«Καλὴ στραθιά σου ξένε μου. Μ’ ἄ μπᾶς ὁθὲ ντὴ γΚρήτη
νὰ ἰδῇς τσὶ χάρες τοῦ νησιοῦ καὶ τσὶ λεβεντωσύνες
καὶ τσ’ ὀμορφάδες τσ’ ἐξοχῆς καὶ τσ’ ἀρχοντιὲς τσῆ χώρας,
τὰ δυό σου μάθια δὲ δικοῦν, τὰ δυό σου ἀφιὰ δὲ φτάνουν!
Νὰ πάρης πόδια τοῦ λαγοῦ καὶ τ’ ἀετοῦ φτεροῦγες
Καὶ τ’ ἀγριμιοῦ πορπατηξιά, τοῦ γερακιοῦ τ’ ἀμάτι,
νὰ φτερουγίζης στὰ βουνὰ καὶ νὰ γλακᾶς στσὶ κάμπους
καὶ στὰ περήφανα χωριὰ τραγούδια νὰ ταιριάζης […].
—Μανώλης Μ. Κουτσουράκης «Η παραγγελιά», στίχ. 1-8
Η περιηγητική γραμματεία του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα αποτελεί μια από τις πολυτιμότερες πηγές για την κατανόηση της Κρήτης υπό βενετική κυριαρχία. Ανάμεσα στους Ευρωπαίους ταξιδιώτες που πάτησαν το πόδι τους στο νησί, ξεχωρίζει η πληθωρική και συχνά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Σκωτσέζου William Lithgow (περ. 1582 – περ. 1645). Ο Lithgow δεν ήταν ένας συνηθισμένος περιηγητής της αριστοκρατίας· ήταν ένας άνθρωπος των άκρων, προικισμένος με απίστευτη σωματική αντοχή και ένα πνεύμα ανήσυχο, το οποίο τον οδήγησε να διανύσει πεζός, σύμφωνα με τον ίδιο, πάνω από 36.000 μίλια σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, ταξιδεύοντας για δεκαεννέα χρόνια!
Γεννημένος στο Lanark της Σκωτίας, ο Lithgow αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του μετά από ένα βίαιο περιστατικό που του κόστισε τα αυτιά του (τα οποία, κατά την οικογενειακή του παράδοση, του έκοψαν τα αδέλφια μιας κοπέλας με την οποία είχε συνάψει σχέση). Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της πολύχρονης οδύσσειάς του. Στα ταξίδια του επέδειξε θρησκευτικό φανατισμό, επιβίωσε από ναυάγια, ληστείες και, κυρίως, από τα φρικτά βασανιστήρια της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης στη Μάλαγα το 1620, όπου κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος. Η ακλόνητη προσήλωσή του στον Προτεσταντισμό και η περιφρόνησή του για τον Καθολικισμό διαποτίζουν το σύνολο του έργου του, προσφέροντας στον αναγνώστη μια υποκειμενική αλλά εξαιρετικά ζωντανή αφήγηση. Το μνημειώδες έργο του εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1614, αλλά η πλήρης μορφή του (1632), με τον τίτλο: “The Totall Discourse of the Rare Adventures & Painefull Peregrinations”, στην οποία βασίζεται η έκδοση του 1682 που μελετάμε, προσφέρει μια λεπτομερή καταγραφή της παραμονής του στην Κρήτη το 1610.
Ο Lithgow διέσχισε το νησί από άκρη σε άκρη, περπατώντας πάνω από 400 μίλια σε διάστημα 58 ημερών. Από τη Γραμβούσα και τα Χανιά μέχρι το Ρέθυμνο και τον Χάνδακα, και από τις απόκρημνες πλαγιές του Ψηλορείτη μέχρι τις εύφορες πεδιάδες, ο Σκωτσέζος καταγράφει τα πάντα: την αγροτική παραγωγή, την πολεμική αρετή των οπλισμένων Κρητικών, τις αρχαιότητες αλλά και τις προσωπικές του περιπέτειες. Ολόκληρο το κείμενο του περιηγητικού του έργου, στην έκδοση του 1682, έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα:
https://archive.org/details/bim_early-english-books-1641-1700_lithgows-nineteen-years_lithgow-william_1682
Από την έκδοση αυτή έχω μεταφράσει τις σελίδες 75 – 90, που αναφέρονται στην Κρήτη, και παραθέτω παρακάτω το μεταφρασμένο κείμενο:
3ο Μέρος
Τώρα η Κρήτη έρχεται, η Βασίλισσα της Μεσογείου,
στη θέα που αναζήτησα, όπου η χρυσή Ίδη φαίνεται·
χαραγμένη με τον Λαβύρινθο του παλαιού Μινώταυρου.
Από εκεί ιχνηλάτησα όλες τις Κυκλάδες, πενήντα τέσσερις.
Μαζί με την Εύβοια [στο πρωτότυπο: Nigropont] και τη Θεσσαλία ορμητικά,
τη Μακεδονία, τον Παρνασσό, την Αχαϊκή πεδιάδα,
την Τένεδο και την Τροία, τη μακρά Φρυγία σταθερά,
τη Σηστό, την Άβυδο, την πολύπαθη Αδριανούπολη,
την Κολχίδα, τις πεσμένες Θήβες, τον Ελλήσποντο, και περισσότερα·
την Κωνσταντινούπολη, την καλύτερη κυρίαρχη δόξα της γης,
τον Εύξεινο Πόντο και τη στήλη του Πομπήιου πλησίασα.
Στο Πέραν [στο πρωτότυπο: Peru] λοιπόν, θα κάνω τη χειμερινή μου ξεκούραση.
Η νήσος Κάντια [στο πρωτότυπο: Candy], παλαιότερα καλούμενη Κρήτη, έχει στα βόρεια το Αιγαίο πέλαγος, στα δυτικά το Ιόνιο πέλαγος· στα νότια το Λιβυκό πέλαγος, και στα ανατολικά το Καρπάθιο πέλαγος. Κείται στο μέσον μεταξύ της Αχαΐας [ολόκληρη η Πελοπόννησος για τους τότε Ευρωπαίους περιηγητές] στην Ελλάδα και την Κυρήνη στην Αφρική, μη απέχοντας από τη μία, ούτε από την άλλη, πάνω από δύο ημέρες πλεύσης. Είναι ένα εξοχότατο και αρχαίο βασίλειο. Από τους σύγχρονους συγγραφείς αποκαλείται βασίλισσα των νήσων της Μεσογείου.
Η αρχαιότητα της Κρήτης
Είχε κατά την αρχαιότητα εκατό πόλεις, εξ ου και έφερε το όνομα Εκατόμπολις, αλλά τώρα μόνο τέσσερις, την Κάντια (τον Χάνδακα – το σημερινό Ηράκλειο) [1], τα Χανιά, το Ρέθυμνος [στο πρωτότυπο: Rethimos] [2] και τη Σητεία [στο πρωτότυπο παραφρασμένη σε Scythia]· οι υπόλοιπες δεν είναι παρά χωριά και κωμοπόλεις. Έχει μήκος, συγκεκριμένα, από το Ακρωτήριο Σπάθα [στο πρωτότυπο: Capo Ermico] στα δυτικά, αποκαλούμενο από τον Πλίνιο “Frons arietis”, έως το Κάβο Σίδερο [στο πρωτότυπο: Capo Salamone] στα ανατολικά, 240 μίλια, πλάτος 60, και περιφέρεια 650 μίλια [3].
Αυτή είναι η κυριότερη κτήση που ανήκει στη Δημοκρατία της Βενετίας. Σε καθεμία από αυτές τις τέσσερις πόλεις υπάρχει ένας κυβερνήτης [ήταν ο δούκας της Κρήτης στον Χάνδακα και ο ρέκτορας σε κάθε μια από τις υπόλοιπες τρεις πόλεις] και δύο σύμβουλοι, που στέλνονται από τη Βενετία κάθε δύο χρόνια. Η χώρα είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη, υπό τη δικαιοδοσία των τεσσάρων πόλεων, για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, και έχουν έναν γενικό [προβλεπτή/προνοητή], ο οποίος συνήθως παραμένει στην πόλη της Κάντια (σαν αντιβασιλέας), ο οποίος παύει ή διορίζει δικαστικούς, καπετάνιους, στρατιώτες, αξιωματικούς και οποιουσδήποτε άλλους, εξ ονόματος του Αγίου Μάρκου ή του Δούκα [Δόγη] της Βενετίας. Οι Βενετοί διατηρούν συνεχώς μια ισχυρή φρουρά, χωρισμένη σε λόχους, μοίρες και φρουρές, στις πόλεις και τα οχυρά του νησιού, οι οποίοι φτάνουν τον αριθμό των 12.000 στρατιωτών, που κρατούνται όχι μόνο για τις επιδρομές των Τούρκων, αλλά και από φόβο για τους Κρητικούς ή κατοίκους, οι οποίοι θα προτιμούσαν (αν μπορούσαν) να αποδώσουν την κυριαρχία στους Τούρκους, παρά να ζουν υπό τη βενετική διοίκηση, πιστεύοντας έτσι ότι θα έχουν περισσότερη ελευθερία και λιγότερους φόρους υπό τον άπιστο, παρά τώρα που βρίσκονται υπό τον χριστιανό.
Αυτό το νησί παράγει τα καλύτερα κρασιά μαλβαζία, μοσχάτο και λιάτικο, που υπάρχουν σε ολόκληρο το σύμπαν. Αποδίδει πορτοκάλια, λεμόνια, πεπόνια, κίτρα, ρόδια, μήλα του Αδάμ [ποικιλία κίτρου], σταφίδες, ελιές, χουρμάδες, μέλι, ζάχαρη, σταφύλι τριών σοδειών [στο πρωτότυπο: Vua di tre volte], και όλα τα άλλα είδη φρούτων σε αφθονία. Όμως το μεγαλύτερο μέρος των σιτηρών εισάγεται ετησίως από το Αρχιπέλαγος [Αιγαίο] και την Ελλάδα.
