Με του Ικάρου τα φτερά
Με του Ικάρου τα φτερά θα ανεβώ στον ήλιο,
άλλο να ζήσω δε βαστώ στο σκοτεινό το σπήλιο.
Και ας καώ, κι ας γκρεμιστώ, το γ-κόσμο ας αφήσω,
λεύτερος α ντην ύστατη στιγμή μου ξαναζήσω.
Και όσο θα ’μαι στα ψηλά και λεύτερος θα νιώθω,
τα βάσανα που πέρασα όξ’ απ’ το νου θ’ αμπώθω.
Μα α ντο θέλ’ η μοίρα μου και σπάσου ντα φτερά μου,
κι α μ-πέσω σε ψηλό βουνό γή σ’ άκρα του ποτάμου,
σε δέτη γή σε πλάτωμα, στη μέση τση λιβάδας,
θα πω πως θύμα ’μαι κι εγώ μιας μέρας αποφράδας.
Πράμ’ άλλο δεν ερπίζω μπλιο και πράμα δε φοβούμαι·
του Καζαντζάκη τη γραφή συχνιά αναστορούμαι.
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό τεκμήριο από το οδοιπορικό του Ολλανδού περιηγητή Jan Somer (περ. 1560-1640), το έργο του οποίου εκδόθηκε αρχικά το 1649 στην πατρίδα του, όπου ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις. Αργότερα, το 1664, εκδόθηκε και στη Γερμανία με το όνομα του συγγραφέα «εκγερμανισμένο» ως Johann Sommer. Αν και η έκδοση ανήκει στον 17ο αιώνα, οι περιγραφές του Somer ανάγονται στα τέλη του 16ου αιώνα, περί το 1590-1592, κατά τη διάρκεια της περιήγησής του. Ο Somer, ένας ταξιδιώτης από το Middelburg της επαρχίας Zeeland της νοτιοδυτικής Ολλανδίας, μέλος του τάγματος των Βενεδικτίνων, προσφέρει μια μοναδική ματιά στην Κρήτη της όψιμης Βενετοκρατίας, συνδέοντας την πατρίδα του με το Αιγαίο μέσα από συγκρίσεις, όπως όταν παραβάλλει το ύψος του φρουρίου της Γραμβούσας με το δημαρχείο της γενέτειράς του, προσφέροντας μια ανθρωποκεντρική διάσταση στην περιήγηση.
Οφείλω να επισημάνω ότι η μαρτυρία του Somer, παρά τη ζωντάνια της, πρέπει να διαβάζεται με προσοχή, καθώς η γερμανική έκδοση του 1664 περιλαμβάνει πληροφορίες που δημιουργούν ορισμένες ιστορικές ανακρίβειες και, είτε αποτελούν προσθήκες του εκδότη στην αρχική έκδοση του βιβλίου ώστε να φαίνεται το κείμενο επίκαιρο, είτε, κάποιες από αυτές, μπορεί να οφείλονται σε χρονική απόσταση μεταξύ του ταξιδιού και της συγγραφής του κειμένου. Τα σφάλματα αυτά όμως έχουν ως αποτέλεσμα να εγείρονται αμφιβολίες για το αν ο Somer ταξίδεψε πραγματικά στην Κρήτη. Για παράδειγμα, αναφέρει την πτώση των Χανίων το 1648 και του Ρεθύμνου ως ήδη συντελεσμένη, ενώ στην πραγματικότητα τα Χανιά καταλήφθηκαν το 1645 και το Ρέθυμνο το 1646, γεγονότα που συνέβησαν δεκαετίες μετά την επίσκεψη του συγγραφέα στο νησί, που πραγματοποιήθηκε το 1591. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή του για τον «Λαβύρινθο», τον οποίο ο Somer ταυτίζει με το αρχαίο λατομείο της Γόρτυνας. Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί την κριτική του σκέψη παραθέτοντας την άποψη του Pierre Belon ότι πρόκειται για τεχνητό λατομείο, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει τις λαϊκές δοξασίες για «οστά γιγάντων», που πιθανότατα ήταν απολιθώματα προϊστορικών θηλαστικών.
Παράλληλα, ο Somer μάς παραδίδει πολύτιμες οικονομικές πληροφορίες για τη «βαριά βιομηχανία» της εποχής, την αμπελουργία, περιγράφοντας με λεπτομέρειες την παραγωγή και τις τιμές εκλεκτών κρασιών όπως η μαλβαζία, το μοσχάτο και το λιάτικο. Σημειώνει μάλιστα την εξειδίκευση των περιοχών, αναγνωρίζοντας το Ρέθυμνο ως κορυφαίο στην παραγωγή μοσχάτου και τον Χάνδακα στη μαλβαζία και το λιάτικο. Τέλος, οι γεωγραφικές του υπερβολές για το ύψος του Ψηλορείτη, από όπου ισχυρίζεται ότι φαίνεται ακόμα και η Χίος, αναδεικνύουν το δέος που προκαλούσε το κρητικό τοπίο στους Ευρωπαίους της εποχής, καθιστώντας το οδοιπορικό του μια πολύτιμη, αν και ενίοτε μυθοπλαστική, τοιχογραφία της Κρήτης λίγο πριν την οριστική οθωμανική κατάκτηση.
