήματα είχε αναβληθεί. Το 1824 οι δημογέροντες  εναντιώθηκαν στην Προσωρινή της Ελλάδος Διοίκηση, όταν προσπάθησε να ελέγξει τη διαχείριση των προσεξόδων, να παρακάμψει, δηλαδή, τα προεπαναστατικά κοινοτικά δίκτυα επιβάλλοντας την κεντρική διαχείριση. Μπροστά στην απευκταία αυτή εξέλιξη της ακύρωσης παραδοσιακών μηχανισμών της κοινότητας, Ανδρούτσος και δημογέροντες των Αθηνών ήταν πρόθυμοι να συνασπιστούν για την υπεράσπιση κοινών συμφερόντων μέσα στη συγκυρία.

Τον Ιούνιο του 1824 ξέσπασε η διαμάχη του Ανδρούτσου με τον φρούραρχο Αθηνών Γκούρα. Αντικείμενο της διαμάχης αποτέλεσε το φρούριο Αθηνών. Η Διοίκηση ζήτησε από τον Γκούρα να της παραδώσει το φρούριο, ουσιαστικά, απαιτούσε τον οικονομικό και διοικητικό έλεγχο της Αθήνας. Ήδη είχε διαμορφωθεί σταδιακά ένας συνασπισμός δυνάμεων με προσανατολισμένο το βλέμμα του προς τη Διοίκηση. Η σύνδεση των συμφερόντων με τη Διοίκηση για προεστούς και οπλαχηγούς, όπως για παράδειγμα ήταν ο Γκούρας, διαμόρφωσε αντίστοιχα νέες ισορροπίες δυνάμεων στην επαρχία Αθηνών. Στο κρίσιμο σημείο οι προεστοί, οι νοικοκυραίοι και ο Γκούρας ήταν πρόθυμοι να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις της Διοίκησης ως προς τον Οδυσσέα και να θυσιάσουν την τοπικότητα μπροστά στο κοινό συμφέρον. Ο Ανδρούτσος από την άλλη προσπάθησε να αντιδράσει στη διαγραφόμενη εκτόπισή του από τους θεσμούς εξουσίας, που θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος του και τη δυνατότητα της αρχιστρατηγίας. Επέλεξε την ανυποταγή στη βούληση της Διοίκησης και τη μετωπική σύγκρουση με τους κοινοτικούς άρχοντες. Προσπάθησε παράλληλα να προσεταιριστεί τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς, εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια διαπραγμάτευσης με όρους που θα έθετε η Διοίκηση. Ο Ανδρούτσος επιλέγει αυτή τη φορά να ακολουθήσει τη δική του τακτική και να εκβιάσει από την κεντρική εξουσία όσα ζητούσε. Η επανάκαμψη του σε πρακτικές της παραδοσιακής κοινωνίας υπήρξε μονόδρομος. Στην διαπραγματευτική λογική της βίας των όπλων η Διοίκηση θα απαντήσει με το ίδιο νόμισμα.

ΙΙΙ. Οι προσπάθειες του οπλαρχηγού να μην εκτοπιστεί από τους  εξουσιαστικούς μηχανισμούς δεν καρποφόρησαν, καθώς το προσωπικό του γόητρο και η επιρροή του στο στρατιωτικό στοιχείο και στους καλλιεργητές της Ανατολικής Ελλάδος δεν αρκούσαν για να εγγυηθούν τη συμμετοχή του στο νέο πλαίσιο διανομής των εξουσιών μέσα από το θεσμικό πλαίσιο της Διοίκησης. Ενώ άλλοι οπλαρχηγοί, όπως ο Καραϊσκάκης, αναδιαμορφώνουν τις στρατηγικές τους και προσεγγίζουν την κυβέρνηση Κουντουριώτη, ο Ανδρούτσος παρά τις προσπάθειές του για διαπραγμάτευση έρχεται αντιμέτωπος με ένα πλέγμα πολιτικών συμμαχιών (Κωλέττης-Κουντουριώτης-Μαυροκορδάτος) που  επεδίωκαν την χωρίς όρους υποταγή του στη βούληση της Διοίκησης, προκρίνοντας τον παροπλισμό του στην περίπτωση που δεν πειθαρχούσε. Ο φόβος, όχι τόσο της Διοίκησης όσο των τοπικών αυθεντιών, για ενδεχόμενη επάνοδο του Ανδρούτσου στα πολιτικά πράγματα με τη στήριξη του Καραϊσκάκη και το ενδεχόμενο της ανάκτησης της επιρροής του στην περιοχή, έκανε πολλούς να μη θέλουν την αμνήστευσή του. Η φυσική του εξόντωση, ουσιαστικά, νομιμοποιείται από τους νέους συσχετισμούς δυνάμεων στην περιοχή της Ανατολικής Στερεάς. Προεστοί και νοικοκυραίοι της κοινότητας Αθηνών αποφασίζουν τον παροπλισμό του οπλαρχηγού και τη φυσική του εξόντωση. Η παρουσία του δε θα μπορούσε να κλονίσει τη δύναμη της Διοίκησης ούτε να επηρεάσει τα πολιτικά πράγματα. Ήταν όμως δυνατόν να προκαλέσει προστριβές και αντεκδικήσεις σε προσωπικό επίπεδο μέσα στα όρια της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι η δολοφονία του, τη νύχτα της 5ης Ιουλίου 1825, δεν είχε τις συνέπειες εκείνες που θα περίμενε κανείς αναλογιζόμενος τις διαστάσεις που θα λάμβανε μια τέτοια  πράξη αν είχε συντελεστεί στα προγενέστερα χρόνια. Οι συνέπειες απορροφήθηκαν γρήγορα μέσα στο νέο πλαίσιο εξουσίας, χωρίς να προκληθούν ιδιαίτεροι κραδασμοί στη Διοίκηση.    

O Οδυσσέας Ανδρούτσος σε λιθογραφία του Adam Friedel (1825)
Ιωάννης Γκούρας. Λιθογραφία του Giovani Boggi από το λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: "Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece", Παρίσι, [1826].
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οδυσσέας Ανδρούτσος (Ιθάκη, περ. 1790 – Αθήνα, 5 Ιουνίου 1825)

0
O Οδυσσέας Ανδρούτσος σε λιθογραφία του Adam Friedel (1825)
Ιωάννης Γκούρας. Λιθογραφία του Giovani Boggi από το λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: "Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece", Παρίσι, [1826].
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