Τα ποτάμια της Κρήτης
Τα κυριότερα ποτάμια είναι ο Καταράτσο [στο πρωτότυπο: Cataracho], ο Μυλοπόταμος και ο Εσκασίνο [στο πρωτότυπο: Escasino], όντας όλα τους ρηχά και ακατάλληλα για ναυσιπλοΐα, λόγω της σύντομης διαδρομής τους και των βραχωδών περασμάτων τους [4]. Και οι κυριότερες πόλεις της αρχαιότητας ήταν η Κνωσός [στο πρωτότυπο: Gnassus], όπου ο Μίνως διατηρούσε την αυλή του, 2. η Γόρτυνα, 3. Η Άπτερα [στο πρωτότυπο: Aphra] και η Κυδωνία. Αυτή η χώρα υποτάχθηκε στους Ρωμαίους από τον Μάρκελλο. Αργότερα δόθηκε από τον Βαλδουίνο, κόμη της Φλάνδρας και πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, ο οποίος την πούλησε, το έτος 1194 [αυτό έγινε το 1204], στους Beνετούς.
Έως εδώ τα γενικά για το νησί· και τώρα, δεδομένου ότι ταξίδεψα δύο φορές σε ολόκληρη την επικράτεια του Βασιλείου, κάτι που δεν επιτεύχθηκε ποτέ πριν από κανέναν περιηγητή της Χριστιανοσύνης, θα εξιστορήσω όσο πιο σύντομα μπορώ μερικές από τις κακοπάθειες που υπέφερα σε αυτή τη γη, μαζί με τη φύση και την ποιότητα των ανθρώπων.
Η παλιά και φημισμένη πόλη του Λάναρκ
Η προαναφερθείσα Γραμβούσα είναι το κυριότερο οχυρό της Κρήτης, όντας από μόνο του ανίκητο, και δεν μοιάζει καθόλου με το κάστρο του Ντάνμπερταν, που στέκεται στις εκβολές του ποταμού Κλάιντ· πάνω στον οποίο είναι κτισμένη η αρχαία πόλη του Λάναρκ [στο πρωτότυπο: Lanerke). Επειδή αυτό το φρούριο περιβάλλεται από έναν βράχο ψηλότερο από τα τείχη, και εφάπτεται στο Κάβο Σπάθα. Έχοντας μάθει για τον «ληστρικό» δρόμο που έπρεπε να πάρω για τα Χανιά, συμβουλεύτηκα να ανταλλάξω τα χρήματά μου, πράγμα που ο καπετάνιος εκείνης της δύναμης έπραξε με μεγάλη ευγένεια· και θα ήθελε επίσης να με αποτρέψει από τον σκοπό μου, αλλά εγώ με καμία πειθώ του δεν θα έμενα. Αναχωρώντας από εκεί ολομόναχος, μόλις που είχα προχωρήσει 12 μίλια στο δρόμο μου, όταν δέχθηκα επίθεση στις παρυφές ενός βραχώδους βουνού από τρεις Έλληνες δολοφόνους εξωμότες [στο πρωτότυπο: Renegadoes] και έναν Ιταλό ληστή· οι οποίοι βάζοντας χέρια πάνω μου, με χτύπησαν με τον πιο σκληρό τρόπο, με λήστεψαν από όλα μου τα ρούχα και με γύμνωσαν, ενώ με απειλούσαν με πολλά φοβερά λόγια.
Επί τέλους, ο Ιταλός, αντιλαμβανόμενος ότι ήμουν ξένος και δεν μπορούσα να μιλήσω την Κρητική γλώσσα, άρχισε να με ρωτά στη δική του γλώσσα, πού ήταν τα χρήματά μου. Του απάντησα με νηφαλιότητα ότι δεν είχα τίποτα περισσότερο από όσα έβλεπε, τα οποία ήταν ογδόντα μπαγκατίνι (στο πρωτότυπο: bagantines), οι οποίες μόλις που ισοδυναμούσαν με δύο αγγλικά γκρότ [5]. Αλλά εκείνος, μη δίνοντας πίστη σε αυτά τα λόγια, έψαξε όλα μου τα ρούχα και το δισάκι μου, όμως δεν βρήκε τίποτα εκτός από τα λινά μου και τις συστατικές επιστολές που είχα από διάφορους ηγεμόνες της Χριστιανοσύνης, ιδιαίτερα από τον δούκα [δόγη] της Βενετίας, του οποίου υπήκοοι ήταν οι ίδιοι, αν ήταν νομότυποι υπήκοοι.
Μια ευτυχής απελευθέρωση
Όταν τα είδε αυτά, συγκινήθηκε από ευσπλαχνία και παρακάλεσε θερμά τους άλλους τρεις ληστές να μου δείξουν έλεος και να σώσουν τη ζωή μου. Αφού τελείωσε μια μακρά διαβούλευση, μου επέστρεψαν πίσω τα ρούχα του προσκυνητή μου και τις επιστολές, αλλά το μπλε μου ένδυμα και τα μπαγκατίνι τα κράτησαν. Τέτοια ήταν επίσης η «ληστρική» τους φιλοφρόνηση απέναντί μου, που για την καλύτερη ασφάλειά μου στο δρόμο, μου έδωσαν ένα σφραγισμένο κομμάτι πηλού, ως διακριτικό για να το δείξω σε οποιονδήποτε από τους συντρόφους τους αν συναντούσα· διότι ήταν περίπου είκοσι καθάρματα μιας οργανωμένης συμμορίας, που ενέδρευαν σε αυτό το ερημικό πέρασμα [6].
Αφήνοντάς τους με πολλές ψεύτικες ευχαριστίες, ταξίδεψα εκείνη την ημέρα 37 μίλια, και τη νύχτα έφτασα στο δυστυχισμένο χωριό Πίκχορνο [στο πρωτότυπο: Pickehorno], όπου δεν μπορούσα να έχω ούτε φαγητό, ούτε ποτό, ούτε κατάλυμα, ούτε καμία ανακούφιση για το κουρασμένο σώμα μου.
Σκληροί Κρητικοί
Αυτοί οι απελπισμένοι Κρητικοί [στο πρωτότυπο: Candiots] μαζεύτηκαν γύρω μου, κοιτάζοντάς με (σαν αποσβολωμένοι) που με έβλεπαν να στερούμαι και συντροφιάς και της γλώσσας τους, και από το σκληρό τους βλέμμα φαίνονταν να είναι λαός βάρβαρος και απολίτιστος. Επειδή όλοι αυτοί οι ορεσίβιοι της Κρήτης είναι τυραννικοί, αιμοδιψείς και δόλιοι [7], η σκέψη των οποίων και η εμφάνιση του θανάτου μου, που μου υποδείχθηκε κρυφά από μια εύσπλαχνη γυναίκα, με έκαναν να αποφύγω την κακία τους ξεγλιστρώντας από κοντά τους μέσα στη βαθιά νύχτα και ιδιωτικά πάλεψα για ένα ασφαλές μέρος ανάπαυσης σε μια σκιερή σπηλιά δίπλα στην ακροθαλασσιά, όπου ήμουν ξαπλωμένος μέχρι το πρωί με φοβισμένη καρδιά, εξαντλημένο σώμα, διψασμένο στομάχι και πεινασμένη κοιλιά.
Ανίκητα Χανιά
Με την εμφάνιση της επόμενης αυγής, και όταν ο ουρανός παραμέρισε το προσωπείο της νύχτας, τα αστέρια καλύφθηκαν και η γη αποκαλύφθηκε από τον ήλιο, ακολούθησα τον άγνωστο δρόμο μου και περίπου το μεσημέρι έφτασα στα Χανιά. Τα Χανιά είναι η δεύτερη πόλη της Κρήτης, αποκαλούμενη αρχαία Κυδωνία, ούσα εξαιρετικά πολυπληθής, καλά τειχισμένη και οχυρωμένη με προμαχώνες. Διαθέτει ένα μεγάλο κάστρο, που περιλαμβάνει ενενήντα επτά παλάτια, στα οποία κατοικούν ο ρέκτορας και άλλοι Βενετοί ευγενείς. Εκεί βρίσκονται συνεχώς επτά λόχοι στρατιωτών που φυλούν σκοπιά στα τείχη, φρουρούν τις πύλες και τις αγορές της πόλης. Ούτε σε αυτή την πόλη ούτε στην Κάντια επιτρέπεται σε κανέναν χωρικό της υπαίθρου να εισέλθει με όπλα (ειδικά με αρκεβούζια), λόγω του φόβου που υπάρχει για προδοσία [8].
Πραγματικά, αυτή η πόλη μπορεί να εξισωθεί σε δύναμη είτε με τη Ζάνταρ στη Δαλματία, είτε με τη Λούκκα, είτε με το Λιβόρνο, αμφότερα στην Τοσκάνη, είτε με την απαράμιλλη Πάλμα στο Φριούλι. Επειδή αυτές οι πέντε πόλεις είναι τόσο ισχυρές, που σε όλα μου τα ταξίδια δεν είδα ποτέ όμοιές τους. Είναι όλες καλά εφοδιασμένες με αφθονία πυροβολικού και όλα τα απαραίτητα για την άμυνά τους, ειδικά η Λούκκα, η οποία διατηρεί συνεχώς απόθεμα προμηθειών και τροφίμων για πολιορκία δώδεκα ετών.
Κατά την πρώτη διαμονή μου στα Χανιά, που διήρκεσε δεκαπέντε ημέρες, έφτασαν έξι γαλέρες από τη Βενετία, σε μία από τις οποίες επέβαινε ένας νεαρός Γάλλος ευγενής, προτεστάντης, γεννημένος κοντά στο Μονπελιέ του Λανγκντόκ· ο οποίος, όντας τυχαία μαζί με άλλους τέσσερις συμπατριώτες του στη Βενετία, ένας εξ αυτών σκότωσε έναν νεαρό Βενετό ευγενή, με αφορμή τη φιλονικία για μια εταίρα. Καταφεύγοντας στην οικία του Γάλλου πρεσβευτή, οι υπόλοιποι διέφυγαν, και μόνο αυτός συνελήφθη λόγω πτώσης κατά τη φυγή του, και αργότερα καταδικάστηκε από τους συγκλητικούς στις γαλέρες για όλη του τη ζωή. Τώρα, καθώς οι γαλέρες παρέμειναν εδώ έξι ημέρες, έλαβε άδεια από τον καπετάνιο να βγαίνει στη στεριά με έναν φύλακα, όποτε ήθελε, φέροντας έναν σιδερένιο κρίκο στο πόδι του. Κατά το διάστημα αυτό, αφού γνωριστήκαμε, παραπονέθηκε πικρά για τη σκληρή του μοίρα, και πώς επειδή ήταν προτεστάντης (πέρα από τη σκλαβιά του), υπέστη σοβαρές κακοποιήσεις στη γαλέρα· προφέροντας αυτά τα λόγια με δάκρυα: «Κύριε ελέησόν με, και χάρισέ μου υπομονή, επειδή ούτε φίλοι, ούτε χρήματα μπορούν να με λυτρώσουν.»