Η αξία του οδοιπορικού του Somer δεν έγκειται στην ακρίβεια των πληροφοριών του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει τη ματιά ενός Ευρωπαίου του 17ου αιώνα απέναντι στην Κρήτη: μια ματιά όπου η αρχαιότητα, η φαντασία και η σύγχρονη πραγματικότητα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα. Ο Somer αντλεί τις γνώσεις του από την κλασική γραμματεία (Οβίδιο, Λουκιανό, Ηρόδοτο), από αφηγήσεις ντόπιων οδηγών και από προσωπικές εμπειρίες, τις οποίες συνδυάζει χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στον μύθο, την ιστορία και την παρατήρηση.
Παρακάτω παραθέτω, σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, το απόσπασμα του κειμένου που αφορά στην Κρήτη –όπου ο περιηγητής έφτασε από τη Ζάκυνθο– και αντιστοιχεί στις σελίδες 20-30 του βιβλίου, στη γερμανική έκδοση της Φρανκφούρτης (1664), που έκδόθηκε με τίτλο: “Johann Sommers See- und Land-Reiß nach der Levante Das Ist Nach Italien, Candia, Cypern, Rhodes, Egypten, Syrien ... ; Wobey alle diese Insulen und Landschaften etc. beschrieben sind” («Το Θαλάσσιο και Χερσαίο Ταξίδι του Γιόχαν Σόμερ προς τη Λεβάντε, δηλαδή προς την Ιταλία, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Ρόδο, την Αίγυπτο, τη Συρία ...· όπου περιγράφονται όλα αυτά τα νησιά και οι περιοχές κ.λπ.») Το βιβλίο έχει ψηφιοποιηθεί από τη Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη (BSB) και διατίθεται προς λήψη σε μορφή PDF μέσω του ακόλουθου συνδέσμου:
https://download.digitale-sammlungen.de/BOOKS/download.pl?ersteseite=1&letzteseite=238&id=11428896&ersteseite=1&letzteseite=238&vers=d&nr=&weiter=WEITERE+SEITEN
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Άφιξη στο νησί της Κρήτης και περιγραφή των οχυρών:
1.Γραμβούσα. 2. Χανιά. 3. Σούδα. 4. Ατυχές συμβάν του συγγραφέα. 5. H πόλη της Κάντια. 6. O Λαβύρινθος. 7. Και τα βουνά του Δία και της Ίδης μαζί με την πόλη του Ρεθύμνου.
1. Στις 17 του μηνός είδαμε το νησί Αντικύθηρα [στο πρωτότυπο: Cerigotto], 40 μίλια από την Κρήτη. Επειδή τα νερά που έρχονται από το Αρχιπέλαγος ή το Αιγαίο Πέλαγος έχουν εκεί ένα ισχυρό ρεύμα, δεν μπορέσαμε να φτάσουμε στην Κρήτη νωρίτερα από τις 19 του μηνός. Καθώς ο άνεμος ήταν νοτιοδυτικός, δεν μπορέσαμε να περάσουμε το Ακρωτήριο Σπάθα [στο πρωτότυπο: Capo Spade], το οποίο είναι πολύ δύσκολο να προσπεράσεις με αντίθετο άνεμο. Έτσι, αναγκαστήκαμε να μπούμε σε ένα «τυφλό» λιμάνι, όπου δεν υπήρχαν σπίτια, παρά μόνο ένα μεγάλο, ισχυρό κάστρο που έχουν χτίσει εκεί οι Βενετοί. Βρίσκεται πάνω σε έναν βράχο, τόσο ψηλό όσο ο πύργος του Δημαρχείου στο Middelburg του Zeeland, και ονομάζεται Γραμβούσα πάνω στο οποίο σταθμεύουν Βενετοί στρατιώτες για φρουρά. Εδώ βλέπει κανείς το βουνό, όπου ο Δαίδαλος έμαθε στον γιο του, τον Ίκαρο (Υποσημ. 1) να πετάει [1]. Σε αυτό το λιμάνι μείναμε ακίνητοι για τρεις ημέρες και ο Διοικητής του κάστρου κάλεσε τον πλοίαρχο και τους ταξιδιώτες ως φιλοξενούμενους· επειδή όμως ήταν τόσο ψηλά, εγώ δεν πήγα μαζί τους. Από το κάστρο μπορεί κανείς να δει τον Μοριά ή την Πελοπόννησο στην Τουρκία, και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το μέρος όπου οι Βενετοί νίκησαν ένδοξα τους Τούρκους, για το οποίο θα κάνω εκτενή αναφορά αργότερα, καθώς κατά την επιστροφή μου έμεινα εκεί για λίγο.
Στις 23 του μηνός αποπλεύσαμε από τη Γραμβούσα και περάσαμε το Ακρωτήριο Σπάθα όχι
Χωρίς κίνδυνο· το βράδυ φτάσαμε στην πόλη Χανιά, και επειδή ήταν ήδη αργά, δεν βγήκαμε στη στεριά εκείνο το βράδυ.
