ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ερμηνευτική προσέγγιση των απεργιών της περιόδου 1927-1930 - Γενικά Χαρακτηριστικά

0

Στις 23 Νοεμβρίου του 1928 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του πρωθυπουργού Βενιζέλου με τον Υπουργό Εσωτερικών Ζαβιτσιάνο με σκοπό την ταχύτερη προώθηση στη Βουλή ενός νομοσχεδίου «δια του οποίου χωρίς να θίγονται αι Φιλελεύθεραι αρχαί του συντάγματος» θα επιδιωκόταν η δίωξη του «κομμουνιστικού προσηλυτισμού»[1]. Λίγες μέρες μετά η κυβέρνηση ανακοινώνει την κατάρτιση νομοσχεδίου για ρύθμιση των σχέσεων εργατών-εργοδοτών, επιδιώκοντας υπόρρητα την παρέμβαση ανάμεσα στους καπνεργάτες και τους καπνεμπόρους, οι σχέσεις των οποίων είχαν δοκιμαστεί στην καπνεργατική απεργία του Ιουνίου.[2] Την ίδια ημέρα ο Ζαβιτσιάνος κάνει λόγο για «την  δίωξιν των πρακτόρων του κομμουνισμού […] ιδίως εν Μακεδονία». Ένα μήνα αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου θα κατατεθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»[3], που θα εξελιχθεί μετά από πολλές συζητήσεις στο νόμο 4229 και θα τεθεί σε εφαρμογή στις 25 Ιουλίου 1929[4]. Έχουν προηγηθεί η μεγάλη καπνεργατική απεργία του καλοκαιριού, καθώς και μικρότερες απεργίες, όπως, αυτές των τροχιοδρομικών και των αρτεργατών-αρτοποιών.

Όταν κάνουμε λόγο για απεργιακές κινητοποιήσεις την περίοδο 1927-1930 αναφερόμαστε, κυρίως, στις καπνεργατικές απεργίες περισσότερο, παρά σε απεργίες βιομηχανικών εργατών. Ο αριθμός των εργατών στον κλάδο της βιομηχανίας αφ’ ενός υπήρξε μικρός ως προς το σύνολο του ενεργού πληθυσμού, αφ’ ετέρου λόγω του τρόπου οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων υπήρξε κατατετμημένος σε μικρές βιομηχανικές-βιοτεχνικές μονάδες. Στην απογραφή των καταστημάτων των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων του 1930 καταγράφονται 157.295  εργάτες βιομηχανίας. Κάτω, όμως, από την ένδειξη «εργάτες» έχουν περιληφθεί όχι μόνο όσοι εργάζονταν με σύμβαση μισθωτής εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι σε μικρές βιοτεχνίες[5]. Σύμφωνα με την απογραφή το 95% των επιχειρήσεων απασχολούσε 1-5 άτομα, ενώ μόλις το 0,7% ήταν επιχειρήσεις που συγκέντρωναν πάνω από 25 άτομα[6]. Η μικρή συγκέντρωση των επιχειρήσεων που κυριαρχεί λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκδήλωση απεργιών, αφού ο μικρός αριθμός των εργατών που στελεχώνει τις επιχειρήσεις αυτές μπορεί εύκολα να χειραγωγηθεί από την εργοδοσία μέσα από μια προσωπική σχέση που αναπτύσσει μ’ αυτή.