Μια θρησκευτική παρηγοριά
Στη φράση αυτή ένιωσα ταυτόχρονα χαρά και λύπη, η μία ωθούσε την ψυχή μου να αγαλλιάσει για τη θρησκεία του, η άλλη, για τις δυστυχίες του, αποστέλλοντας χριστιανικά συλλυπητήρια για την ανυπόφορη θλίψη του. Επειδή βρισκόμουν στη Βενετία την ίδια εποχή που συνέβη αυτό το περιστατικό, παρ’ όλο που δεν θα του αποκάλυπτα τόσα. Αλλά αναλογιζόμενος σοβαρά την αξιοθρήνητη αγωνία του, τον συμβούλευσα κρυφά για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αποδράσει, και πόσο θα διακινδύνευα την ελευθερία της ζωής μου για την απελευθέρωσή του, ζητώντας του να βγει στη στεριά νωρίς το επόμενο πρωί. Στο μεταξύ πήγα σε μια γριά Ελληνίδα, με την οποία είχα στενή φιλία, καθώς ήταν η πλύστρα μου· και εκθέτοντάς της όλη την υπόθεση, εκείνη δέχτηκε πρόθυμα να μου δανείσει ένα παλιό φόρεμα και ένα μαύρο πέπλο για τη μεταμφίεσή του. Όταν ήρθε η ώρα και συναντηθήκαμε, το θέμα ήταν δύσκολο να ξεφύγει από τον φύλακα, αλλά τέτοιο ήταν το σχέδιό μου, που τον προσκάλεσα για κρασί, όπου μετά από παρατεταμένες συζητήσεις και βαθιές γουλιές λιάτικου, η λογική χάθηκε και ο ύπνος κυρίεψε τις αισθήσεις του.
Ένα καταφύγιο
Όταν ο φύλακας κοιμήθηκε, οδηγώντας τον φίλο μου στο προκαθορισμένο μέρος, τον απάλλαξα από τα δεσμά του, τον έντυσα με γυναικεία ενδυμασία και τον έστειλα έξω πριν από μένα, οδηγούμενο από την Ελληνίδα γυναίκα. Και όταν πέρασαν με ασφάλεια και τους φρουρούς και την πύλη, ακολούθησα εγώ, μεταφέροντας μαζί μου τα ρούχα του, όπου, συναντώντας τον δίπλα σε έναν ελαιώνα, και αφού η άλλη επέστρεψε πίσω, διασχίσαμε γρήγορα την κοιλάδα της Σούδας, και ανταλλάσσοντας την ενδυμασία του, τον καθοδήγησα για τον δρόμο πάνω από τα βουνά προς ένα ελληνικό μοναστήρι στη νότια πλευρά της γης, έναν τόπο ασφάλειας που αποκαλείται κοινώς το Μοναστήρι της Καταφυγής [9], όπου θα τον υποδέχονταν με καλοσύνη, μέχρι να φτάσουν είτε οι γαλέρες είτε τα πολεμικά πλοία της Μάλτας, καθώς είναι έθιμο κατά τη μετάβαση ή την επιστροφή τους από το Λεβάντε [Ανατολή] να προσεγγίζουν εκεί, για να ανακουφίζουν και να παίρνουν μαζί τους κατατρεγμένους ανθρώπους. Αυτός είναι ένας τόπος όπου καταφεύγουν για βοήθεια ληστές, φονιάδες και κλέφτες.
Και αφού ανταπέδωσε πολλές χαρούμενες ευχαριστίες, επέστρεψα ακολουθώντας την κεντρική οδό, όπου αμέσως συνάντησα δύο Άγγλους στρατιώτες, τον John Smith και τον Thomas Hargrave, που έρχονταν επί τούτου για να με πληροφορήσουν για έναν επικείμενο κίνδυνο, δείχνοντάς μου ότι όλοι οι αξιωματικοί των γαλερών, μαζί με πλήθος στρατιωτών, ερευνούσαν την πόλη και με κυνηγούσαν σε όλα τα χωράφια. Μετά από αυτή την εξιστόρηση, συμβουλευόμενος εκείνους για το πώς θα μπορούσα να φτάσω στο Ιταλικό Μοναστήρι του Αγίου Σαλβαδόρ [10], επειδή εκεί διέμενα (καθώς η άθλια πόλη δεν παρείχε ούτε κατάλυμα ούτε κρεβάτια). Μου απάντησαν ότι θα διακινδύνευαν τη ζωή τους για την ελευθερία μου, και ότι θα έπρεπε να εισέλθω από την ανατολική (τη λιγότερο πολυσύχναστη) πύλη της πόλης, όπου τρεις άλλοι Άγγλοι ήταν εκείνη την ημέρα στη φρουρά, γιατί υπήρχαν πέντε από αυτούς εδώ στη φρουρά. Όταν φτάσαμε εκεί, οι άλλοι Άγγλοι συνοδευόμενοι από οκτώ Γάλλους στρατιώτες, γνώριμούς τους, ήρθαν επίσης μαζί μας. Και έχοντας περάσει την αγορά, και πλησιάζοντας στο κατάλυμά μου, τέσσερις αξιωματικοί και έξι στρατιώτες των γαλερών έτρεξαν να βάλουν χέρι πάνω μου. Τότε οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, γυμνώνοντας τα σπαθιά τους, αντιστάθηκαν γενναία στη μανία τους, και τραυμάτισαν θανάσιμα δύο από τους αξιωματικούς. Εν τω μεταξύ, καθώς νέες ενισχύσεις κατέφθαναν από τις γαλέρες, ο John Smith έτρεξε μαζί μου προς το μοναστήρι, αφήνοντας τους υπόλοιπους σε κατάσταση σύγχυσης, για να ανακόψουν την καταδίωξή τους. Τελικά οι λοχαγοί της φρουράς πλησιάζοντας τη συμπλοκή, αντικατέστησαν τους δικούς τους στρατιώτες και έδιωξαν τους άλλους πίσω στις γαλέρες.
Τα Μοναστήρια είναι ασφαλή καταφύγια.
Λίγο αργότερα ο στρατηγός των γαλερών ήρθε στο μοναστήρι και με εξέτασε σχετικά με τον φυγά, αλλά εγώ υπερασπίστηκα τον εαυτό μου τόσο καλά, σβήνοντας και την παραμικρή υποψία που θα μπορούσε να συλλάβει (παρά τις κατηγορίες των κατηγόρων μου), που δεν μπόρεσε να μου προσάψει τίποτα. Όπως και να είχε, φάνηκε κάπως ευνοϊκός· εν μέρει, επειδή είχα το διαβατήριο του δούκα [δόγη] της Βενετίας, εν μέρει λόγω του σκοπούμενου ταξιδιού μου στην Ιερουσαλήμ· εν μέρει, επειδή ήταν μεγάλος υποστηρικτής του γαλλικού έθνους και εν μέρει επειδή δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, λόγω του καταφυγίου μου και της εύνοιας του κυβερνήτη. Παρ' όλα αυτά, παρέμεινα υπό την προστασία του μοναστηριού, μέχρι που έφυγαν οι γαλέρες.
Όντας εδώ απογοητευμένος επειδή δεν μπορούσα να συνεχίσω για τα νησιά του Αρχιπελάγους, αποφάσισα να εξερευνήσω την Κρήτη, και στον δρόμο μου πέρασα από το μεγάλο λιμάνι της Σούδας, το οποίο δεν έχει πόλη ή χωριό, παρά μόνο ένα κάστρο, κτισμένο πάνω σε έναν βράχο μέσα στη θάλασσα, στην είσοδο του κόλπου. Τα όρια αυτού του λιμανιού μπορούν να δεχθούν ταυτόχρονα πάνω από 2.000 πλοία και γαλέρες, και είναι το μοναδικό «κλειδί» του νησιού. Για το μέρος αυτό, ο βασιλιάς της Ισπανίας έχει συχνά προσφέρει ένα άπειρο ποσό χρημάτων στους Βενετούς, ώστε ο στόλος του, ο οποίος μερικές φορές καταφεύγει στο Λεβάντε, να έχει πρόσβαση για ανασύνταξη, αλλά εκείνοι δεν θα του ικανοποιούσαν ποτέ το αίτημά του καθώς η πολιτική του είχε ως μοναδικό στόχο να αιφνιδιάσει το βασίλειο.
Η ευχάριστη κοιλάδα της Σούδας.
νοτιοδυτικά από αυτό το περίφημο λιμάνι, βρίσκεται μια ευχάριστη πεδιάδα που ονομάστηκε Κοιλάδα της Σούδας. Έχει μήκος 20 ιταλικά μίλια και 2 πλάτος και θυμάμαι, καθώς κατέβαινα για να διασχίσω την κοιλάδα και να προσπεράσω το λιμάνι, μου φάνηκε ότι ολόκληρη η πεδιάδα έμοιαζε με μια πράσινη θάλασσα· και αυτό συνέβαινε μόνο λόγω των αναρίθμητων ελαιόδεντρων που φύτρωναν εκεί, των οποίων τα κλαδιά και τα φύλλα υψώνονταν πάνω από όλα τα άλλα καρποφόρα δέντρα σε εκείνη την πεδιάδα. Τα χωριά, λόγω έλλειψης εδάφους, είναι όλα χτισμένα στις παρυφές των βράχων, στη νότια πλευρά της κοιλάδας. Μάλιστα, είναι τόσο δύσκολο να σκαρφαλώσεις σε αυτά και τόσο επικίνδυνο να κατοικείς εκεί, που μου φάνηκε ότι οι ζωές τους βρίσκονταν σε παρόμοιο κίνδυνο με εκείνον που ήταν αναγκασμένος να κάθεται κάτω από την αιχμή ενός σπαθιού που κρατιέται με τα δύο χέρια, και αυτό να κρέμεται από μια τρίχα ουράς αλόγου.