Στις 24 βγήκαμε από το πλοίο και μπήκαμε στην πόλη.
Υποσημ. 1: Σχετικά με αυτή την πτήση γράφει εκτενέστερα ο ευφυής ποιητής Οβίδιος στο όγδοο βιβλίο του με τίτλο «Μεταμορφώσεις». Αυτός ο Δαίδαλος ήταν ένας εξαίρετος τεχνίτης από την Αθήνα, ο πιο εφευρετικός της εποχής του. Λέγεται ότι εφηύρε το πριόνι, το τσεκούρι, τη στάθμη, το τρυπάνι, την κόλλα και το κονίαμα, καθώς και ότι πρώτος τοποθέτησε πανιά και κατάρτια στα πλοία· γι' αυτό ίσως και οι ποιητές του απέδωσαν φτερά.
Αυτός ο Δαίδαλος έχτισε επίσης τον Λαβύρινθο ή τον «Κήπο της Πλάνης» στην Κρήτη (που σήμερα ονομάζεται Candia), για τον οποίο υπάρχει ξεχωριστή περιγραφή παρακάτω (υπό τον αριθμό 6). Μετά από αυτό, ο ίδιος και ο γιος του ο Ίκαρος φυλακίστηκαν από τον Μίνωα, τον τότε βασιλιά της Κρήτης, επειδή είχε βοηθήσει την Πασιφάη, τη σύζυγο του βασιλιά, η οποία είχε ερωτευτεί έναν ταύρο· [της έφτιαξε] μια τόσο τεχνητή ξύλινη αγελάδα, ώστε μπόρεσε να κρυφτεί μέσα σε αυτήν και να ενωθεί με τον ταύρο, πιστεύοντας εκείνος ότι ήταν μια αληθινή αγελάδα.
Καθώς ο Δαίδαλος δεν έβλεπε τρόπο διαφυγής, σκέφτηκε ένα ιδιαίτερο τέχνασμα: προσποιήθηκε ότι ήθελε να κάνει κάτι παράξενο για να εξευμενίσει τον βασιλιά και έφτιαξε για τον εαυτό του και τον γιο του φτερά από κερί και πούπουλα. Μόλις τα ετοίμασε, πέταξε μαζί με τον γιο του από την Κρήτη ή Candia προς τη Σαρδηνία. Ο γιος όμως δεν άκουσε τη συμβουλή του πατέρα του και πέταξε πολύ ψηλά προς τον ήλιο, με αποτέλεσμα οι ακτίνες του να λιώσουν το κερί στα φτερά, κι έτσι έπεσε στη θάλασσα, η οποία ονομάστηκε έκτοτε από αυτόν Ικάριο Πέλαγος.
Ο Λουκιανός γράφει στο βιβλίο του Περί Αστρολογίας [κατά την κυρίαρχη σύγχρονη κριτική των κειμένων, το “De Astrologia” αν και παραδοσιακά αποδίδεται στον Λουκιανό θεωρείται ψευδεπίγραφο έργο] ότι ο Δαίδαλος ήταν Μαθηματικός ή τεχνίτης και ο γιος του ο Ίκαρος είχε διδαχθεί την Αστρολογία ή την τέχνη των άστρων· εκείνος όμως από νεανικό ζήλο θέλησε να ανέβει πολύ ψηλά και φαντάστηκε περισσότερες γνώσεις από όσες είχε, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από την αλήθεια και με αυτόν τον τρόπο έπεσε σαν σε μια απύθμενη θάλασσα κάθε είδους πραγμάτων και σφαλμάτων.
2. Τα Χανιά είναι τόσο μεγάλα όσο το Arnemuiden [2] στο Zeeland. Είδα εκεί ένα δημόσιο συντριβάνι, το οποίο εκτόξευε το νερό με πολύ τεχνικό τρόπο· όπως επίσης και ένα παλάτι από λευκό μάρμαρο, στο οποίο συνηθίζει να διαμένει ο Βενετός Ρέκτορας ή Διοικητής. Όμως, από εκείνη την εποχή, και συγκεκριμένα το έτος 1648, αυτή η προνομιακή τοποθεσία και το πολύ ισχυρό φρούριο καταλήφθηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι το κατέχουν ακόμη και σήμερα.
3. Δώδεκα μίλια από την πόλη των Χανίων προς την πόλη της Κάντια, βρίσκεται ένα άλλο κάστρο, ονομαζόμενο Σούδα, το οποίο είναι ένα λιμάνι για περισσότερες από 1500 γαλέρες· είναι το ισχυρότερο κάστρο που έχουν οι Βενετοί σε αυτό το νησί. Ο λόγος είναι ότι οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να το πάρουν από τους Βενετούς· επειδή όμως η πόλη και ολόκληρο το νησί εξαρτώνται από αυτό, τους απέκρουαν πάντοτε. Έτσι, υπάρχει ο φόβος ότι οι Τούρκοι θα επιδιώξουν και πάλι να γίνουν κύριοί του με τη βία, διότι είναι το ωραιότερο λιμάνι στη Λεβάντε· γι' αυτό και η Βενετία έχει εδώ πολλά πυροβόλα και στρατιώτες. Το οχυρό βρίσκεται μέσα στο νερό, χτισμένο πάνω σε βραχώδη θεμέλια, και στο ύψος του νερού έχει παράθυρα ή πολεμίστρες, όπου βρίσκονται τοποθετημένα μεγάλα μεταλλικά κανόνια. Λέγεται ότι η βενετική διοίκηση διατηρεί εκεί πάνω από 600 στρατιώτες. Ήμουν μέσα, αλλά δεν μου επετράπη να κυκλοφορώ μόνος μου, ούτε να πλησιάσω τα πυροβόλα. Το μέρος είναι εξαιρετικά οχυρωμένο, έτσι ώστε θα είναι πολύ δύσκολο για τους Τούρκους να το καταλάβουν. Από εδώ επέστρεψα πάλι στα Χανιά [3].
