Το ξέσπασμα της επανάστασης στη Λιβαδειά υπήρξε ζήτημα συγκυριών. Οι κινητήριες δυνάμεις της επανάστασης αποτελούνταν από τη μια μεριά από τους προεστούς και από την άλλη από τους αρματολούς. Αυτές υπήρξαν οι δυνάμεις που την κατάλληλη στιγμή μπόρεσαν να κινητοποιήσουν το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό και να ετοιμάσουν τη σύγκρουση με τον οθωμανικό στρατό. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην περιοχή της Ανατολικής Ρούμελης, απ’ όπου και ξεκίνησε η επαναστατική δράση στις 27 Μαρτίου 1821[1], λίγες μέρες μετά τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα της Πελοποννήσου και ιδιαίτερα την έναρξη της πολιορκίας της πόλης των Πατρών στις 21 Μαρτίου του 1821[2]. Η επανάσταση στη Στερεά έπεται της έναρξης των επαναστατικών κινήσεων της Πελοποννήσου. Η μεταφορά των ειδήσεων του γενικευμένου ξεσηκωμού στη Στερεά Ελλάδα έδωσε το τελικό έναυσμα και για την εκεί έναρξη των εχθροπραξιών. Χωρίς να αγνοούμε τη σημασία της συγκυρίας θα πρέπει να εξετάσουμε τις υποδοχές του μηνύματος του ξεσηκωμού της Πελοποννήσου στη Στερεά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχαν ήδη αρχίσει οι προετοιμασίες για την επικείμενη σύγκρουση με τις οθωμανικές δυνάμεις. Πρόκειται για καταστάσεις ρευστές με σοβαρές αδράνειες στην επαναστατική δράση και χωρίς μια κοινή αντίληψη, είτε για τις εκκολαπτόμενες καταστάσεις, είτε για το τι σήμαινε μία ένοπλη κινητοποίηση απέναντι στην Πύλη. Η προνοιακή αντίληψη της ιστορίας καθόριζε για τα υποκείμενά μας τις νοηματοδοτήσεις του επικείμενου ξεσηκωμού.
Ένα από τα κύρια γνωρίσματα της επανάστασης του 1821, ιδιαίτερα τους πρώτους έξι μήνες , υπήρξε η τοπικότητα της[3]. Χωρίς να αγνοούμε τη σημασία της διάδοσης του επαναστατικού μηνύματος από περιοχή σε περιοχή, αναμφίβολα ήταν εκείνες οι τοπικές συγκυρίες που οδήγησαν στην επαναστατική δράση σε κάθε περιοχή χωριστά. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση έχει τη δική της αυτοτέλεια στο σχεδιασμό και στην εκτέλεσή της, πράγμα που αποδεικνύει ότι στον πρώτο χρόνο του επαναστατικού πολέμου η μη ύπαρξη μιας κεντρικής διεύθυνσης του αγώνα, έστω και με τοπικό χαρακτήρα, οδήγησε τους οπλαρχηγούς σε μεμονωμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη για τον πόλεμο. Είναι αυτή η τοπικού επιπέδου σχεδίαση των επιχειρήσεων, αλλά και γενικότερης οργάνωσης, που θα αποβεί μοιραία σε πολλές περιπτώσεις για τους επαναστάτες. Η αδυναμία υπέρβασης της τοπικότητας, παρά τις οποίες