Πιστέψτε με, μέτρησα κατά μήκος αυτών των βράχων κάποια στιγμή, και εντός του οπτικού μου πεδίου, περίπου εξήντα επτά χωριά, αλλά όταν εισήλθα στην κοιλάδα δεν μπορούσα να βρω ούτε σπιθαμή γης ακαλλιέργητης, εκτός από ένα στενό μονοπάτι μέσα στο οποίο βρισκόμουν. Οι ελιές, τα ρόδια, οι χουρμάδες, τα σύκα, τα πορτοκάλια, τα λεμόνια και τα μήλα του Αδάμ φύτρωναν παντού ανακατεμένα και στις ρίζες αυτών των δέντρων φύτρωνε σιτάρι και αμπέλια που έδιναν κρασιά μαλβαζίας, μοσχάτου και λιάτικου, ροδιές, χαρουπιές, πεπόνια και όλα τα άλλα είδη φρούτων και βοτάνων· η γη μπορεί να αποδώσει στον άνθρωπο τόσα, που για την ομορφιά, την απόλαυση και το ωφέλειά της, μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί ο κήπος ολόκληρου του σύμπαντος, όντας η πιο καλή έκταση, η σπίθα του διαμαντιού και το ιερό σημείο όλης της Κρήτης . Δεν υπάρχει γη με πιο εύκρατο αέρα, γιατί έχει διπλή άνοιξη, ούτε έδαφος πιο γόνιμο, και γι' αυτό ονομάζεται η «Μάχη του Βάκχου και της Δήμητρας», ούτε περιοχή ή κοιλάδα πιο φιλόξενη όσον αφορά τη θάλασσα, έχοντας ένα τόσο ευγενές λιμάνι σκαμμένο στην αγκαλιά της που είναι σαν να ήταν το ίδιο το μέρος ανάπαυσης του Ποσειδώνα [11].
Κατά την τρίτη ημέρα ταξιδιού από τα Χανιά έφτασα στο Ρέθυμνο. Αυτή η πόλη είναι κάπως ερειπωμένη και ατείχιστη, αλλά οι πολίτες έχουν πρόσφατα χτίσει ένα ισχυρό φρούριο, ή μάλλον έγινε από το κράτος της Βενετίας, το οποίο τους υπερασπίζεται από την εισβολή των πειρατών. Βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα, και το έτος 1597 λεηλατήθηκε άθλια και κάηκε από τους Τούρκους [12].
Το Όρος Ίδη
Συνεχίζοντας το ταξίδι μου, πέρασα κατά μήκος των παρυφών της Ίδης, συνοδευόμενος από Έλληνες που μπορούσαν να μιλήσουν την ιταλική γλώσσα, οι οποίοι αρχικά μου έδειξαν το σπήλαιο του βασιλιά Μίνωα, αν και κάποιοι θεωρούν ότι είναι ο τάφος του Δία [13]. Αυτό το σπήλαιο είχε μήκος 80 βήματα και πλάτος 8. Αυτός ο Μίνως λεγόταν ότι ήταν αδελφός του Ραδάμανθυ και του Σαρπηδόνα, οι οποίοι, μετά τη διαδοχή τους στο βασίλειο, θέσπισαν τόσο δίκαιους νόμους, που από τους ποιητές επινοήθηκε ότι μαζί με τον Αιακό έγιναν οι Κριτές του Άδη. Είδα επίσης εκεί τον τόπο όπου ο Δίας (όπως λένε) ανατράφηκε από την Αμάλθεια, γεγονός που εξιστορείται τόσο από Έλληνες όσο και από Λατίνους ποιητές.
Τρίτον, μου έδειξαν τον ναό του Κρόνου –που είναι ένα έργο αξιοθαύμαστο, τόσο μεγάλης αρχαιότητας και όμως ακόμη άφθαρτο– ο οποίος (όπως λένε) ήταν ο πρώτος βασιλιάς που κατοίκησε εκεί και πατέρας του Δία. Και κοντά σε αυτόν, βρίσκεται ο κατεδαφισμένος ναός της Ματελία, που φέρει αυτή την επιγραφή πάνω από την πόρτα, η οποία διακρίνεται ακόμη: «Καθαρίστε τα πόδια σας, πλύνετε τα χέρια σας και εισέλθετε.» [14]
Ο Λαβύρινθος του Δαιδάλου
Τέταρτον, είδα την είσοδο στον Λαβύρινθο του Δαιδάλου, τον οποίο θα ήθελα πολύ να είχα δει καλύτερα, αλλά επειδή δεν είχαμε φως από κεριά δεν τολμήσαμε να εισέλθουμε, επειδή υπάρχουν πολλά κοίλα μέρη μέσα σε αυτό· έτσι ώστε, αν κάποιος παραπατήσει ή πέσει, δύσκολα μπορεί να διασωθεί. Είναι λαξευμένος με πολλούς περίπλοκους δρόμους στην πλαγιά ενός μικρού λόφου που ενώνεται με την Ίδη, έχοντας πολλές πόρτες και κίονες. Εδώ ήταν που ο Θησέας με τη βοήθεια της Αριάδνης, της κόρης του βασιλιά Μίνωα, παίρνοντας ένα κουβάρι νήμα και δένοντας τη μία άκρη στην πρώτη πόρτα, εισήλθε και θανάτωσε τον Μινώταυρο, ο οποίος ήταν κλεισμένος εκεί από τον Δαίδαλο. Αυτός ο Μινώταυρος λέγεται ότι γεννήθηκε από την άσεμνη και με ροπή προς την πολυτέλεια Πασιφάη, η οποία λάτρεψε έναν λευκό ταύρο.
Το Όρος Ίδη είναι το ψηλότερο βουνό στην Κρήτη και, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των βοσκών, φτάνει σε ύψος τα 6 μίλια. Είναι καλυμμένος μέχρι την κορυφή με κυπαρίσσια και διαθέτει πληθώρα φαρμακευτικών βοτάνων· σε τέτοιο βαθμό, που τα ζώα που τρέφονται εκεί έχουν τα δόντια τους επιχρυσωμένα, όμοια με το χρώμα του χρυσού. Η Ίδη, παλαιότερα ονομαζόταν «Φελορίτα», από κάποιους «Καντιούσα», αλλά σύγχρονα «Μαντούρα» [15].
Σφάλματα ιστορικών
Λέγεται από κάποιους ιστορικούς ότι κανένα δηλητηριώδες ζώο δεν μπορεί να ζήσει σε αυτό το νησί· εγώ όμως είδα το αντίθετο. Γιατί σκότωσα ένα κυριακάτικο πρωινό, κοντά στην ακτή και σε απόσταση 2 μιλίων από το Ρέθυμνο, δύο κοινά φίδια και μια οχιά. Ένα από τα φίδια είχε μήκος πάνω από 1,5 γιάρδα [≈1,37μ.], καθώς και τα τρία ήταν κουλουριασμένα μέσα στην κάλυψη της στεγνής άμμου. Το δεξί μου πόδι βρέθηκε σχεδόν πάνω τους πριν αντιληφθώ τον κίνδυνο. Ως εκ τούτου, πολλοί βασίζονται σε ψευδείς αναφορές, αλλά η εμπειρία διδάσκει στους ανθρώπους την αλήθεια.
Κάποιοι άλλοι επίσης ιστορούν ότι αν μια γυναίκα εδώ δαγκώσει έναν άνδρα έστω και λίγο σκληρά, εκείνος δεν θα αναρρώσει ποτέ, και ότι υπάρχει ένα βότανο που ονομάζεται άλιμος [Atriplex halimus] σε αυτό το νησί, το οποίο αν κάποιος το μασήσει στο στόμα του, δεν θα νιώσει πείνα για είκοσι τέσσερις ώρες. Όλα αυτά είναι εντελώς μυθώδη. Τέτοιο είναι το σκοτάδι των νεφελωδών επινοήσεων.
Κατεβαίνοντας από αυτό το βουνό, εισήλθα σε μια όμορφη πεδιάδα, διακοσμημένη με πολλά χωριά· σε ένα από τα οποία βρήκα έναν Έλληνα επίσκοπο, ο οποίος ευγενικά μου προσέφερε σταφύλια μαλβαζία και άλλα πράγματα, καθώς ήταν η εποχή του τρύγου. Για να μεταφέρω αυτά τα πράγματα που μου είχε δώσει, φρόντισε να ετοιμαστεί ένας γάιδαρος και ένας υπηρέτης, ο οποίος πήγε μαζί μου μέχρι την Κάντια, που απείχε περισσότερο από 15 μίλια από το σπίτι του. Είναι αλήθεια ότι η καλύτερη τάξη των Ελλήνων, όταν επισκέπτονται ο ένας τον άλλον, δεν συνηθίζουν να πηγαίνουν με άδεια χέρια, ούτε αφήνουν έναν ξένο να φύγει χωρίς δώρα και συνοδεία [16].
Θυμάμαι κατά μήκος αυτού του τραχέος και παραθαλάσσιου περάσματος, βρήκα τρεις πηγές που ανάβλυζαν από έναν βράχο, η καθεμία σε απόσταση 1 γιάρδας από την άλλη, έχοντας τρεις διαφορετικές γεύσεις: το πρώτο νερό ήταν εξαιρετικά ελαφρύ και γλυκό, το μεσαίο ή δεύτερο θαυμαστά ξινό και βαρύ, το τρίτο ήταν πικρό και εξαιρετικά αλμυρό, έτσι ώστε, σε τόσο μικρή απόσταση, ποτέ πριν ούτε μετά δεν βρήκα τόσο μεγάλη διαφορά [17].
Η πόλη της Κάντια
Η Κάντια απέχει από τα Χανιά 100 μίλια, με το Ρέθυμνο να βρίσκεται στα μισά της διαδρομής μεταξύ των δύο. Έτσι η Κάντια είναι στα μισά του δρόμου, στην ίδια αναλογία, ανάμεσα στο Ρέθυμνο και τη Σητεία, και τα Χανιά το ίδιο ανάμεσα στο Ρέθυμνο και τη Γραμβούσα, όντας συνολικά 200 μίλια [18].