Στις 26 του μηνός, αφού το πλοίο μας ξεφόρτωσε κάποια εμπορεύματα, αποπλεύσαμε από τα Χανιά για την πόλη της Κάντια [4], η οποία απέχει 32 μίλια από τα Χανιά [5].
4. Στις 27 του μηνός φτάσαμε στην Κάντια και βγήκαμε αμέσως στη στεριά. Εκεί βρήκαμε ένα γερμανικό και ένα αγγλικό πλοίο, τα οποία είχαν ναυλωθεί ή μισθωθεί από Άγγλους για να πλεύσουν για μοσχάτο και να παραλάβουν λάδι της Κρήτης. Χάρηκα πολύ γι' αυτό και αναζήτησα ένα κατάλυμα. Εν τω μεταξύ, με συνάντησε ο πλοίαρχος του γερμανικού πλοίου και καθώς είδε ότι ήμουν συμπατριώτης του και ότι βρεθήκαμε και οι δύο σε τόσο μακρινές χώρες, με παρακάλεσε να πάω στο πλοίο του μέσα σε μισή ώρα. Ήθελε να μου προσφέρει καλή λονδρέζικη μπίρα και “Aberdaen” ή παστό μπακαλιάρο με βούτυρο. Αυτό ήταν ένα φαγητό που είχα πολύ καιρό να φάω και το λαχταρούσα· έτσι, αφού βρήκα κατάλυμα, νοίκιασα ένα δωμάτιο για 4 ή 5 ημέρες, τακτοποίησα τα πράγματά μου και αμέσως μετά, μαζί με έναν άλλον από το Danziger [Danzig– το σημερινό Gdansk της Πολωνίας] που είχε έρθει μαζί μου από τη Βενετία, πήγαμε στο πλοίο με την πρόθεση να προγευματίσουμε εκεί.
Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά: διότι καθώς προσπαθούσα να ανεβώ στο πλοίο και ενώ ήμουν σχεδόν επάνω, ο ναύτης άφησε το χέρι του πολύ νωρίς, με αποτέλεσμα να πέσω στο νερό ανάμεσα στο πλοίο και τη βάρκα. Δύο από αυτούς πήδηξαν αμέσως πίσω μου, αλλά επειδή δεν ήξερα κολύμπι, παρασύρθηκα κάτω από το πλοίο και εκείνοι που πήδηξαν για να με σώσουν ήταν πολύ αργοί για να με πιάσουν. Τελικά με ανέσυραν σχεδόν νεκρό και επειδή ο ήλιος έκαιγε πολύ, με έγδυσαν αμέσως, με τοποθέτησαν με την κοιλιά πάνω σε ένα βαρέλι και με κυλούσαν πέρα-δώθε μέχρι που βγήκε από μέσα μου πολύ νερό και άρχισα να συνέρχομαι κάπως. Στη συνέχεια με μετέφεραν στη στεριά και με έβαλαν στο κρεβάτι στο κατάλυμά μου.
Την επόμενη ημέρα ένιωθα καλύτερα και πήγα πάλι στο πλοίο για να ικανοποιήσω την επιθυμία μου για μπίρα και προγευμάτισα εκεί καλά. Το απόγευμα πήγα να μάθω αν υπήρχε κάποιο πλοίο που να φεύγει για την Κωνσταντινούπολη· έμαθα πως όχι, αλλά ότι τρία πλοία ήταν έτοιμα στο λιμάνι του Ρεθύμνου, 60 μίλια από την Κάντια, και ότι θα περνούσαν περίπου οκτώ ημέρες μέχρι να μπορέσουν να αποπλεύσουν.
Όταν το άκουσα αυτό, μου φάνηκε καλή ιδέα στο μεταξύ να δω την πόλη και το εμπόριο που διεξάγεται στην Κάντια και στην ύπαιθρο, καθώς και όσα ξένα πράγματα είχα ακούσει και διαβάσει προηγουμένως ότι συναντά κανείς εκεί.