προσπάθειες προς την κατεύθυνση της υπέρβασης, θα επηρεάσει, όπως θα δούμε παρακάτω, σε μεγάλο βαθμό τις επαναστατικές εξελίξεις στην περιοχή της Ανατολικής Στερεάς. Στις προσπάθειες αυτές εντάσσεται και η δημιουργία στις 15 Νοεμβρίου του «Οργανισμού του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατολικής Ελλάδος» , με τις όποιες ιδιαιτερότητες στο σχηματισμό του. Ουσιαστικά, ο Άρειος Πάγος δεν αναιρούσε τις σχέσεις και τους θεσμούς εξουσίας που αναφέρονταν στην παράδοση της κατακτημένης κοινωνίας. Οι προϋποθέσεις για το ξέσπασμα της επανάστασης στην Ανατολική Στερεά προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό και χρονικό περιορισμό, που καθορίζει και το επίπεδο της ανάλυσης. Η επανάσταση υπήρξε μια τομή στη σκέψη των ανθρώπων της εποχής, την ερμηνεία της οποίας οφείλουμε να κάνουμε χωρίς την προβολή της μετέπειτα εθνικιστικής ιδεολογίας[4]
Η ιδιόμορφη αρματολική οργάνωση της Λιβαδειάς καλύπτει σ’ ολόκληρη την προεπαναστατική περίοδο την λανθάνουσα διαμάχη ανάμεσα στον Διάκο και τους πλούσιους προεστούς. Οι προθέσεις, όμως, ήταν υπαρκτές και η με τα όπλα διεκδίκηση της τοπικής εξουσίας βρισκόταν πάντα στον ορίζοντα προσδοκιών του Διάκου. Η από κοινού επαναστατική δράση ανάμεσα στο Διάκο και τους ισχυρούς προεστούς, δεν ακύρωνε αυτόν τον ορίζοντα προσδοκιών, απλά τον μετέφερε σε άλλους χρόνους. Το 1789 συντελέστηκε μια επανάσταση πόλης που αποτέλεσε την πολιτική έκφραση των ιδεών του Διαφωτισμού για ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη και που οδήγησε στην συγκρότηση ενός έθνους - κράτους κάτω από την κυριαρχία μιας μόνο εθνικοπολιτισμικής κουλτούρας[5]. Η υποδούλωση της μη κυρίαρχης εθνικοπολιτιστικής ομάδας σ’ έναν αλλόθρησκο δυνάστη έκανε αναγκαία την προσαρμογή των διαφωτιστικών ιδεών μέσα στην οθωμανική πραγματικότητα[6]. Οι διαφωτιστικές αναφορές των επαναστατών της Ανατολικής Στερεάς δεν μπορεί παρά να είναι ισχνές, κάτι που ισχύει και για την υπόλοιπη Ηπειρωτική Ελλάδα. Το διαφωτιστικό κίνημα δεν μπόρεσε ποτέ να κυριαρχήσει σ’ έναν χώρο με επαρκείς γεωγραφικές διαστάσεις και αντίστοιχη κοινωνική πλαισίωση. Η περιοχή της Ανατολικής Στερεάς δεν αποτελεί εξαίρεση στην κυριαρχία των συντηρητικών ιδεών και των παραδοσιακών αξιών. Ακόμη, όμως, και αυτό το πνεύμα της παράδοσης και της πίστης, μέσα από τις όποιες προσβάσεις του λόγου των διανοούμενων στη σκέψη των μη εγγράμματων ανθρώπων[7], είχε εξελιχτεί μέσα από ένα Διαφωτισμό που δεν αναιρούσε την Ορθοδοξία[8].