Επιπλέον, όταν αναφερόμαστε σε εργάτες βιομηχανιών δεν εννοούμε πάντα μια ενιαία και ομοιόμορφη κατηγορία εργατών, ακόμη και σε κάθε βιομηχανικό κλάδο χωριστά. Διακρίνουμε κατηγορίες εργατών σε κάθε κλάδο ανάλογα με το είδος της εργασιακής σχέσης που αναπτύσσουν και που συνεπάγεται και αντίστοιχες μισθολογικές διαφοροποιήσεις. Διαφοροποιήσεις εργατών υπάρχουν και στους μη βιομηχανικούς εργάτες, όπως, για παράδειγμα στους καπνεργάτες. Οι διαφορετικές σχέσεις εργασίας και οι μισθολογικές ιεραρχήσεις μπορούν να επηρεάσουν το βαθμό αντίστασης των εργατών ενός βιομηχανικού κλάδου στην απεργία του κλάδου αυτού ή το βαθμό δυναμικότητας της απεργίας., καθώς και τη διάρκειά της. Ακόμα και η εκδήλωση ή μη μιας απεργίας σε μια επιχείρηση έχει να κάνει με το είδος των εργασιακών σχέσεων στην επιχείρηση αυτή, δηλαδή, με το ύψος του ημερομισθίου. Ο Πιζάνιας διακρίνει τρεις κατηγορίες του εργατικού πληθυσμού. Στην πρώτη θέση της εργατικής ιεραρχίας τοποθετούνται οι τεχνίτες, οι οποίοι έχουν μια σταθερή μισθωτή εργασιακή σχέση και αμείβονται με μηνιαίο μισθό. Ακολουθούν οι ανειδίκευτοι εργάτες και εργάτριες  που αμείβονται με ημερομίσθιο και, τέλος, υπάρχουν οι περιστασιακοί εργάτες, που ονομάζονται μεροκαματιάρηδες[7]. Η προβολή κάθε ομάδας του εργατικού πληθυσμού σε μια απεργία ενός συγκεκριμένου βιομηχανικού κλάδου, διαμορφώνει σε πολλές των περιπτώσεών μας, διαφορετικές συμπεριφορές (π.χ. στην διατύπωση αιτημάτων, στο βαθμό διεκδίκησής τους), ή ακόμα και αντίθετες πολιτικές γύρω από την απεργία.

Συνήθως, εκείνοι οι εργάτες που βρίσκονταν πιο ψηλά στη μισθολογική ιεραρχία, όπως οι τεχνίτες, και είχαν μια χρονικά σταθερή έμμισθη σχέση με τον βιομηχανικό κλάδο στον οποίο εργάζονταν, μπορούσαν με μεγαλύτερη ευκολία και δυναμικότητα να  αντιπαρατεθούν στην εργοδοσία μέσα από την δια της απεργίας διεκδίκηση κάποιων αιτημάτων. Στους καπνεργάτες, για παράδειγμα, η καλύτερα αμειβόμενη ειδικότητα, οι ντεκτσήδες, παρουσίαζαν την πιο ριζοσπαστική συνείδηση και επιδείκνυαν τη μεγαλύτερη μαχητικότητα στις απεργίες. Οι τεχνίτες, επειδή, ακριβώς, είχαν μια σταθερή εργασιακή σχέση που τους έκανε πιο ευάλωτους στη λειτουργία της αγοράς, και περισσότερες συλλογικές εμπειρίες, ασκούσαν τη μεγαλύτερη  επιρροή στους ανειδίκευτους εργάτες, κυρίως ως προς την κινητοποίηση των τελευταίων σε μια απεργία. Στους τεχνίτες ή γενικότερα σε εργάτες που ανήκαν στις υψηλότερες μισθολογικές κλίμακες εύρισκαν περισσότερο πρόσφορο έδαφος οι κομμουνιστικές ιδέες. Οι καπνεργάτες, οι σιδηροδρομικοί και οι τροχιοδρομικοί, για παράδειγμα, είχαν υψηλό βαθμό συνδικαλιστικής οργάνωσης και παρουσίαζαν το μεγαλύτερο αριθμό οργανωμένων εργατών σε εποχές απεργιακών αγώνων[8].  Συγκριτικά με άλλες κατηγορίες εργατών παρουσίαζαν το υψηλότερο ημερομίσθιο και απολάμβαναν προνόμια που οι άλλες κατηγορίες εργατών δεν είχαν[9].