5. Η Κάντια, η πόλη από την οποία ολόκληρο το νησί (που στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Κρήτη) πήρε το σημερινό του όνομα, πρέπει να είναι σε μέγεθος όσο είναι τώρα το Middelburg, ή λίγο μεγαλύτερο. Μέσα στην πόλη δεν βλέπει κανείς τίποτα αξιοσημείωτο, εκτός από ένα οχυρό κάστρο που στέκεται στην είσοδο του λιμανιού. Κάποτε συνέβη εδώ μια μεγάλη πυρκαγιά, με αποτέλεσμα από εκείνη την εποχή η πόλη να μην έχει ανοικοδομηθεί πολύ. Τα σοκάκια είναι εντελώς λασπωμένα και ακάθαρτα, και τα σπίτια στέκονται ως επί το πλείστον χωριστά το ένα από το άλλο, έτσι ώστε η πόλη να μοιάζει σχεδόν με μια κατεστραμμένη Τροία.
Στην αγορά έχει ο Δούκας ή ο ανώτατος κυβερνήτης το παλάτι του, ο οποίος είναι Βενετός στην καταγωγή και στέλνεται εκεί από τη διοίκηση της Βενετίας ως Δούκας για 30 μήνες· κυβερνά εκεί εντελώς απόλυτα, ως ηγεμόνας, και άλλοι κυβερνήτες είναι υφιστάμενοί του, εκτός από έναν άλλον που έχει τη διοίκηση του στρατεύματος. Ο Δούκας δεν βγαίνει ποτέ έξω χωρίς μεγαλοπρέπεια και με 30 μουσικούς.
Στην πόλη δεν διεξάγεται κανένα ιδιαίτερα μεγάλο εμπόριο, παρά μόνο με μοσχάτο, μαλβαζία και κερί, είδη τα οποία αυτό το νησί διαθέτει σε αφθονία. Το μοσχάτο το πουλάνε εκεί προς 22 χρυσές κορώνες το βαρέλι, ελεύθερο πάνω στο πλοίο. Φτιάχνουν επίσης ένα συγκεκριμένο κρασί που το ονομάζουν λιάτικο, το οποίο είναι εξαιρετικό· βρίσκει κανείς πολύ από αυτό και στη Βενετία, όπου στέλνεται από την Κάντια και το πουλάνε προς 36 χρυσές κορώνες το βαρέλι. Η μαλβαζία κοστίζει 18 χρυσές κορώνες το βαρέλι. Πρέπει όμως να γνωρίζετε ότι στο Ρέθυμνο φτιάχνουν το καλύτερο μοσχάτο, και στην Κάντια την καλύτερη μαλβαζία και λιάτικο [6].
6. Στις 29 του μηνός, τρία άτομα μαζί, ανεβήκαμε σε μουλάρια για να πάμε να δούμε τον Λαβύρινθο ή τον Κήπο της Πλάνης, ο οποίος βρίσκεται 30 μίλια από την Κάντια· και αφού φτάσαμε εκεί, αναζητήσαμε εκείνον τον άνθρωπο που θα μας οδηγούσε μέσα· ο οποίος, όταν τον βρήκαμε, δεν ήθελε να μας αφήσει να μπούμε, προτού συμφωνήσουμε μαζί του για το πόσα σκοπεύαμε να του δώσουμε· όπως και έγινε. Κατόπιν αυτού, άναψε τρία ή τέσσερα φώτα [λυχνάρια ή δαδιά – στο πρωτότυπο: Liechter] και τα πήρε μαζί του. Καθώς φτάσαμε μπροστά στον Λαβύρινθο, μας έδεσε ένα σχοινί γύρω από τη μέση και άφησε έτσι τον έναν μετά τον άλλον να κατέβει μέσα στην τρύπα, κάτι που ήταν κάπως επικίνδυνο. Προηγουμένως όμως μας απαγόρευσε να κάνουμε έστω και ένα βήμα, παρά να στεκόμαστε ακίνητοι μέχρι να κατέβει και ο ίδιος σε εμάς· και τότε έδωσε στον καθένα μας από ένα φως στο χέρι.
Αφού κατέβηκε και ο ίδιος με μεγάλη προσπάθεια, έβγαλε από μια τρύπα μερικά κεριά από μελισσοκέρι, τα άναψε και δέθηκε και ο ίδιος γερά γύρω από τη μέση του με το ίδιο εκείνο σχοινί. Στη συνέχεια το στερέωσε σε έναν μεγάλο σιδερένιο γάντζο που βρισκόταν δίπλα στην τρύπα από όπου είχαμε κατέβει και μας διέταξε ο ένας πίσω από τον άλλον να πιάσουμε το σχοινί με το χέρι και να τον ακολουθήσουμε, πράγμα που κάναμε. Έτσι μας οδήγησε πολύ βαθιά κάτω στη γη, όπου υπήρχαν πολλές όμορφες μαρμάρινες και αλαβάστρινες κολόνες, καθώς και πολλοί διαφορετικοί θάλαμοι, χωρισμένοι με πηλό και άλλα υλικά, οι οποίοι ήταν κατασκευασμένοι με τόσο θαυμαστό τρόπο, που δεν μπορώ να τον περιγράψω. Διότι κάθε θάλαμος δεν είχε [διακριτή] πόρτα, κι όμως μπαίναμε μέσα και βγαίναμε πάλι έξω, χωρίς να ξέρουμε πώς ή με ποιον τρόπο.