Το ερώτημα που τίθεται αφορά το πώς η πίστη, μέσα από ποια συμβολική διαδικασία, μπόρεσε να αποτελέσει κινητήριο λόγο, που ώθησε στην επαναστατική δράση σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό κατά τους πρώτους μήνες του αγώνα και ως ποιο βαθμό. Αρχικά είχε επέλθει δια του λόγου των διανοούμενων η απονομιμοποίηση του Πατριαρχείου στη σκέψη των ανθρώπων με την ταύτιση του με τον κατακτητή. Η πίστη διαχωρίστηκε από το Πατριαρχείο, που καταγγέλθηκε ως συνεργός και στήριγμα της Οθωμανικής Τυραννίας[9]. Η συμβολική ανατροπή δεν μπορούσε, όμως, να γίνει εφικτή εάν δεν είχε προηγηθεί η όσμωση των νέων ιδεών με τις προνοιακές αντιλήψεις της κατακτημένης κοινωνίας. Η ρήξη, όμως, με το καθεστώς της κατάκτησης γίνεται με όρους του παραδοσιακού τρόπου σκέψεως και εγγράφεται σ’ αυτό[10]. Η πίστη, λοιπόν, δεν εμποδίζει την παραβίαση των παραδοσιακών ορίων του επιτρεπτού και μπορεί να κινητοποιήσει και εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που έχουν υλικά και συμβολικά συμφέροντα από την υιοθέτηση και εφαρμογή των νέων ιδεών, όπως, για παράδειγμα, τους Υδραίους προκρίτους. Έτσι και ο εκκλησιαστικός κλήρος, αν και περιγράφεται ως συντηρητικός μηχανισμός, μπόρεσε να κινητοποιήσει μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό μέσα στις συγκυριακές στιγμές του επαναστατικού ξεσπάσματος. Από την άλλη, την ύπαρξη μιας επαναστατικής υποδομής, που εγκόλπωνε και σημαντικό μέρος του εκκλησιαστικού κλήρου, είχε προετοιμάσει η δραστηριότητα της Φιλικής Εταιρείας στη Στερεά Ελλάδα, όπως και στην Πελοπόννησο[11].
Στην Στερεά Ελλάδα η εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας ήταν περιορισμένη και όσοι μυημένοι στην Εταιρεία υπήρχαν δεν είχαν ιδιαίτερη απήχηση ανάμεσα στο λαό[12]. Η περιοχή της Λιβαδειάς, παρά την έντονη εμπορική δραστηριότητα και την εμπορική και επιχειρηματική της δικτύωση δε φαίνεται να είχε ιδιαίτερα μεγάλες επαφές με τη δράση των Φιλικών. Υπήρχαν, όμως, μυημένοι στην Εταιρεία, που θα διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στη διάδοση του επαναστατικού λόγου, επειδή ήταν πρόσωπα με ικανή οικονομική βάση, με μεγάλες διαχειριστικές ικανότητες στην τοπική εξουσία και διέθεταν το αναγκαίο κύρος για την επιβολή τους και τη διάδοση του λόγου τους. Ο Χριστόφορος Περραιβός αναφέρει ότι για τη μη διάδοση το κινήματος των Φιλικών στη Ρούμελη ευθύνεται η τρομοκρατία του Αλή Πασά[13]. Αλλά και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των προσδραμόντων Οθωμανών του Μπαμπά Πασά είχαν σπείρει τον τρόμο στην περιοχή της Ανατολικής Στερεάς[14]. Οι οθωμανικές αρχές παρακολουθούσαν στενά τις κινήσεις από και προς τη Λιβαδειά, ώστε να προλάβουν κάθε κίνηση που θα εκδηλωνόταν υπέρ του Αλή Πασά. Έτσι τα όρια κινητοποίησης των απεσταλμένων από τη Φιλική Εταιρεία αποστόλων ήταν εξαιρετικά περιορισμένα, αν και στη Λιβαδειά, εξαιτίας της κεντρικής της θέσης στις εμπορικές δραστηριότητες[15], ο έλεγχος ήταν λιγότερο ασφυκτικός.