Η Κάντια είναι μια μεγάλη και φημισμένη πόλη, παλαιότερα ονομαζόμενη Μάτιουμ [19], χτισμένη σε μια πεδιάδα δίπλα στη θάλασσα, διαθέτοντας ένα καλό λιμάνι για πλοία και έναν ωραίο ναύσταθμο στον οποίο υπάρχουν 36 γαλέρες. Είναι υπερβολικά ισχυρή και φρουρείται καθημερινά από 2.000 στρατιώτες, ενώ τα τείχη της έχουν περίμετρο περίπου 3 λεύγες [20].
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε αντιβασιλέας, καθώς ο προηγούμενος είχε πεθάνει πρόσφατα και η θέση ήταν κενή· οι στρατιώτες τηρούσαν μια αιματηρή στάση μεταξύ τους, ή εναντίον οποιουδήποτε στρεφόταν η κακοβουλία τους, επειδή καθ' όλο το διάστημα των δέκα ημερών που έμεινα εκεί, ήταν σύνηθες να βλέπεις κάθε μέρα τέσσερις ή πέντε άνδρες σκοτωμένους στους δρόμους. Ούτε ο ρέκτορας, ούτε οι καπετάνιοι μπορούσαν να το εμποδίσουν, τόσο ταραχοποιοί ήταν οι διαταραγμένοι στρατιώτες και τόσο συχνές οι αφορμές για εκδίκηση και φιλονικίες. Αυτό το συνηθίζουν σε κάθε τέτοια περίοδο μεσοβασιλείας, κάτι που διαφορετικά δεν θα τολμούσαν ποτέ να επιχειρήσουν χωρίς τον κίνδυνο θανάτου και αυστηρής τιμωρίας, και πραγματικά μου φάνηκε ότι ήταν ένας τόπος τόσο βάρβαρα διοικούμενος για εκείνο το διάστημα, όσο κανένας άλλος που είδα ποτέ στον κόσμο. Γιατί με δυσκολία μπόρεσα να κρατήσω τη ζωή μου ελεύθερη από τους κινδύνους τους [21], στους οποίους μπλέχτηκα δύο φορές με οδυνηρό τρόπο.
Αποστάσεις από την Κάντια
Η πόλη της Κάντια απέχει από τη Βενετία 1.300 μίλια, από την Κωνσταντινούπολη 700, από την Αμμόχωστο στην Κύπρο 600, από την Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο 500, από την Τρίπολη στη Συρία 700, από τη Νάπολη 900, από τη Μάλτα 500, από τη Σμύρνη στην Καραμανία της Ανατολίας 400, και από την πόλη της Ιερουσαλήμ 900 μίλια [22].
Οι Κρητικοί σε όλο το νησί παρουσιάζονται για επιθεώρηση κάθε όγδοη ημέρα, ενώπιον των επιτελών ή των αξιωματικών του στρατηγού, και είναι καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους πανοπλία. Μάλιστα, είναι ο πιο ανδρείος λαός από όσους φέρουν το όνομα των Ελλήνων. Μου ειπώθηκε από τον ρέκτορα της Κάντια ότι μπορούν να συγκεντρώσουν υπό τα όπλα από τους κατοίκους (χωρίς να υπολογίζονται οι φρουρές) πάνω από 60.000 άνδρες, όλοι ικανοί για πόλεμο, με 54 γαλέρες και 24 γαλιότες για τη θάλασσα.
Σε όλα μου τα ταξίδια σε αυτό το βασίλειο, ποτέ δεν είδα Έλληνα να βγαίνει από το σπίτι του άοπλος. Και σύμφωνα με αυτόν τον πολεμικό τρόπο, στο κεφάλι του φοράει μια σκέτη σιδερένια περικεφαλαία, ένα τόξο στο χέρι του, ένα μακρύ σπαθί στο πλάι του, ένα πλατύ εγχειρίδιο [το πουνιάλο – στο πρωτότυπο: Poniard] πάνω από την κοιλιά του και μια στρογγυλή ασπίδα να κρέμεται στη ζώνη του. Δεν είναι δαπανηροί στην ενδυμασία, καθώς φορούν λινά ρούχα και καθόλου παπούτσια, αλλά μπότες από λευκό δέρμα, για να προστατεύουν τα πόδια τους στους αγρούς από τα τσιμπήματα ενός είδους γαϊδουράγκαθου, με το οποίο η χώρα είναι υπερφορτωμένη, σαν μικροί θάμνοι ή κοντοί θάμνοι που είναι θαυμαστά αιχμηροί και ενοχλητικοί για τους κατοίκους, από τους οποίους, συχνά μέσα σε μια μέρα προς μεγάλη μου λύπη, ένιωσα το ματωμένο τους κέντρισμα. Οι γυναίκες γενικά φορούν λινά παντελόνια, όπως οι άνδρες, και μπότες με τον ίδιο τρόπο [23], τα λινά τους πανωφόρια δεν φτάνουν πιο κάτω από το μέσο των μηρών τους, και είναι αχόρταγα επιρρεπείς στη λαγνεία, τέτοια είναι η φύση του εδάφους και του κλίματος.
Οι Κρήτες έγιναν Κρητικοί
Οι αρχαίοι Κρήτες ήταν τόσο αξιοσημείωτοι ψεύτες, που ο Επιμενίδης, ο ειδωλολάτρης ποιητής, και βέβαια ο Απόστολος Παύλος στην Επιστολή του προς τον Τίτο, τους χαρακτήρισε ως εξής: «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί.» από όπου ξεπήδησαν παροιμίες, όπως: Cretense mendacium [Κρητικό ψέμα], και Cretisandun est cum Cretensibus [Με τους Κρητικούς πρέπει να φέρεσαι σαν Κρητικός.]
Οι Κρητικοί είναι εξαιρετικά καλοί τοξότες, ξεπερνώντας σε αυτό όλους τους λαούς της Ανατολής, θαρραλέοι και γενναίοι στη θάλασσα, όπως ήταν και στους παλαιότερους χρόνους, και έχουν μια φυσική κλίση στο τραγούδι, έτσι ώστε συνήθως μετά το φαγητό, ο άνδρας, η γυναίκα και το παιδί κάθε οικογένειας, τραγουδούν επί μία ώρα με τέτοια αρμονία, που είναι υπέροχα μελωδική για τον ακροατή και βέβαια δεν μπορούν να αποχωριστούν αυτό το έθιμο [24].
Ο θερισμός τους είναι η δική μας άνοιξη, επειδή λιπαίνουν το έδαφος και σπέρνουν τον σπόρο τον Οκτώβριο, ο οποίος θερίζεται τον Μάρτιο και τον Απρίλιο [25]. Όντας απογοητευμένος από τον σκοπό μου στην Κάντια, αναγκάστηκα να επιστρέψω στα Χανιά από τον ίδιο δρόμο που πήγα. Όταν έφτασα, χάρηκα υπερβολικά με τους παλιούς μου φίλους, τους Άγγλους.
Ένας Άγγλος δραπέτης
Εν τω μεταξύ έφτασε από την Τύνιδα της Μπαρμπαριάς ένας Άγγλος δραπέτης ονόματι Wolfson, με προορισμό τη Ρόδο, ο οποίος, μετά από σύντομη γνωριμία με τους συμπατριώτες του, και καταλαβαίνοντας ποιος ήμουν, μετέφερε αυτά τα λόγια: «Είχα τον μεγαλύτερο αδελφό μου», είπε, «πλοίαρχο (ή καπετάνιο) ενός πλοίου, ο οποίος σκοτώθηκε στο Μπέρντ Άιλαντ της Σκωτίας από κάποιον ονόματι Keere, και παρόλο που εκείνος αποκεφαλίστηκε, έχω ορκιστεί προ πολλού να εκδικηθώ τον θάνατο του αδελφού μου στον πρώτο Σκωτσέζο που θα συναντήσω ποτέ· και ο σκοπός μου είναι να τον μαχαιρώσω με ένα μαχαίρι απόψε, καθώς θα πηγαίνει αργά στο κατάλυμά του», ζητώντας τη βοήθειά τους. Αλλά οι Smith, Hargrave και Horsperld αρνήθηκαν, όμως οι Cook και Rollands ενέδωσαν. Εν τω μεταξύ ο Smith, γνωρίζοντας πού συνήθιζα μερικές φορές να δειπνώ, με βρήκε την ώρα του δείπνου στο σπίτι ενός προμηθευτή του στρατού, ενός ανθρώπου των στρατιωτών, όπου με ενημέρωσε για αυτή τη συνωμοσία. Ο οικοδεσπότης, αυτός και τρεις Ιταλοί στρατιώτες με μετέφεραν στο κρεβάτι μου, περνώντας δίπλα από τον αρχικακούργο και τους συνεργούς του, εκεί όπου ήταν προετοιμασμένος για τη σκευωρία. Εκείνος, όταν είδε ότι η προδοσία του είχε αποκαλυφθεί, τράπηκε σε φυγή και δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά εκεί.
Ο Smith απαλλάσσεται από μακροχρόνια δεσμά
Παρατηρώντας την πίστη και την καλοσύνη που μου είχε δείξει ο Smith δύο φορές, αρχικά ελευθερώνοντάς με από τον κίνδυνο της σκλαβιάς στις γαλέρες, και τώρα σώζοντας τη ζωή μου, αποφάσισα να του ανταποδώσω με μια καλή πράξη ως εξόφληση, και έτσι έγινε. Κατά την πρώτη του άφιξη στη Βενετία, είχε επιστρατευθεί ως στρατιώτης για την Κάντια. Όταν μεταφέρθηκε εκεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα διαπίστωσε ότι η υπόσχεση και η αμοιβή των καπετάνιων ήταν διαφορετικές, γεγονός που τον ανάγκασε στην αρχή να δανειστεί λίγα χρήματα από τον υπολοχαγό του. Τα πέντε χρόνια της παραμονής τους έληξαν, και νέοι λόχοι ήρθαν από τη Βενετία για να αναλάβουν την υπηρεσία, όμως ο Smith, μη μπορώντας να εξοφλήσει το χρέος του, παραδόθηκε στον νέο καπετάνιο για άλλα πέντε χρόνια, ο οποίος πλήρωσε στον παλιό καπετάνιο τα χρήματά του, και όταν έληξε και αυτός ο χρόνος ήρθε ο τρίτος καπετάνιος, στον οποίο ομοίως τέθηκε υπό τις διαταγές του υπηρετώντας τον για άλλα πέντε χρόνια.