Μας οδήγησε παραπέρα σε έναν στάβλο, τριγύρω περιφραγμένο με μεγάλα μεταλλικά κιγκλιδώματα· στη μέση στεκόταν μια μεγάλη σιδερένια σκάφη, σαν αυτές από τις οποίες τρώνε οι χοίροι, και αυτή ήταν στερεωμένη γερά σε κάθε πλευρά με μια σιδερένια αλυσίδα. Σε αυτόν τον στάβλο, μου είπαν οι Έλληνες, στεκόταν ο Μινώταυρος. Μας οδήγησε ακόμη πιο πέρα, όπου είδαμε τέσσερα κελιά, σαν αυτά που συνηθίζουν να έχουν οι μοναχοί, μέσα στα οποία υπήρχαν κρεβάτια φτιαγμένα από μάρμαρο, τόσο όμορφα στην όψη. Καθώς βγαίναμε πάλι έξω, μας οδήγησε από έναν άλλον δρόμο, όπου είδαμε να κρέμονται στον τοίχο μερικά ανθρώπινα κεφάλια, καθώς και οστά από κνήμες και μπράτσα, τα οποία ήταν πολύ μεγάλα και αξιοπερίεργα, που ήταν ορατά. Μας είπε ότι αυτά τα οστά ανήκαν σε γίγαντες, οι οποίοι πριν από πολλά χρόνια κατοικούσαν σε αυτό το νησί. Θα έπρεπε (όπως είπε) να είχαμε δει ακόμη περισσότερες αρχαιότητες ή παλαιά πράγματα, αλλά επειδή ένας από εμάς αισθάνθηκε αδιαθεσία από τους ατμούς, έπρεπε να βγούμε πάλι έξω. Αφήσαμε τον άνδρα να ανέβει πρώτος, ο οποίος στη συνέχεια μας τράβηξε επάνω, σε στέρεο έδαφος, με μεγάλη προσπάθεια. Λέγεται ότι αυτός ο Λαβύρινθος ή Κήπος της Πλάνης (Υποσημ. 2) εκτείνεται κάτω από τη γη για πάνω από 150 μίλια (δηλαδή ιταλικά μίλια, εκ των οποίων τα 4 αντιστοιχούν σε 1 κοινό γερμανικό). Δεν επιτρεπόταν όμως σε κανέναν να προχωρήσει παραπέρα, λόγω του φόβου για κάποια δηλητηριώδη ζώα που μπορεί να ζουν εκεί μέσα.
Υποσημ. 2: Οι ποιητές, και ανάμεσά τους κυρίως ο Οβίδιος, διηγούνται, όπως προαναφέρθηκε, ότι η Πασιφάη, η σύζυγος του Μίνωα, βασιλιά της Κρήτης (που σήμερα ονομάζεται Candia), ερωτεύτηκε έναν ταύρο ή ένα νεαρό βόδι. Προκειμένου να μπορέσει να απολαύσει τον έρωτά της, ο τεχνίτης Δαίδαλος, ο οποίος διέμενε εκεί ως εξόριστος από την Αθήνα, της κατασκεύασε μια ξύλινη αγελάδα, μέσα στην οποία μπήκε η Πασιφάη. Έτσι, ο ταύρος (νομίζοντας ότι πρόκειται για αληθινή αγελάδα) παρακινήθηκε από επιθυμία και ζευγάρωσε μαζί της μέσα στην αγελάδα. Από αυτό, η ακόλαστη γυναίκα έμεινε έγκυος και γέννησε τον Μινώταυρο· αυτός ήταν ένα τέρας ή μια δυσπλασία, από πάνω άνθρωπος και από κάτω ταύρος.
Για αυτό το τέρας χτίστηκε από τον Δαίδαλο αυτός ο Λαβύρινθος με τόσο τεχνικό τρόπο, ώστε ο ίδιος ο δημιουργός του μόλις που κατάφερε να βγει από αυτόν. Όταν ο βασιλιάς Μίνωας έμαθε ότι ο Δαίδαλος είχε βοηθήσει τη σύζυγό του σε μια τόσο επονείδιστη πράξη, φυλάκισε τον ίδιο μαζί με τον γιο του Ίκαρο εκεί μέσα, από όπου όμως εκείνοι δραπέτευσαν (όπως αναφέρθηκε παραπάνω στον αριθμό 1).