Η στάση των κατώτερων εργατών στη μισθολογική ιεραρχία μπροστά στο ενδεχόμενο να στερηθούν τα ημερομίσθιά τους για την επίτευξη κάποιων αιτημάτων δεν ήταν ομοιόμορφη, αναλόγως και τον εργατικό κλάδο. Στις μικρές βιομηχανικές επιχειρήσεις, τεχνίτες και ανειδίκευτοι εργάτες δεν παρουσίασαν καμιά ιδιαίτερη απεργιακή κινητοποίηση στο υπό εξέταση χρονικό διάστημα. Δεν έχουμε, για παράδειγμα, εκδηλώσεις απεργιών στη βιομηχανία τροφίμων ή στον κλάδο της μηχανουργίας, εξαιτίας της χαμηλής συγκέντρωσης της παραγωγής και του υψηλού σχετικά ημερομισθίου. Το μέσο ανδρικό ημερομίσθιο στη βιομηχανία τροφίμων το 1928 και το 1930 ήταν 72,5 δραχμές. Στον κλάδο της μηχανουργίας το αντίστοιχο ημερομίσθιο ήταν 78 δραχμές.[10]. Και πάλι, όμως, τα συμπεράσματά μας δε μπορούν να έχουν καθολική ισχύ. Στις 14 Ιουλίου 1927, για παράδειγμα, εκδηλώθηκε απεργία σε εργοστάσιο βυρσοδεψίας στο Μοσχάτο, αλλά μάλλον πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση[11]. Δεν  έχουμε, δηλαδή, μια γενίκευση της απεργίας και σε άλλες μονάδες βυρσοδεψίας, παρά το γεγονός ότι το μέσο αντρικό ημερομίσθιο στον κλάδο αυτό ήταν 65,5 δραχμές το 1930, ένα σχετικά χαμηλό ημερομίσθιο[12]. Άρα, εκείνοι οι βιομηχανικοί κλάδοι που παρουσιάζουν μεγάλο καταμερισμό της παραγωγής σε μικρές επιχειρήσεις επιδεικνύουν μια ομοιόμορφη συμπεριφορά τεχνιτών και ανειδίκευτων εργατών, δηλαδή, δεν αναπτύσσουν συνδικαλιστική οργάνωση, ούτε προχωρούν σε απεργιακές κινητοποιήσεις.

Αντίθετα σε βιομηχανικούς κλάδους με μεγάλο ποσοστό συγκέντρωσης της παραγωγής σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες το πέρασμα σε μια απεργιακή κινητοποίηση υπήρξε πιο συχνό φαινόμενο, κυρίως γιατί η ανάπτυξη απρόσωπων σχέσεων μεταξύ εργατών και εργοδοσίας, επιτρέπουν τη δημιουργία διαφορετικών υποκειμένων. Στη βιομηχανική απογραφή του 1930 οι μεσαίες και μεγάλες βιομηχανικές μονάδες αποτελούσαν το 6,51% και το 1,28% αντίστοιχα του συνόλου των επιχειρήσεων[13].  Αναφερόμαστε σε βιομηχανικούς κλάδους, όπως, η χημική βιομηχανία, η βιομηχανία παραγωγής ενέργειας και η βιομηχανία καπνού. Όπως θα δούμε παρακάτω οι βιομηχανικοί αυτοί κλάδοι παρουσίαζαν το μεγαλύτερο ποσοστό εμφάνισης απεργιακών κινητοποιήσεων όσον αφορά τους βιομηχανικούς εργάτες. Οι κλάδοι αυτοί είχαν και τους μεγαλύτερους δείκτες εκμηχάνισης με εξαίρεση τη βιομηχανία καπνού, που είχε χαμηλότερα ποσοστά εκμηχανισμού. Η συμπεριφορά, όμως, των εργατικών ιεραρχιών στην απεργία δεν ήταν πάντα ομοιόμορφη, γεγονός που μας κάνει να διατυπώσουμε την εξής υπόθεση. Πίσω από το γενικό προσδιορισμό «συντηρητικοί εργάτες», με τον οποίο ο αστικός τύπος περιγράφει γενικά όσους  ήταν σοσιαλιστές, βρίσκονταν ανειδίκευτοι εργάτες που ανήκαν στις κατώτερες μισθολογικές κλίμακες και όχι μόνο όσοι εργάτες ήταν αντίθετοι ιδεολογικά προς τον κομμουνισμό. Άλλωστε, και όσοι περιγράφονταν ως «κομμουνιστές» δε σήμαινε ότι όλοι ήταν κομμουνιστές ή ότι όλοι ήταν τεχνίτες. Οι όροι «κομμουνιστές» και «συντηρητικοί» εργάτες ανταποκρίνονταν περισσότερο στην αναζήτηση ενόχων παρά στις πραγματικές διαστάσεις της απεργιακής κινητοποίησης.