Έχοντας έτσι υπηρετήσει τρεις καπετάνιους για δεκαπέντε χρόνια και μη όντας ποτέ πιθανό (για ένα μικρό ποσό) να αποκτήσει την ελευθερία του, πήγα στον καπετάνιο και πλήρωσα το χρέος του, λαμβάνοντας επίσης από τον ρέκτορα την άδεια αναχώρησής του, καθώς και την παροχή του κράτους για το ταξίδι του, που ήταν κρασί και παξιμάδι. Στη συνέχεια επιβιβάστηκα μαζί του για τη Βενετία σε ένα φλαμανδικό πλοίο, με πλοίαρχο έναν Σκωτσέζο, τον John Allen που γεννήθηκε στη Γλασκώβη και κατοικούσε στο Μίντλμπορο του Ζέελαντ [26]. Το χρέος του Smith ήταν μόνο σαράντα οκτώ σελίνια στερλίνες.
Εδώ παρέμεινα στα Χανιά είκοσι πέντε ημέρες προτού μπορέσω να βρω μέσο μεταφοράς για τα νησιά του Αρχιπελάγους, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά χαράς δεν θα είχα αφήσει το μοναστήρι αυτών των τεσσάρων μοναχών με τους οποίους έμενα, αν δεν ήταν τα σχέδιά μου, λόγω της μεγάλης τους φιλοξενίας και των βαθιών γουλιών μαλβαζίας που λάμβανα κάθε ώρα και συχνά παρά τη θέλησή μου.
Μεθυσμένοι Μοναχοί
Κάθε βράδυ μετά το δείπνο, οι μοναχοί με ανάγκαζαν να χορεύω μαζί τους, είτε έναν χορό γκαλιάρδας [στο πρωτότυπο: gagliard] είτε κάποιον άλλον [27]. Η μουσική τους στο τέλος κατέληγε σε μέθη και η απώλεια συνείδησής τους σε εμετό, και το κρεβάτι τους μετατρεπόταν σε σανίδα, ή αλλιώς στο σκληρό πάτωμα, καθώς αυτά τα κτηνώδη γουρούνια ήταν κάθε νύχτα τόσο πολύ μεθυσμένα, που ποτέ δεν είχαν τη δύναμη να πάνε στα δικά τους δωμάτια, αλλά εκεί που έπεφταν, εκεί κείτονταν μέχρι το πρωί.
Το ίδιο το μοναστήρι είχε δύο ωραίες αυλές, η μικρότερη από τις οποίες θα μπορούσε να είχε φιλοξενήσει οποιονδήποτε βασιλιά της Ευρώπης. Η εκκλησία ήταν μικρή, και ανάμεσα στους τέσσερις μοναχούς, υπήρχε μόνο ένας ιερέας της Θείας Λειτουργίας, όντας ένας Έλληνας, γεννημένος και γαλουχημένος στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Το νέο του όνομα ήταν «Πατέρας Matecarras», γνωστός επίσης ως «Πάτερ Ευχαρίστως» [στο πρωτότυπο: Pater Libenter], ή «Πατέρας της ελεύθερης βούλησης», πράγματι ένα σωστό όνομα για έναν τόσο ανόητο τύπο, επειδή είχε τόσο γερό στομάχι που μπορούσε να δεχτεί δυνατά ποτά χωρίς πρόβλημα, και κατά το διάστημα των είκοσι ημερών της παραμονής μου εκεί, ποτέ δεν είδα αυτόν, ούτε κανέναν από τους άλλους τρεις πραγματικά νηφάλιο. Πολλά παράξενα γλέντια και αστεϊσμούς έχω παρατηρήσει σε αυτούς τους μοναχούς της Κρήτης, αλλά ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να τους εξιστορήσω, αφήνοντας τα υπόλοιπα στην ιδιωτική μου συνομιλία, δίνοντας μια δεκάρα για την ανοησία τους.
Ταξίδεψα πεζός σε αυτό το νησί περισσότερα από 400 μίλια, και κατά την πεντηκοστή όγδοη ημέρα μετά την πρώτη μου άφιξη στη Γραμβούσα, επιβιβάστηκα σε ένα ψαροκάικο που ανήκε στη Μήλο, η οποία απείχε 100 μίλια, αφού είχαμε οδηγηθεί εκεί βίαια από θυελλώδη καιρό.
Και κατά το πέρασμά μας εκεί, κινδυνεύσαμε να καταποντιστούμε δύο διαφορετικές φορές από δύο τεράστια σπασμένα κύματα, τα οποία κάλυψαν δύο φορές το σώμα της μικρής βάρκας. Παρ' όλα αυτά, με εξαιρετική τύχη φτάσαμε στη Μήλο σε έναν κόλπο στο ανατολικό άκρο του νησιού, περίπου την ημέρα του Αγίου Ανδρέα, όπου οι φτωχοί Έλληνες με ανέβασαν στο χωριό τους, δύο μίλια μακριά από αυτόν τον κολπίσκο, και έμεινα μαζί τους τέσσερις ημέρες.
Επίλογος
Η μαρτυρία του William Lithgow, παρά τον υποκειμενισμό του, παραμένει μια σπάνια «φωτογραφία» της Κρήτης λίγες δεκαετίες πριν από τον Μεγάλο Κρητικό Πόλεμο και την οθωμανική κατάκτηση. Παρόλο που οι αναφορές του συχνά εμπεριέχουν τις προκαταλήψεις της εποχής του –όπως η αναπαραγωγή του στερεότυπου για το «κρητικό ψέμα»– η μαρτυρία του παραμένει πολύτιμη. Μέσα από τις σελίδες του, αναδύεται ένας λαός που διατηρούσε μια βαθιά αίσθηση ταυτότητας και φιλοξενίας. Η εικόνα των Κρητικών να τραγουδούν μελωδικά μετά το δείπνο ή η ευγένεια του Έλληνα επισκόπου που βοηθά τον ξένο περιηγητή, εξισορροπούν τις σκληρές περιγραφές για τη βία των δρόμων και τη διαφθορά των μοναχών της Μονής του Αγίου Σαλβαδόρ, στην Κρήτη του 1610.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Η Κάντια (Candia) –ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο– ήταν γνωστή με το όνομα αυτό την εποχή της Βενετοκρατίας και, επειδή ήταν η μεγαλύτερη πόλη του νησιού, είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη την Κρήτη, η οποία επίσης ονομαζόταν Candia. Ήταν το “Regno di Candia”, δηλαδή το «Βασίλειο της Κρήτης».
[2]Είναι ενδιαφέρον ότι ήδη το 1610 το Ρέθυμνο ονομαζόταν και Ρέθυμ(ν)ος (που λίγο αργότερα μετεξελίχθηκε στη γλώσσα του απλού λαού σε Ρέθεμνος), αφού ο περιηγητής το αναφέρει ως “Rethimos”. Την ίδια περίοδο, ο George Sandys (1610) και ο Jan Somer (1591) –βλ. τα σχετικά κείμενά μου στην εφημερίδα «Ρέθεμνος»– αναφέρουν την ονομασία “Rhetimo” και “Rettimo”, αντίστοιχα.
[3] Ο Lithgow υπερεκτιμά το μήκος και το πλάτος της Κρήτης και υποεκτιμά την περίμετρο (ακτογραμή) της σε σχέση με την πραγματικότητα.
[4] Το “Cataracho” παραπέμπει στο «Καταρράκτης», ονομασία του ποταμού Αναποδάρη κατά την αρχαιότητα. Όσο για τον Εσκασίνο, είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για τον Κουρταλιώτη που στο σημείο της εκβολής του λέγεται και «Μεγάλος Ποταμός». Έχει σημασία ότι η λέξη escasino στη βενετική γλώσσα μεταφράζεται σε «τρομακτικός» και η ονομασία Escasino θα μπορούσε να σημαίνει την ορμητικότητα της ροής του, αλλά και τον θόρυβο που κάνει εκεί ο αέρας, σε συνάφεια και με το τωρινό του όνομα (κούρταλα=χειροκροτήματα, παλαμάκια – Η λέξη προέρχεται από το αρχ. ελλην. ρήμα κροτέω=χτυπώ, προκαλώ θόρυβο).
[5]Το μπαγκατίνο (bagattino) ήταν βενετικό νόμισμα πολύ μικρής αξίας, που όμως υπήρχε και σε άλλα κράτη/πόλεις της ιταλικής χερσονήσου και χρησιμοποιούνταν για τις μικροσυναλλαγές. 12 μπαγκατίνι ισοδυναμούσαν με 1 σολδίο. Στην Κρήτη, το χάλκινο μπαγκατίνο συνήθως απεικόνιζε στη μία πλευρά την Παναγία με το Θείο Βρέφος και στην άλλη τον φτερωτό λέοντα του Αγίου Μάρκου, σύμβολο της Βενετίας. Ο Lithgow εξηγεί ότι η αξία τους ήταν ελάχιστη σε σχέση με τα αγγλικά νομίσματα της εποχής.
[6] Είναι ενδιαφέρον ότι η «διπλωματική» προστασία του δόγη της Βενετίας έσωσε τον περιηγητή από τους ληστές, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι δρούσαν εκτός νόμου, ενώ ο σφραγισμένος πηλός συνιστούσε ένα είδος «διαβατηρίου» που του έδωσαν οι ληστές και του εξασφάλιζε ελεύθερη διέλευση από την υπόλοιπη συμμορία.
[7] Η κρίση του Lithgow για τους ορεσίβιους Κρητικούς προφανώς ήταν επηρεασμένη από τη συνάντησή του με τους ληστές.
[8] Η αναφορά στην απαγόρευση εισόδου χωρικών με αρκεβούζια (πυροβόλα όπλα εκείνης της εποχής) υπογραμμίζει την καχυποψία των Βενετών απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό της υπαίθρου. Η καχυποψία των Βενετών απέναντι στους Κρητικούς αναφέρεται από τον Lithgow και στην αρχή της περιγραφής του για την Κρήτη.