Αυτός ο Μινώταυρος ή το βόδι-άνθρωπος, με διαταγή του βασιλιά Μίνωα (η οποία, όπως διηγούνται οι ποιητές, του δόθηκε ως συμβουλή από τους θεούς), κλείστηκε στον εν λόγω Λαβύρινθο, όπου έπρεπε να τρέφεται με ανθρώπινο κρέας. Και για τον σκοπό αυτό, οι Αθηναίοι (λόγω της συμμαχίας που τους είχε επιβληθεί από τον βασιλιά Μίνωα) έπρεπε να παραδίδουν ετησίως επτά από τα παιδιά τους. Όταν κατά το τρίτο έτος ο κλήρος έπεσε σε έναν όμορφο νεαρό, ονομαζόμενο Θησέα, ο οποίος ήταν γιος του Αιγέα, του βασιλιά των Αθηναίων, στάλθηκε εκεί και εισήλθε στον Λαβύρινθο για να καταβροχθιστεί από τον ταύρο-άνθρωπο. Τον λυπήθηκε όμως η Αριάδνη, η κόρη του βασιλιά Μίνωα, και του έδωσε τη συμβουλή να πάρει μαζί του ένα κουβάρι νήμα, να δέσει την άκρη στην είσοδο και στη συνέχεια να προχωρά συνεχώς μέχρι να βρει το θηρίο, το οποίο και σκότωσε. Μετά από αυτό, κρατώντας το νήμα, μπόρεσε να βρει πάλι την έξοδο, οπότε και διέφυγε μαζί της με προορισμό την πατρίδα του. Με αυτόν τον τρόπο ο Θησέας απελευθέρωσε τους συμπατριώτες του Αθηναίους από τον φρικτό ζυγό που τους είχε επιβάλει ο βασιλιάς Μίνωας. Όσο για την Αριάδνη, την εγκατέλειψε στη συνέχεια και την άφησε στον δρόμο.
Ο Σέρβιος ερμηνεύει αυτόν τον μύθο ως εξής: λέει ότι ο Ταύρος (λέξη που τόσο στους Λατίνους όσο και στους Έλληνες σημαίνει έναν επιβήτορα) ήταν ένας γραμματέας στην αυλή του βασιλιά Μίνωα, ο οποίος, κατά την απουσία του κυρίου του, διέπραξε μοιχεία με τη βασίλισσα Πασιφάη μέσα στο σπίτι του Δαιδάλου· και ότι αργότερα η Πασιφάη γέννησε δίδυμα, εκ των οποίων το ένα έμοιαζε στον βασιλιά Μίνωα και το άλλο στον Ταύρο· από εκεί φαίνεται πως προήλθε ο μύθος ότι η Πασιφάη έφερε στον κόσμο τον Μινώταυρο, αυτό το διφυές τέρας.
Ο ευφυής Δαίδαλος είχε αντιγράψει αυτόν τον Λαβύρινθο από έναν άλλον που βρισκόταν στην Αίγυπτο, κοντά στην πόλη των Κροκοδείλων, του οποίου είχε μαζί του το σχέδιο. Εκείνος ο Λαβύρινθος περιγράφεται από τον Έλληνα ιστορικό Ηρόδοτο στο δεύτερο βιβλίο του, το ονομαζόμενο «Ευτέρπη», ως εξής:
«Έχω δει αυτό το έργο ή το αριστούργημα (λέει ο ίδιος) και είναι αληθινά πιο μεγαλοπρεπές από όσο μπορεί κανείς να το περιγράψει. Διότι αν συγκρίνει κανείς όλα τα οικοδομήματα και τα κάστρα που βρίσκονται στην Ελλάδα, θα διαπιστώσει ότι εκείνα απαιτούσαν πολύ λιγότερες δαπάνες και κόπο από ό,τι αυτός ο Λαβύρινθος. Γνωρίζω βέβαια ότι ο ναός στην Έφεσο και εκείνος στη Σάμο είναι αξιόλογοι, αλλά μπροστά στις Πυραμίδες θα έπρεπε να στερηθούν κάθε επαίνου, καθώς εκείνες είναι μεγαλύτερες από όσο μπορεί κανείς να πει ή να πιστέψει. Διότι μια μόνο από αυτές μπορεί κάλλιστα να συγκριθεί με όλα τα ελληνικά οικοδομήματα μαζί. Όμως, αυτός ο Λαβύρινθος τα ξεπερνά όλα, ακόμα και τις Πυραμίδες. Διότι, πρώτον, υπάρχουν εκεί 12 θολωτές αίθουσες, των οποίων οι θύρες βρίσκονται αντικριστά η μία στην άλλη, έξι προς τον Βορρά και έξι προς τον Νότο, και ακολουθούν στενά η μία την άλλη, ενώ όλες μαζί περιβάλλονται εξωτερικά από ένα τείχος. Όλα τα οικοδομήματα είναι διπλά, το ένα τμήμα κάτω από τη γη και το άλλο πάνω από τη γη. Κάθε μία από αυτές τις αίθουσες ή τα τμήματα έχει 1500 δωμάτια, έτσι ώστε και τα δύο μαζί, κάτω και πάνω από τη γη, αριθμούν 3000 δωμάτια, τα οποία είναι χωρισμένα σε αίθουσες, κάμαρες, δωμάτια, πύλες, στοές και διαδρόμους.