Το χρονικό διάστημα 1927-1930 όλες οι απεργιακές κινητοποιήσεις παρουσίασαν μια απεργοσπαστική κίνηση με σκοπό το σταδιακό εκφυλισμό της απεργίας και την τελική καταστολή της. Στο μεγαλύτερο βαθμό τους οι απεργοσπαστικές κινήσεις υποκινούνταν από την εργοδοσία και το κράτος και λειτουργούσαν διασπαστικά, αποδυναμώνοντας τις εργατικές κινητοποιήσεις. Οι κινήσεις αυτές παρουσίαζαν μεγάλη συγκέντρωση εργατικού δυναμικού και προέρχονταν από τους εργοδότες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρχαν συμπλοκές ανάμεσα σε εργάτες απεργούς και σε εργάτες απεργοσπάστες ή σε άλλες περιπτώσεις, η προσπάθεια των απεργών να εμποδίσουν την εκδήλωση της απεργοσπαστικής κίνησης προκαλούσε την επέμβαση των δυνάμεων καταστολής του αστικού κράτους. Τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε απεργοσπαστικές κινήσεις εμφάνιζαν οι «συντηρητικοί» εργάτες, που ήταν ανειδίκευτοι εργάτες με χαμηλό ημερομίσθιο και δεν ήθελαν μια περαιτέρω μείωση των οικονομικών τους εισροών, ούτε να απολέσουν τη θέση εργασίας τους με τη συμμετοχή τους στην απεργία. Οι εργάτες αυτοί, είτε εξαρχής εκδήλωναν την αντίθεσή τους στην απεργία, όπως έγινε στην απεργία των εργοστασίων της Ελευσίνας το Μάρτιο του 1929[14], είτε, ενώ συμμετείχαν στον απεργιακό αγώνα από κάποιο χρονικό όριο και μετά συμπορεύονταν με την πολιτική της εργοδοσίας. Στην Ελευσίνα η απεργία κηρύχθηκε την Τρίτη 5 Μαρτίου 1929 και αμέσως περίπου 2200 εργάτες από 13 εργοστάσια της πόλης εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Μοναδική εξαίρεση τότε αποτέλεσαν 55 υπάλληλοι του «Κρόνου», οι οποίοι διαχώρισαν τη θέση τους, εκτός από δύο που ενώθηκαν με τους απεργούς.

Στην απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου, τον Φεβρουάριο του 1929, η οικονομική εξάντληση των ανειδίκευτων εργατών οδήγησε στον εκφυλισμό της απεργίας με απεργοσπαστικές τακτικές[15]. Η διάρκειας 47 ημερών απεργία των μεταλλωρύχων το 1929 (από 1.2.1929 έως 18.3.1929) σημαδεύτηκε από τη δολοφονία ενός απεργού και τη διακοπή των εργασιών της Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου το 1930.

