Kι όσο περιδιαβαίναμε στην ξένη πόλη,
προχωρώντας ανάμεσα στις τόσες σκιές,
η καρδιά μου, μητέρα, δεν άντεχε,
δε μπορούσα να βλέπω αυτό το κατάντημα,
αυτό το κατρακύλισμα της νιότης...
Kι είπα, μητέρα, είπα, πως ξεστρατίσαμε έτσι;
γιατί δώσαμε όλη τη δύναμή μας στο άγνωστο;
γιατί ξεπουλήσαμε τα όμορφα της ζωής μας,
γιατί, μητέρα, παραδοθήκαμε τόσο εύκολα στη νύχτα.
Κι αυτά τα παιδιά, το ξετρελαμένα της νιότης...
κι αυτή η μικρή κοπελίτσα στην είσοδο της πόρτας
κι ο Tάσος κι η Nίτσα κι ο Mίμης,
τι ψάχνουν, μητέρα, δεν έχουν άλλα οράματα,
εκεί τελειώνουν τα όνειρά τους, τόσο γρήγορα;
Γλυκιά μου, μητέρα, πες μου τις απόψεις σου,
μια λέξη μόνο, εξήγησέ μου,
πες μου το γιατί των παθών τους,
σε τι έφταιξε κι έπεσε η νιότη στα ναρκωτικά,
τί λάθη έκανε, πως... γιατί, ποιοι φταίνε...
Δεν σ’ ακούω μητέρα, δεν μου μιλάς,
δε βλέπω καθάριο το βλέμμα σου, γιατί...
και ξέρω, μητέρα, το βλέπω, κλαις,
έτσι ακούω τη φωνή σου, έτσι μιλάς,
μέσα απ’ την απόγνωση και τη θλίψη,
πάντα στ’ απόμερα, αθόρυβα, σιωπηλά
και ξέρω την απάντησή σου, μητέρα,
όλοι την ξέρουμε, όλοι σκύβουμε το κεφάλι...