[9] Μοναστήρι της Καταφυγής: Πρόκειται πιθανότατα για τη Μονή Πρέβελη ή κάποιο άλλο οχυρό μοναστήρι στα νότια παράλια (ίσως στα Σφακιά), που λόγω της γεωγραφικής του θέσης λειτουργούσε ως άσυλο και σημείο επαφής με πλοία που απέφευγαν τις μεγάλες βενετικές βάσεις. Αν πρόκειται για τη Μονή Πρέβελη, τότε αυξάνονται οι πιθανότητες ο ποταμός “Escasino” να ήταν ο Κουρταλιώτης που διέρχεται κοντά στην Κάτω Μονή Πρέβελη (Μονή Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου).
[10] Το μοναστήρι των Φραγκισκανών μοναχών του San Salvatore βρισκόταν εκεί που σήμερα στεγάζεται η Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Συλλογή Χανίων. Η μονή, αν και καθολική, φαίνεται ότι λειτουργούσε και ως ξενώνας για Ευρωπαίους περιηγητές, ανεξαρτήτως δόγματος.
[11] Ο Lithgow αναφέρεται στην εύφορη πεδιάδα των Χανίων, στην περιοχή που προσδιορίζει ότι βρίσκεται νοτιοδυτικά του λιμανιού της Σούδας. Την ονομάζει «Κοιλάδα της Σούδας» αλλά και «Κήπο ολόκληρου του σύμπαντος» και «Μάχη του Βάκχου και της Δήμητρας».
[12] Η καταστροφή του Ρεθύμνου από τον οθωμανικό στόλο του Uluc Ali Reis έγινε το 1571 και όχι το 1597, ενώ και το 1538 το Ρέθυμνο είχε καταστραφεί από τον Hayreddin Barbarossa. Ό,τι είχε απομείνει από τα τείχη θα υπέστη ακόμη μεγαλύτερες ζημιές κατά τον μεγάλο σεισμό της 16ης Νοεμβρίου 1595.
[13] Ο Ελευθέριος Κ. Πλατάκης, ο οποίος ήταν και γνωστός σπηλαιολόγος, αναφέρει ότι το Ιδαίο Άντρο αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς, από τον 15ο αιώνα και έπειτα, ως «σπήλαιον Διός ή και σπήλαιον Μίνωος» (Πλατάκης, 1965, σ. 10). Όμως, οι διαστάσεις που αναφέρει ο Lithgow δεν ταιριάζουν με τις διαστάσεις του Ιδαίου Άντρου.
[14] Η αναφορά σε ναό της Ματελία (στο πρωτότυπο: Matelia) παραπέμπει στον αναφερόμενο επί Βενετοκρατίας σπηλαιώδη ναό της Παναγίας των Ματάλων.
[15] Φυσικά ο Ψηλορείτης (ο Lithgow τον αναφέρει ως “Phellorita”, που από κάποιους ονομαζόταν “Cadussa”, αλλά σύγχρονα “Madura”) δεν έχει ύψος έξι μίλια, που αν τα υπολογίσουμε με το ιταλικό μίλι εκείνης της εποχής που οι Άγγλοι το υπολόγιζαν ≈1500 μ. τότε φτάνουμε στο απίθανο ύψος των 9.000 μέτρων. (Σε προηγούμενα κείμενά μου για τα ταξίδια του George Sandys και του Jan Somer στην Κρήτη έχω αναφερθεί επαρκώς στον υπολογισμό του μιλίου σε χλμ. κατά την περίοδο αυτή και στα πρότυπα μέτρησης που εφάρμοζαν οι Άγγλοι, τα οποία ήταν διαφορετικά από αυτά που εφάρμοζαν οι λαοί της Ηπειρωτικής Βόρειας Ευρώπης, και για τον λόγο αυτό δεν θα επεκταθώ εδώ περισσότερο.) Επίσης, στην πραγματικότητα τα κυπαρίσσια δεν φτάνουν ως την κορυφή αλλά υπάρχουν κυρίως στα χαμηλά και μεσαία υψόμετρα. Ο περιηγητής αναφέρεται και στη νευρίδα ή χρυσόχορτο (Poligonum idaeum), ενδημικό φυτό της Κρήτης που φύεται στο Οροπέδιο της Νίδας και βάφει χρυσά τα δόντια των αιγοπροβάτων που το τρώνε. Όσο για την ονομασία “Madura”, είναι πιθανό να συγχέει τον Ψηλορείτη με τα Λευκά Όρη, τις λεγόμενες «Μαδάρες», αλλά η ονομασία θα μπορούσε επίσης να αναφέρεται στις ψηλές, γυμνές πλαγιές του Ψηλορείτη (μαδάρα = γυμνό, χωρίς βλάστηση βουνό) και όχι σε ολόκληρο το βουνό.
[16] Αν και προκατειλημμένος ο Lithgow απέναντι στους ορεσίβιους Κρητικούς, φαίνεται πιο θετικά διακείμενος απέναντι στους κατοίκους των πεδινών περιοχών και αναγνωρίζει την ύπαρξη της πατροπαράδοτης κρητικής φιλοξενίας.
[17] Η αναφορά του Lithgow ότι εισήλθε σε μια όμορφη πεδιάδα, καθώς και η απόσταση άνω των 15 μιλίων (≈22 χλμ) μεταξύ της κατοικίας του φιλοξενούντος «επισκόπου» και της πόλης του Χάνδακα, πιθανολογώ ότι αφορά στην Κοιλάδα του Φόδελε και στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα, που κατά την τοπική παράδοση ιδρύθηκε στα μέσα του 16ου αιώνα. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από την περιγραφή του περιηγητή για «τραχύ και παραθαλάσσιο πέρασμα που ακολούθησε» (“sassinous and marine passage”) μετά την αναχώρησή του από την κατοικία του επισκόπου, ενώ οι τρεις πηγές στις οποίες αναφέρεται ίσως ήταν πηγές του Αλμυρού ποταμού του Ηρακλείου. Ο Έλληνας επίσκοπος μπορεί στην πραγματικότητα να ήταν ο ηγούμενος της μονής, τον οποίο ο Lithgow εξέλαβε ως υψηλόβαθμο ιεράρχη λόγω κύρους και πλούτου. Η μαρτυρία αποτελεί σημαντικό τεκμήριο για την επιβίωση σημαντικών εκκλησιαστικών λειτουργών στην ύπαιθρο κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, σε εποχή που είχε απαγορευτεί η παρουσία Ελλήνων επισκόπων στο νησί αλλά είχε χαλαρώσει η πίεση των Βενετών στον ελληνικό πληθυσμό και κατ’ επέκταση στον ορθόδοξο κλήρο, λόγω του διαρκώς αυξανόμενου τουρκικού κινδύνου που για την αντιμετώπισή του απαιτούνταν ενότητα καθολικών και ορθοδόξων. Για τον λόγο αυτό άλλωστε είχε επιτραπεί στους Κρητικούς να οπλοφορούν.
[18] Οι εκτιμήσεις του Lithgow για τις αποστάσεις αυτές, αν λάβουμε υπόψη μας πότε έγιναν, δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα.
[19] Δεν διαπίστωσα την ύπαρξη αυτής (“Matium”) ή παρεμφερούς ονομασίας (Μάτι, Μάτιον) για το Ηράκλειο, ούτε για άλλη πόλη της Κρήτης σε κατάλογο των αρχαίων πόλεων της Κρήτης. Όμως, σε ηλεκτρονικό «Λεξικό Ελληνικής και Ρωμαϊκής Γεωγραφίας», στην ιστοσελίδα:https://archli.com/dictionary/dictionary-of-greek-and-roman-geography/Matium-123403 αναφέρεται ως ναυτική πόλη της Κρήτης στον κατάλογο του Πλινίου, η οποία βρισκόταν απέναντι από το νησί Ντία, στη θέση του σημερινού Ηρακλείου.
[20] Η περίμετρος των τειχών του Χάνδακα είναι υπερεκτιμημένη αφού τα χερσαία τείχη εκείνης της εποχής ήταν 4 – 5 χλμ. ενώ οι τρεις λεύγες που αναφέρει ο Lithgow ήταν –με το αγγλικό πρότυπο– περίπου 10 χλμ. παραπάνω από το πραγματικό.
[21] Είναι εντυπωσιακή η κοινωνική αναρχία που επικρατούσε στον Χάνδακα λόγω της προσωρινής έλλειψης Γενικού Προβλεπτή του Βασιλείου της Κρήτης (Provveditore Generale nel Regno di Candia). Ο Lithgow περιγράφει την πόλη ως την πιο βάρβαρα διοικούμενη που είδε ποτέ, με καθημερινούς φόνους (4-5 την ημέρα) στους δρόμους από απειθάρχητους στρατιώτες. Η αναφορά αυτή του Lithgow θεωρώ ότι είναι το κλειδί για να διαπιστώσουμε ποιο έτος έφτασε στην Κρήτη. Επειδή γενικός προβλεπτής από το 1608-1610 ήταν ο Girolamo Capello και μεταξύ 1610-1614 ο Gian Giacomo Zane, o Lithgow θα πρέπει να βρέθηκε στην Κρήτη στο μεσοδιάστημα που έπαψε να διοικεί ο πρώτος και πριν αναλάβει καθήκοντα ο δεύτερος. Στην ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια Treccani αναφέρεται ότι ο Girolamo Capello εξελέγη γενικός προβλεπτής Κρήτης στις 21 Οκτωβρίου 1607, έφτασε στην Κρήτη τον Οκτώβριο του 1608 και μετά από περίπου δύο χρόνια, στις 22 Αυγούστου 1610, εκλέχθηκε σύμβουλος της περιφέρειας Cannaregio. Η υγεία του όμως είχε επιδεινωθεί και δεν κάλυψε τη θέση αυτή. Πέθανε στις 30 Σεπτεμβρίου 1611 στα Χανιά, όπου είχε αποσυρθεί φεύγοντας από τον Χάνδακα, επειδή ήλπιζε σε βελτίωση της υγείας του λόγω του κλίματος των Χανίων. Στη σελ. 10 του πρώτου μέρους της έκδοσης του έργου του που εξετάζουμε, ο Lithgow αναφέρει ότι αναχώρησε από το Παρίσι το 1609, στις 7 Μαρτίου. Περιηγήθηκε σε περιοχές της Ιταλίας (στη σελ. 21 αναφέρει ότι περπάτησε τέσσερις φορές από το ένα άκρο της Ιταλίας στο άλλο, αλλά αυτό είναι πιθανότερο να αφορά στο σύνολο των ταξιδιών του), στα Ιόνια Νησιά, στην Πελοπόννησο, έφτασε στην Αθήνα, και από εκεί πήγε στα Κύθηρα και μετά στην Κρήτη. Επειδή αναφέρει ότι μετά την παραμονή του στην Κρήτη για 58 ημέρες (όπου έκανε δυο φορές το γύρο του νησιού, όπως υποστηρίζει) έφτασε στη Μήλο περίπου στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα (30 Νοεμβρίου), αυτό σημαίνει ότι βρισκόταν στην Κρήτη από τον Οκτώβριο έως τα τέλη Νοεμβρίου. Αυτές οι πληροφορίες με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα ο Lithgow βρέθηκε στην Κρήτη το 1610 και όχι το 1609 που αναφέρουν οι περισσότερες πηγές, μεταξύ των οποίων και ο Κυριάκος Σιμόπουλος (Σιμόπουλος, 11η έκδοση α.χ., σ. 480), αλλά και εγώ ο ίδιος, στις σημειώσεις προηγούμενου κειμένου μου. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτω εδώ, αναθεωρώ την άποψή μου. Οι αποστάσεις που διένυσε ο Lithgow και η παραμονή του σε αρκετές περιοχές δικαιολογούν τον περίπου 1,5 χρόνο που έκανε για να φτάσει από το Παρίσι στην Κρήτη, μια απόσταση που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διανύσει σε 6,5 μήνες, λαμβανομένων υπόψη των πολλών ενδιάμεσων σταθμών και των συνθηκών εκείνης της εποχής. Αν και στην αρχική έκδοση του βιβλίου του (1614) αναφέρεται ότι έκανε τον γύρο της Ιταλίας τέσσερις φορές –αυτό δεν το γνωρίζω– τότε ισχυροποιείται η άποψη ότι ταξίδεψε στην Κρήτη το 1610 και όχι το 1609, παρά την τάση υπερβολής και επίδειξης της αντοχής του, που χαρακτηρίζει τη διήγησή του.