Στους ανειδίκευτους εργάτες θα πρέπει να προστεθεί και ένας μεγάλος αριθμός εργατών που η σχέση τους με τη βιομηχανία ήταν περιστασιακή και περιοριζόταν στην επίτευξη κάποιων ημερομισθίων για τη συμπλήρωση των οικονομικών τους απολαβών. Οι ίδιοι αντιμετώπιζαν το πέρασμά τους από τη βιομηχανία ως μια προσωρινή επαγγελματική αποκατάσταση, μέσα στα πλαίσια της δυνατότητας που ανέπτυσσαν να εξασφαλίζουν εισοδήματα ετερογενών βιοποριστικών επαγγελμάτων[16]. Άρα η προσωρινότητα της ενασχόλησής τους ως βιομηχανικοί εργάτες και η συνειδητή επιλογή τους να εγκαταλείπουν τη βιομηχανία κατευθυνόμενοι σε μικροεπαγγέλματα του εμπορευματικού τομέα, επιδρούσε αρνητικά στην ανάπτυξη συλλογικών συμπεριφορών και αποδοχής της απεργίας ως μέσου πίεσης της εργοδοσίας. Αντίθετα, όσοι παραμένουν στη βιομηχανία μέχρι το τέλος της επαγγελματικής τους ζωής, ή στο μεγαλύτερο μέρος τη παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη συμμετοχή στις απεργίες[17]. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που οι περισσότερες απεργίες σε βιομηχανικούς κλάδους αφορούσαν βιομηχανίες με μεγαλύτερο συγκριτικά χρονικό διάστημα λειτουργίας[18]. Τέτοιοι βιομηχανικοί κλάδοι ήταν τα μεταλλεία και οι καπνοβιομηχανίες.

Η επαγγελματική κινητικότητα και ο μικροεπαγγελματισμός των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μπορούσε σε περιόδους απεργιών να τροφοδοτήσει τις απεργοσπαστικές κινήσεις με ένα εργατικό δυναμικό, που θα ήταν διατεθειμένο να εργαστεί για μικρό χρονικό διάστημα στη βιομηχανία. Η υποαπασχόληση ενός εργατικού δυναμικού εξαιτίας και της εποχικής λειτουργίας κάποιων βιομηχανιών έθετε στην υπηρεσία των εργοδοτών ένα πρόθυμο απεργοσπαστικό δυναμικό[19]. Η εποχική ανεργία που ταυτίζεται με την εποχική απασχόληση, αλλά και η ανεργία, με την έννοια της δυσεύρετης εργασίας, αποδεικνύονταν στην περίπτωσή μας οι πιο λειτουργικοί επικουρικοί μηχανισμοί δίπλα στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας. Γι’ αυτό το συσσωρευμένο εν δυνάμει εργατικό δυναμικό, που ενισχύθηκε και με την έλευση των προσφύγων, η απεργία ενός βιομηχανικού κλάδου αποτελούσε μιά ευκαιρία για εποχική απασχόληση. Αναφέρουμε, για παράδειγμα, ότι η απεργοσπαστική κίνηση κατά  τη διάρκεια των καπνεργατικών κινητοποιήσεων του Ιουνίου του 1928, τροφοδοτήθηκε στο μεγαλύτερο βαθμό της από ανέργους ανειδίκευτους  καπνεργάτες[20]. Και μόνο στο ενδεχόμενο της απώλειας της εργασίας τους πολλοί ανειδίκευτοι καπνεργάτες προτίμησαν το συμβιβασμό με την εργοδοσία. Η αντιμετώπιση των απεργοσπαστών αναδεικνυόταν έτσι σε μείζον ζήτημα για τους καπνεργάτες απεργούς[21].