Οι πιο σημαντικοί των προεστών της περιοχής της Λιβαδειάς υπήρξαν μέλη της Φιλικής Εταιρείας, χωρίς, όμως, να προσανατολίζονται στην άμεση εφαρμογή ενός επαναστατικού σχεδίου. Οι προεστοί της Λιβαδειάς πέρα από την ιδιότητα του γαιοκτήμονα είχαν αναπτύξει έντονες επιχειρηματικές δραστηριότητες μέσω της εμπορευματοποίησης ορισμένων προϊόντων. Η μεγάλη συγκέντρωση πλούτου μέσα από τα έσοδα της ενοικίασης των φόρων και τον έλεγχο της αγοράς προϊόντων, επέτρεπε στους προεστούς της Λιβαδειάς να ελέγχουν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της περιοχής[16]. Η συσσώρευση πλούτου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τον έλεγχο της τοπικής κοινωνίας και απέρρεε από την ιδιότητα του προεστού[17]. Οι προεστοί εκπροσωπούσαν την τοπική κοινωνία των χριστιανών μπροστά στην οθωμανική αρχή, μπροστά στην οποία έδιναν λόγο για οτιδήποτε συνέβαινε μέσα στα όρια των επαρχιών τους. Ο διορισμένος από τον Ιουσούφ πασά της Εύβοιας(Εύριπος), βοεβόδας Καρά - Ισμαήλ αγάς ήταν σύμφωνα με την περιγραφή του Φιλήμονα «ανήρ πνεύματος, πείρας πραγμάτων και μεγάλης περιουσίας»[18]. Η υπερίσχυση του χριστιανικού στοιχείου έναντι των Οθωμανών κατοίκων της Ανατολικής Ρούμελης έδινε την υπεροχή στους χριστιανούς προεστούς έναντι των Οθωμανών διοικητών. Είχαν τόση εξουσία και μπορούσαν ν’ ασκήσουν τέτοια επιρροή, που ήταν μέσα στις δυνατότητες τους να πετύχουν ακόμη και την αντικατάσταση του πασά[19].
Οι σημαντικοί της Λιβαδειάς αποτέλεσαν τον κινητήριο μοχλό για το πέρασμα από τις συνθήκες της νομιμότητας στην επαναστατική κοινωνία. Η δυναμική της επαναστατικής δράσης κατά τους πρώτους μήνες προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα τους να οργανώσουν και να διαχειριστούν οι ίδιοι μια οικονομία πολέμου[20]. Ο επαναστατικός τους ρόλος ξεπερνούσε τα όρια της περιοχής της Λιβαδειάς και απλωνόταν σ’ ολόκληρη την Ανατολική Στερεά. Μπορούσαν αφενός να ελέγχουν τους προεστούς άλλων πόλεων, αφετέρου να έχουν ουσιαστικό ρόλο στην οργάνωση, κυρίως, των στρατιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς οι ίδιοι να μετέχουν σ’ αυτές. Η ετοιμότητα των προεστών τη στιγμή που ξέσπασε η επανάσταση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι είχαν εξασφαλίσει τέτοια επιρροή πάνω στα αρματολικά σώματα, που τη στιγμή του αρχικού αιφνιδιασμού με την αιχμαλωσία κάποιων προεστών από τον Χασάν αγά, καταφέρνουν να πετύχουν την απελευθέρωσή τους από τους υπό τον Διάκο διευθυνόμενους ενόπλους[21]. Ακόμα και κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες οι προεστοί με το κύρος, την οικονομική τους επιφάνεια και τη δημιουργία ιδιωτικών ενόπλων σωμάτων στα πριν την επανάσταση χρόνια, δεν έχασαν τον έλεγχο της τοπικής εξουσίας και την δυνατότητα τους να παρουσιάζονται στους χωρικούς ως εγγυητές της ασφάλειας τους και της οικονομικής τους επιβίωσης, όντας αναδιανομείς του πλεονάσματος και γαιοκτήμονες.