[22] Οι αποστάσεις αυτές είναι υπερεκτιμημένες κατά 30% έως 70% σε σχέση με τις πραγματικές.
[23] Ουσιαστικά αποδεικνύεται ότι τα λευκά στιβάνια (“boots of white leather”) υπήρχαν ήδη στις αρχές του 17ου αιώνα στην Κρήτη. Αναφέρεται επίσης ότι και οι γυναίκες φορούσαν λινά παντελόνια και μπότες με τον ίδιο τρόπο με τους άντρες.
[24] Μια από τις πιο θετικές εντυπώσεις του Lithgow είναι η «φυσική κλίση των Κρητικών στο τραγούδι». Είναι σημαντικό ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένα περιστατικά αλλά για έθιμο (“custom”) που ακολουθούσε κάθε οικογένεια. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι Κρητικοί τραγουδούσαν μαντινάδες και ριζίτικα που υπήρχαν και εκείνη την εποχή.
[25] Η παρατήρηση του περιηγητή ότι οι Κρητικοί «θερίζουν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο» πιθανότατα αφορούσε τις θερμότερες περιοχές του νησιού και με ισχυρή δόση υπερβολής δείχνει πόσο πρώιμη φαινόταν η κρητική γεωργία στα μάτια ενός βορειοευρωπαίου.
[26] Πρόκειται για την επαρχία Zeeland της Ολλανδίας. Το Middleborough (Middelburg) ήταν η πόλη προέλευσης και του περιηγητή Jan Somer (περ. 1560-1640) ο οποίος είχε επίσης επισκεφθεί την Κρήτη 19 χρόνια πριν από τον Lithgow, το 1591. (Βλ. το σχετικό άρθρο μου με τίτλο: «Jan Somer: Ο Ολλανδός που περιέγραψε την Κρήτη του 1591», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» τον Μάρτιο του 2026.)
[27] Η μαρτυρία ότι η γκαλιάρδα (galliard), ένας αναγεννησιακός χορός της Δυτικής Ευρώπης χορευόταν στην Κρήτη του 1610, έστω και από μοναχούς, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και αποτελεί ένα πολύτιμο τεκμήριο. Όταν ένας χορός χορεύεται, αφήνει αποτυπώματα – άλλοτε σαφή, άλλοτε υπόγεια. Θα μπορούσε η γκαλιάρδα να έχει επηρεάσει τη διαμόρφωση της σούστας; Ίσως όχι ως αυτούσια μεταφορά μορφής, αλλά ως κινησιολογικό ερέθισμα. Ένα αναπηδητικό μοτίβο, μια συγκεκριμένη αίσθηση ρυθμικής ώθησης, μια ζευγαρωτή δυναμική, θα μπορούσαν να ενσωματωθούν και να προσαρμοστούν σε τοπικό μουσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Αν στραφούμε στην Κρητική σούστα, διαπιστώνουμε έναν επίσης αναπηδητικό, ζευγαρωτό χορό, με ελαστική κίνηση και έντονη ρυθμική ώθηση. Ασφαλώς, η ύπαρξη της μαρτυρίας του Lithgow δεν αποδεικνύει γενετική σχέση μεταξύ γκαλιάρδας και σούστας. Η σούστα εντάσσεται σε ευρύτερο μεσογειακό πλαίσιο αναπηδητικών χορών, ενώ η γκαλιάρδα ανήκει στην αυλική κουλτούρα της δυτικοευρωπαϊκής Αναγέννησης.
Η σούστα, με τον ανάλαφρο και συχνά «πηδηχτό» χαρακτήρα της, φαίνεται να υιοθέτησε στοιχεία που προσιδιάζουν στην ευρωπαϊκή αυτή φόρμα, χωρίς όμως να χάσει τον δικό της, ιδιαίτερο τοπικό χαρακτήρα. Η σούστα έχει τρία βήματα και χορεύεται σε ρυθμό 2/4 ενώ η γκαλιάρδα έχει συνήθως πέντε βήματα σε κάθε μουσικό μέτρο –το λεγόμενο cinque passi, μια πενταμερή κινητική ακολουθία που κατέληγε σε άλμα– και χορεύεται σε ρυθμό 3/4. Η παρουσία Άγγλων και Γάλλων μισθοφόρων στον βενετικό στρατό δημιουργεί ένα ρεαλιστικό κανάλι μεταφοράς χορευτικών προτύπων, αν και η γκαλιάρδα είναι πιθανότερο να είχε μεταφερθεί στην Κρήτη από τους ίδιους τους Βενετούς, επειδή πρωτοεμφανίστηκε στην ιταλική χερσόνησο τον 15ο αιώνα, ή και από μισθοφόρους άλλης εθνικότητας, επειδή ο χορός αυτός ήταν στη μόδα στις ευρωπαϊκές αυλές από τον 16ο αιώνα. Για να αντιληφθείτε την αίσθηση της γκαλιάρδας και να διαπιστώσετε ομοιότητες και διαφορές με την κρητική σούστα στη δομή της κίνησης αξίζει να παρακολουθήσετε τη σύγχρονη αναβίωσή της από το Trinity Laban Conservatoire of Music and Dance του Λονδίνου. Στο YouTube, το βίντεο με τίτλο "Galliard", με τη μουσική των Jeremy Barlow και The Broadside Band και την υποστήριξη της The Historical Dance Society, προσφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα οπτική εμπειρία. Δείτε τον χορό στην ιστοσελίδα: https://www.youtube.com/watch?v=kM-eJ42lmGE
[28] Οι φωτογραφίες του κειμένου προέρχονται από το προσωπικό αρχείο (λήψη: Μιχάλης Γ. Βοσκάκης) και απεικονίζουν γνωστά μνημεία που σχεδόν στο σύνολό τους υπήρχαν στη Κρήτη και το 1610 που την επισκέφθηκε ο Lithgow.
[29] Μέσα στο μεταφρασμένο κείμενο, εκτός από αγκύλες με αρίθμηση που παραπέμπει στις αντίστοιχες «σημειώσεις», περιλαμβάνονται και αγκύλες που περιέχουν παρατηρήσεις μου, σχετικές με τα αναφερόμενα στο πρωτότυπο. Επίσης, το σύμβολο «≈» μπροστά από αριθμούς σημαίνει πως ο αριθμός είναι «περίπου», όχι ακριβώς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ
1. Lithgow William, “Lithgow’s Nineteen Years Travels through the most Eminent Places in the Habitable World. Containing An exact Description of the Customs, Laws, Religion, Policies, and Government of Emperors, Kings, and Princes, also of the Countries and Cities, Trades, Rivers, and Commerce in all Places through which he Travell’d”, London, Printed for John Wright and Thomas Passinger, 1682.
2. Κουτσουράκης Μανώλης Μ., «Συντεκνοκουβέντες», απόσπασμα από το ποίημα: «Η παραγγελιά». Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση, 1970.
3. Πλατάκης Ελευθέριος, «Το Ιδαίον Άντρον». Εκδόσεις «Ανταίος», Ηράκλειο 1965.
4. Σιμόπουλος Κυριάκος, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμ. Α’ 333 μ.Χ. – 1700. Εκδόσεις Πιρόγα – Στάχυ, Αθήνα α.χ. (11η έκδοση).
5. grpolitika, «Κυβερνώντες της νήσου και των περιοχών της Κρήτης».
URL: https://grpolitika.webnode.gr/l/kriti/
6. ARCHLI – Free online books and dictionaries: Dictionary of Greek and Roman Geography, “Matium”.URL:https://archli.com/dictionary/dictionary-of-greek-and-roman-geography/Matium-123403
7. Treccani – Dizionario Biografico Degli Italiani – Volume 18 (1975), “Cappello Girolamo” di Gino Benzoni. URL: https://www.treccani.it/enciclopedia/girolamo-cappello_(Dizionario-Biografico)/
8.The Historical Dance Society: Galliard performed by students of Trinity Laban Conservatoire of Music and Dance. Music by Jeremy Barlow and The Broadside Band. Video on YouTube from May 10, 2017. URL: https://www.youtube.com/watch?v=kM-eJ42lmGE
Μιχάλης Γ. Βοσκάκης
Ιστορικός Ερευνητής – Λογοτέχνης
Προσωπικός ιστότοπος: https://michalisgvoskakis.wordpress.com