Η αντιμετώπιση των απεργιών από το αστικό κράτος όπως παρουσιάζεται στον μελετητή μέσα από την ανάγνωση του αστικού τύπου, μας δείχνει ότι η βίαιη καταστολή και «η διά του κομμουνισμού ερμηνεία παντός εργατικού αιτήματος»[22] δεν αποτελούσε πάντοτε την πολιτική πρακτική του αστικού καθεστώτος. Κάθε απεργία, ανάλογα με το μέγεθος και τη δυναμική της είχε να αντιμετωπίσει και μια ανάλογη διακύμανση της αυταρχικότητας του κράτους. Για παράδειγμα, αλλιώς αντιμετωπίζεται η καπνεργατική απεργία του 1928 και διαφορετικά η απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1929.[23] Σε πολλές περιπτώσεις και τα ίδια τα εργατικά αιτήματα τύγχαναν διαφορετικής αντιμετώπισης από το κράτος, αναλόγως αν ήταν αιτήματα «κομμουνιστών» ή «συντηρητικών» εργατών. Πέρα, όμως, από αυτές τις ιδιομορφίες και τις μεταπτώσεις της κρατικής πολιτικής, ακόμη και της εργοδοτικής τάξης, τον ορισμό της κρατικής πολιτικής αποτελούσε η προσπάθεια αφαίρεσης του δικαιώματος της εργατικής τάξης στην απεργία. Αν και αρχικά υποστηριζόταν ότι «αφέθη εις τους εργάτας πλήρης ελευθερία όπως διεκδικούν τα δικαιώματά των και υπερασπίζουν τα συμφέροντά των εν πάσει ανέσει», στη συνέχεια η απεργία έγινε «όπλον επιθετικόν στρεφόμενον εναντίον πάντων»[24], αποχτώντας χαρακτήρα «κομμουνιστικό», γι’ αυτό και το κράτος έπρεπε να παρέμβει κατασταλτικά. Όσο πιο δυναμική ήταν η απεργιακή κινητοποίηση και πιο απειλητική για τα συμφέροντα των εργοδοτών, τόσο πιο φανερή γινόταν η προσπάθεια του αστικού καθεστώτος να ταυτίσει το διεκδικητικό αγώνα των εργατών με την αποκαλούμενη «κομμουνιστική απειλή»[25]. Το κράτος λοιπόν, επιδιώκει την κατασταλτική παρέμβαση στις απεργίες την ίδια στιγμή που αναζητά τη συνδιαλλαγή μεταξύ εργατών και εργοδοτών σε ένα άλλο, όμως, επίπεδο, που θα αφοπλίζει ουσιαστικά τους εργάτες και θα ενισχύει το εργοδοτικό κεφάλαιο. Αυτό το σκοπό εξυπηρετούσαν η προώθηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας  και του νομοσχεδίου περί διαιτησίας.

Έτσι παράλληλα με την εμφάνιση φιλεργατικών νομοσχεδίων, που καταρτίζονται, αμέσως, μετά από μια απεργία, το αστικό κράτος κλιμακώνει την επίθεσή του στις συνδικαλιστικές ελευθερίες των εργατών με αποκορύφωμα την ψήφιση του «ιδιώνυμου» το 1929. Το ίδιο το «ιδιώνυμο» πρόβλεπε ότι «με τας αυτάς ποινάς (με αυτές των πολιτικών αδικημάτων) τιμωρείται και όστις επωφελούμενος απεργίας ή λοκ άουτ, προκαλεί ταραχάς ή συγκρούσεις»[26], παρέχοντας στο αστικό κράτος το νομιμοποιητικό πλαίσιο της παρέμβασής του για αποτροπή των απεργιακών αγώνων ή καταστολή τους. Σε προκήρυξη της γενικής συνομοσπονδίας εργατών με αφορμή την απεργία εργατών αεριόφωτος και των τροχιοδρομικών την 1 Δεκεμβρίου 1929, αρκετούς μήνες μετά την ψήφιση του «ιδιώνυμου», αναφερόταν ότι «καμία  από τας στοιχειωδεστέρας απαιτήσεις των εργατών δεν εγένετο αποδεκτή ενώ παράλληλα, όλα τα απεργιακά κινήματα απέτυχαν. Καπνεργάται, ναυτικοί, μεταλλωρύχοι, φορτοεκφορτωταί, υπάλληλοι, σιδηροδρομικοί, εργάται χημικών προϊόντων και λιπασμάτων, εργάται των εργοστασίων, τροχιοδρομικοί και ηλεκτροτεχνίται και όλα τα τμήματα της εργατικής τάξεως, έκαστον εις τους χωριστούς και μεμονωμένους αγώνας ηττήθησαν ή συνεντρίβησαν»[27]. Η μελέτη των απεργιών της υπό εξέταση περιόδου αποτελεί ένα άλλο «χρονικό ενός προαναγγελθέντου θανάτου», αυτού της καταστολής των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργατών και της «εντός του συνόλου», δηλαδή, εντός του αστικού καθεστώτος ένταξης των εργατών.