Η αλλαγή βοεβόδα στην περιοχής της Λιβαδειάς, ενδεχομένως να συνοδεύτηκε και από την ενίσχυση των ευπόρων οθωμανών προυχόντων της περιοχής, όπως ήταν ο Σουλεϊμάν Ποταμάς, ο Ιβραχήμ αγάς, ο Ζαήμ αγάς και ο Σουλάτσης[22]. Οι Οθωμανοί πρόκριτοι στήριζαν τη μεγάλη οικονομική τους δύναμη στην δυνατότητά τους να ελέγχουν τους μηχανισμούς ενοικίασης των προσόδων, ιδιαίτερα κατά τους τελευταίους μήνες πριν την επανάσταση. Ενίσχυση της δύναμης των Οθωμανών προκρίτων, που επηρέαζαν τον Χασάν Αγά, τον βοεβόδα της πόλης μετά την απομάκρυνση του Καρά – Ισμαήλ αγά, έγινε σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των χριστιανών προκρίτων, αλλά και των απλών χωρικών. Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί το γεγονός πως ο Αθανάσιος Διάκος με την έναρξη των επαναστατικών ενεργειών έδωσε εντολή στους ενόπλους χωρικούς να εκτελέσουν αμέσως τους Οθωμανούς ενοικιαστές προσόδων (σουμπασίδας)[23]. Η πράξη αυτή δείχνει τη δυσαρέσκεια ανάμεσα στο χριστιανικό πληθυσμό, αν σκεφτούμε και την ευνοϊκή μεταχείριση των Οθωμανών προεστών μετά τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες. Οι χωρικοί αυτοί κινητοποιήθηκαν αφενός ύστερα από την προτροπή του Διάκου και, συνεπώς, των ίδιων των χριστιανών προεστών της Λιβαδειάς, αφετέρου, όπως θα δούμε και παρακάτω, η συμμετοχή τους στην Επανάσταση αποτελούσε μια οικονομική πράξη[24].
Η ιδιομορφία του Καζά της Λιβαδειάς ως προς την αρματολική οργάνωση ισχύει και για την οργάνωση του Καζά των Σαλώνων και του Καζά της Δωρίδας[25]. Στον πρώτο οπλαρχηγός ήταν ο Πανουργιάς και στο δεύτερο ο Δήμος Σκαλτσάς. Ο Πανουργιάς, όπως και ο Αθανάσιος Διάκος δεν κατείχε κληρονομικά και αρματολική ιδιότητα, αλλά υπήρξε και αυτός διορισμένος από τις οθωμανικές αρχές και τους προεστούς των Σαλώνων, όπως ήταν ο Δημήτριος Σίμου, ο Γιωργάκης Παπαηλιόπουλος, ο Πέτρος Ιωάννου και ο Μήτρος Λογοθέτης[26]. Η εξάρτηση του Πανουργιά από τους σημαντικούς των Σαλώνων του έδινε την δυνατότητα συντήρησης μέσα στα όρια της Οθωμανικής νομιμότητας σημαντικού αριθμού ενόπλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν τα ονόματα του Ιωάννη Γκούρα, του Αθανάσιου Μανίκα, του Παπά Ανδρέα, του Γεωργίου Χαλμούκη, του Ιωάννη Μαμούρη και του Καπλάνη. Ο Πανουργιάς, αντίθετα από τον Αθανάσιο Διάκο, θα καταφέρει μέσα στις επαναστατικές συνθήκες και από τις πρώτες μέρες του αγώνα, να αποτινάξει την εξάρτηση από τις προεστικές αρχές, κάνοντας σ’ εμάς εμφανή τα πραγματικά κίνητρα της εισόδου του στην επανάσταση[27].
Ο Δήμος Σκαλτσάς με την υποστήριξη των προκρίτων του Λιδωρικίου Παναγιώτου Λιδωρίκη και Τριανταφύλλου Αποκορίτου απέφυγε την καταδίωξη του από τα σουλτανικά στρατεύματα, λέγοντας ότι από μέρους του «ουδεμία στρατιωτική παρασκευή υπέρ του Αλή πασσά ανεργείτο»[28]. Το πέρασμα του στην Επανάσταση υπήρξε κοινή υπόθεση με το πέρασμα των προκρίτων του Λιδωρικίου σε συνθήκες πολέμου με τον κατακτητή. Ο Σκαλτσάς «κατά συνεννόησιν μετά των προεστώτων»[29] θα αρχίσει τη στρατολόγηση στις αρχές Απριλίου 1821 για να χτυπήσει με τις δυνάμεις του το Λιδωρίκι.