Την περίοδο ανάμεσα στο 1927 και το Μάρτιο του 1930 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 20 απεργιακές κινητοποιήσεις. Το έτος 1927 εμφανίζονται στον αστικό τύπο της εποχής τέσσερις απεργίες, το 1928 οχτώ, το 1929 έξι και το 1930, μέχρι και το Μάρτιο, δύο[28]. Η πιο σημαντική χρονιά για τις απεργιακές κινητοποιήσεις υπήρξε το έτος 1928, όχι εξαιτίας του συνολικού αριθμού των απεργιών που έλαβαν χώρα το έτος αυτό, όσο επειδή εκείνη τη χρονιά διεξήχθησαν οι απεργίες των καπνεργατών, ύστερα μάλιστα και από μια περίοδο σημαντικής απεργιακής ύφεσης τεσσάρων ετών. Η δυναμικότητα της καπνεργατικής απεργίας του έτους 1928, το υψηλό ποσοστό συμμετοχής της καπνεργατικής τάξης στην απεργία αυτή, αλλά και η δυναμική κατασταλτική παρέμβαση του αστικού κράτους, αιτιολογούν το σημαντικό χαρακτήρα της καπνεργατικής κινητοποίησης. Άλλωστε με αφορμή την καπνεργατική απεργία του 1928 το αστικό κράτος διαμορφώνει καινούριους κατασταλτικούς μηχανισμούς, παράλληλα με μια «φιλεργατική πολιτική», που λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα για την εκτόνωση της εργατικής δυσαρέσκειας.


[1] Ελεύθερον Βήμα, 23 Νοεμβρίου 1928.

[2] Ελεύθερον Βήμα, 26 Νοεμβρίου 1928.

[3] Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση (1922-1974). Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, 1983, σ.352, Ελεύθερον Βήμα, 26 Νοεμβρίου 1928.

[4]Αλιβιζάτος, ό.π., 1983. σ.358.

[5] Μιχάλης Ρηγίνος, Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Ελλάδα. 1909-1936. Βιομηχανία-Βιοτεχνία, Ι.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., 1987, σ. 131 και Πέτρος Πιζάνιας, Οι φτωχοί των πόλεων. Η τεχνογνωσία της επιβίωσης στην Ελλάδα το μεσοπόλεμο, 1993, σ. 25.

[6] Ρηγίνος, 1987, ό.π. σ. 116, πίνακας 13. Αντώνης Λιάκος, Εργασία και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών. Ι.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., Αθήνα 1993, σ. 73, πίνακας 3.

[7] Πιζάνιας, 1993, ό.π., σ. 64-67.

[8] Λιάκος, 1993, ό.π., σ. 101.

[9] Ελεύθερον Βήμα, 3 Δεκεμβρίου 1925, Λιάκος, 1993, ό.π., σ. 147-150. Οι σιδηροδρομικοί, οι τροχιοδρομικοί, οι εργάτες φωταερίου και εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρισμού παρουσίαζαν ανεπτυγμένο συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτό τους επέτρεπε να διεκδικούν αιτήματα και να τα επιτυγχάνουν, τη στιγμή που άλλες κατηγορίες εργατών δεν είχαν τη δυνατότητα. «Το οκτάωρο, τα ταμεία ασφάλισης υγείας και συντάξεων, οι πληρωμένες θερινές διακοπές, το επιμίσθιο δώρο των Χριστουγέννων και του Πάσχα, οι οικογενειακές παροχές καθώς και η τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών εφαρμόστηκαν πρώτα σ’ αυτούς και αργότερα διαδόθηκαν, ως ήδη πραγματοποιημένα αιτήματα, στους άλλους εργατικούς κλάδους». Λιάκος, ό.π., σ. 150.

[10] Ρηγίνος, 1987, ό.π., σ.38, πίνακας 1.

[11] Η Καθημερινή, 15 Ιουλίου 1927.

[12] Ρηγίνος, 1987, ό.π., σ. 47, πίνακας 3.