Σε αντίθεση με την προεστική εξάρτηση του Αθανασίου Διάκου, του Δήμου Σκαλτσά και του Πανουργιά, ο Ι. Δυοβουνιώτης «εστερούντο προσώπων πολιτικών»[30]. Το 1794 έλαβε την οπλαρχηγία της Λαμίας και αργότερα την του Οπούντος και Ελατείας[31]. Στις 8 Απριλίου ο Δυοβουνιώτης άρχισε την πολιορκία της Μπουδουνίτσας, αναμένοντας τον Πανουργιά και τον Διάκο για να χτυπήσουν από κοινού το Ζητούνι, σχέδιο που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί[32]. Ο Απρίλιος του 1821 είναι μήνας επαναστατικός και για την Ανατολική Ρούμελη. Η επανάσταση ξεκινάει από τα Σάλωνα, μεταφέρεται στη Λιβαδειά, στη Μπουδουνίτσα, στο Λιδωρίκι, στην Υπάτη (Νέας Πάτρας), στο Ταλάντι(Αταλάντη), στη Θήβα και την Αττική. Στην Υπάτη η αδράνεια του οπλαρχηγού της Μήτσου Κοντογιάννη θα μας απασχολήσει παρακάτω. Ο Αθανάσιος Διάκος, ο Πανουργιάς, ο Ι. Δυοβουνιώτης και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας θα βρεθούν στις 22 Απριλίου του 1821 αντιμέτωποι με τις ισχυρές δυνάμεις του Κιοσέ - Μεχμέτ πασά και του Ομέρ Βρυώνη, οι οποίες κατέβηκαν από το Ζητούνι για να προσβάλλουν τις δυνάμεις των επαναστατών σε Ανατολική Στερεά και Πελοπόννησο.
[1] Μιχαήλ Οικονόμου, Ιστορικά της Εληνικής Παλιγγενεσίας ή ο ιερός των Ελλήνων αγών, φωτομηχανική επανέκδοσις (εκ της α΄ εκδόσεως 1873), Αθήνα 1976, σ. 176, Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829), τόμος Ε΄, Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της (1813 – 1822), Θεσ/κη 1980, σ. 425. Τάκης Λάππας, Η Λειβαδειά στο εικοσιένα, Αθήνα 1971, σ. 23, Ιω. Φιλήμονας, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1860, τ. Γ΄, σ. 68.
[2] Για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, Ιω. Φιλήμονος, 1863, ό.π., σ. 1-65, Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, 1971, σ. 58-74.
[3] Βασίλης Κρεμμυδάς, «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Μεθοδολογικές προτάσεις για την μελέτη του Εικοσιένα», Θεωρία και Κοινωνία, 5, σ. 75.
[4] Ν. Θεοτοκάς, «Παράδοση και Νεωτερικότητα. Σχόλια για το Εικοσιένα», Τα Ιστορικά, Αθήνα, 16 / 17 (1992), σ. 347.
[5] Miroslav Hroch, «Από το εθνικό κίνημα στην εθνική ολοκλήρωση», από το συλλογικό έργο, Εθνικό κίνημα και Βαλκάνια, 1996, σ. 20-22. Για την Γαλλική Επανάσταση, E.J. Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων 1789 – 1848, Αθήνα 1992, σ. 83-116.
[6] Κ. Θ. Δημαράς, «Ο ελληνικός Διαφωτισμός», στο συλλογικό τόμο, θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας 18ος – 20ος αι., Αθήνα – Κομοτηνή 1991, σ. 28-29.