[13]Ρηγίνος, 1987, ό.π., σ. 117. Λιάκος, 1993, ό.π., σ. 71, 73 πίνακας 3.

[14] Ελεύθερον Βήμα, 6 Μαρτίου 1929.

[15] Ελεύθερον Βήμα, 13 Μαρτίου 1929.

[16] Πιζάνιας, 1993, ό.π., σ. 65-67.

[17] Πιζάνιας, 1993, ό.π., σ. 35.

[18] Πιζάνιας, 1993, ό.π., σ. 55-58.

[19] Λιάκος, 1993, ό.π., σ. 403-405.

[20] Ρηγίνος, 1987, ό.π., σ. 174. Η ανεργία των καπνεργατών ήταν ιδιαίτερα οξυμένη εξαιτίας της καπνικής κρίσης και στο διάστημα της έντονης καπνεργατικής εργασίας.

[21] Αλέξανδρος Δάγκας, Ο χαφιές. Το κράτος κατά του κομμουνισμού. Συλλογή πληροφοριών από τις υπηρεσίες Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, 1927, Αθήνα 1995, σ. 94-95.

[22] Ελεύθερον Βήμα, 19 Ιουνίου 1928.

[23] Την 1η Φλεβάρη του 1929, ξεκινάει η απεργία των μεταλλωρύχων της Γαλλικής Εταιρείας του Λαυρίου, με αίτημα αρχικά την αύξηση μισθών, που θα διαρκέσει τελικά 47 μέρες και θα αναδειχθεί σε μια από τις πιο μαχητικές απεργίες εκείνης της περιόδου. Στις 6 Φλεβάρη 1929 η  αστυνομία ανοίγει πυρ κατά των απεργών μεταλλωρύχων του Λαυρίου, που βρίσκονται στην 7η μέρα των κινητοποιήσεών τους, σκοτώνοντας τον εργάτη Γιώργο Συρίγο και τραυματίζοντας άλλους 33. Η απεργία θα διαρκέσει 47 ολόκληρες μέρες και θα λήξει με νίκη των απεργών, που πέτυχαν την ικανοποίηση όλων των αιτημάτων τους: Επαναπρόσληψη όλων των απολυθέντων, αναγνώριση του σωματείου τους, ίδρυση ταμείου συντάξεων και αύξηση ημερομισθίων κατά 10%.

[24] Η Καθημερινή, 22 Ιουνίου 1928.

[25] Με αφορμή, για παράδειγμα, την απεργία των εργοστασίων λιπασμάτων της Δραπετσώνας (10 Ιουλίου – 16 Ιουλίου 1929) αναφέρεται ότι «υπό τοιαύτας περιστάσεις (σ.σ. αναφέρεται σε αιματηρά επεισόδια που η αστυνομία και οι δικαστικές αρχές καταλογίζουν στους κομμουνιστές) οφείλομεν να σκεφθώμεν σοβαρότερα περί της προστασίας των ελληνικών εστιών της βιομηχανίας εναντίον της αρχομένης και συστηματοποιημένης κομμουνιστικής επιθέσεως», Ελεύθερον Βήμα, 12 Ιουλίου 1929.

[26] Χρήστος Χατζηιωσήφ, Η Γηραιά Σελήνη. Η βιομηχανία στην Ελλάδα. 1830-1940, Θεμέλιο, 1993, σ. 298-299.

[27] Ελεύθερον Βήμα, 7 Δεκεμβρίου 1929.

[28] Οι υπολογισμοί είναι δικοί μου μέσα από την ανάγνωση του αστικού τύπου της περιόδου και συγκεκριμένα των εφημερίδων «Ελεύθερον Βήμα» και «Καθημερινή». Στις απεργίες υπολογίζονται και οι απεργιακές κινητοποιήσεις των ιδιοκτητών και των επαγγελματιών για το ζήτημα του ενοικιοστασίου κυρίως .

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ερμηνευτική προσέγγιση των απεργιών της περιόδου 1927-1930 - Γενικά Χαρακτηριστικά

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