[7] Σωκράτης Πετμεζάς, «Μερικές υποθέσεις σχετικά με την πρώιμη συγκρότηση και δραστικότητα του εθνικ(ιστικ)ού λόγου ως κυρίαρχης συμβολικής της ελλαδικής κοινωνίας (τέλη 18ου - αρχές 19ου αιώνα) και η συνακόλουθη διαμόρφωση ενός αυτόνομου επιστημονικού («φιλοσοφικού») πεδίου», αδημοσίευτο, σ. 35. Μια συντομευμένη μορφή του άρθρου στο Historein, A Review of Past and other stories, Αθήνα, τ.1, 1999.
[8] Κρεμυδάς, «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», ό.π., σ. 71.
[9] Σ. Πετμεζάς, ό.π., σ. 31.
[10] Ν. Θεοτοκάς, 1992, ό.π., σ. 349
[11] Για την Φιλική Εταιρεία, Γ. Φράγκος, «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 11 (1975), σ. 424-432, Ιω. Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής, Ναύπλιον 1835.
[12] George Finlay , Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, σχολιασμός Τάσου Βουρνά, Αθήνα, χ.χ., σ. 99.
[13] Χριστόφορος Περραιβός, Απομνημονεύματα Πολεμικά, επιμελητής έκδοσης Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, στο Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ΄21, τ.1, σ. 1.
[14] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 74.
[15] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 75.
[16] John A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843), τ.Α, Αθήνα 1997, σ. 43. Κύριο εμπορεύσιμο προϊόν της Λιβαδειάς υπήρξε το σιτάρι. Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Βιβλίο Α, τόμος 1, σ. 164.
[17] Χρήστος Λούκος, «Η ενσωμάτωση μιας παραδοσιακής αρχοντικής οικογένειας στο νέο ελληνικό κράτος: η περίπτωση των Μαυρομιχαλαίων», Τα ιστορικά, Ι, 2, Δεκέμβριος 1984, σ. 283-296.
[18] Ιω. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 76.
[19] Μιχαήλ . Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν, 1715-1821, Αθήνα 1939, σ. 84-96.
[20] Αρχείον της κοινότητος Ύδρας 1778 – 1832, δημοσιευόμενον υπό του Αντωνίου Λιγνού, προέδρου της κοινότητος Ύδρας, προέδρου της Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ύδρας, τόμος έβδομος, (τ. Ζ΄), 1821, εν Πειραιεί, 1926.
[21] Ιω. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 82-83.
[22] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 81.
[23] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 82.
[24] Ν. Σβορώνος, «Οι συνέπειες της οικονομικής δραστηριότητας των Ελλήνων της Βαλκανικής χερσονήσου στο δέκατο όγδοο αιώνα», Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας (18ος – 20ος αι.), Αθήνα, Κομοτηνή 1991, σ. 87-89.
[25] Ιω. Φιλήμονας, τ. Γ΄, 1860, ό.π., σ. 78.
[26] Ιω. Φιλήμονος, τ. Γ, 1860, ό.π., σ. 68-69, Αρχείον της κοινότητος Ύδρας 1778-1832, τ. Ζ΄, 1821, ό.π. επιστολή των προκρίτων των Σαλώνων προς τους Υδραίους προκρίτους,16 Μαΐου 1821, σ. 95-96.
[27] G. Finlay, τ.Α΄, ό.π., σ. 223-224.
[28] Ιω. Φιλήμονος, τ. Γ΄., ό.π., σ. 74.
[29] Οι σημαντικότεροι πρόκριτοι που πήραν μέρος στην πολιορκία του Λιδωρικίου ήταν οι Αναγνώστης Λιδωρίκης, Παπά Γεώργιος και Παπά Πολίτης . Κουτσονίκας, 1956, ό.π., σ. 54.
[30] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄, ό.π., σ. 88.
[31] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄., ό.π., σ. 89.
[32] Ι. Φιλήμονος, τ. Γ΄., ό.π., σ. 89, Κουτσονίκας, 1956, ό.π., σ. 54-55.