Όλα όσα βρίσκονται πάνω από τη γη, τα έχω περπατήσει ο ίδιος και τα διηγούμαι όπως τα είδα. Για το κάτω τμήμα των κτισμάτων γνωρίζω μόνο από όσα άκουσα, καθώς οι διοικητές και οι επιβλέποντες εκεί δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να μου επιτρέψουν να δω τα εσωτερικά και υπόγεια δωμάτια, προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι εκεί βρίσκονταν οι τάφοι εκείνων των βασιλέων που έχτισαν τον Λαβύρινθο, καθώς και οι τάφοι των ιερών κροκοδείλων. Το επάνω μέρος το είδαμε ως το πιο εξαίσιο έργο που μπορεί να έχει πλαστεί από ανθρώπινα χέρια. Διότι οι θύρες περνούν μέσα από τους θόλους προς τις κάμαρες, τους διαδρόμους και τις στροφές· από μια αίθουσα περνάς στην άλλη και από εκεί βλέπεις από όλες τις πλευρές μια μεγάλη ποικιλία που προκαλεί θαυμασμό. Από τις πύλες μπαίνεις στις αίθουσες, από εκεί στα δωμάτια, από εκεί πάλι πίσω στις στοές, σε άλλες αίθουσες και θόλους.
Το υλικό όλου του έργου είναι καθαρή πέτρα. Οι τοίχοι, καθώς και οι θόλοι στα δωμάτια, είναι ως επί το πλείστον λαξευμένοι με κάθε είδους ανάγλυφα και κάθε αίθουσα (εκτός από την πύλη) περιβάλλεται στην είσοδο και την έξοδο από μεγάλους κίονες ή πεσσούς από λευκή πέτρα, εξαιρετικά λαξευμένους και καθαρά γυαλισμένους. Επιπλέον, στη γωνία του δαιδαλώδους διαδρόμου όπου τελειώνει ο Λαβύρινθος, υψώνεται μια Πυραμίδα ύψους 40 οργιών, τετράπλευρη και με μεγάλες εικόνες ζώων λαξευμένες πάνω της· ολόκληρο το έργο, στο οποίο δεν μπορεί κανείς να μπει παρά μόνο από κάτω από τη γη.»
Αυτά γράφει ο Έλληνας Ηρόδοτος για τον θαυμαστό αιγυπτιακό Λαβύρινθο, βάσει του σχεδίου του οποίου λέγεται ότι χτίστηκε από τον τεχνίτη Δαίδαλο ο αντίστοιχος στην Κρήτη. Από όλα αυτά όμως, όσα βρίσκονταν πάνω από την επιφάνεια της γης και για τα οποία λέει ο Ηρόδοτος ότι τα είδε, δεν υπάρχει σήμερα τίποτα πλέον· όπως επίσης και ο δικός μας συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτα γι' αυτά. Ο P. Belon, ο οποίος βρέθηκε επίσης στην Κρήτη, λέει ότι αυτός είναι ένας ψεύτικος Λαβύρινθος και όχι ο πραγματικός, παρόλο που οι κάτοικοι τον θεωρούν τέτοιο και τον ονομάζουν έτσι. Αντίθετα (όπως αναφέρει), πρόκειται για ένα λατομείο πέτρας, από όπου παλαιότερα έβγαζαν μεγάλες ποσότητες από όμορφες σκληρές πέτρες, με τις οποίες άρχισαν τότε να χτίζουν τις πόλεις Γόρτυνα και Κνωσό. Είναι αλήθεια (λέει παρακάτω) ότι υπάρχουν πολλά σοκάκια, σπηλιές και διάδρομοι εκεί μέσα, που εδώ και εκεί διασταυρώνονται μεταξύ τους, όπως ακριβώς σε έναν τεχνητό Λαβύρινθο, ο οποίος απαιτεί μεγάλη τέχνη. Όμως όλα αυτά είναι σοκάκια και σπήλαια που προέκυψαν από την εξόρυξη των λίθων, με τους οποίους χτίστηκαν οι προαναφερθείσες πόλεις, οι οποίες βρίσκονται σε κοντινή απόσταση στο νησί της Κρήτης, αν και τώρα είναι εντελώς ερειπωμένες, όπως μπορεί κανείς ακόμα να δει από τα απομεινάρια τους [7].
7. Στις 30 του μηνός ίππευσα από εκεί προς το Monte Iovis, δηλαδή το Βουνό του Δία (Υποσημ. 3), όπου μέσα σε μια σπηλιά είδα θαυμαστά λυχνάρια και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα, τα οποία ήταν φτιαγμένα με πολύ παλαιό τρόπο και βρίσκονταν πολύ βαθιά κάτω από τη γη, έτσι ώστε κανείς δεν μπορούσε να πάρει τίποτα από αυτά. Από εδώ ιππεύσαμε προς το Monte Mercury, δηλαδή το Βουνό του Ερμή, και από εκεί προς το Όρος Ίδη [Ψηλορείτης] [8], για το οποίο λένε ότι είναι ένα από τα τέσσερα υψηλότερα βουνά του κόσμου· διότι χρειαστήκαμε για την ανάβαση, πηγαίνοντας όσο γρήγορα μπορούσε ένα μουλάρι, μιάμιση ημέρα, και για την κατάβαση δύο ημέρες. Από αυτό το βουνό βλέπει κανείς το Αρχιπέλαγος με τα νησιά του, καθώς και το πιο απομακρυσμένο νησί, τη Χίο, η οποία απέχει από την Κρήτη 300 ιταλικά μίλια. Δεν είδαμε τίποτα άλλο ιδιαίτερο πάνω σε αυτό, παρά μόνο πολλά όμορφα λουλούδια, όπως τουλίπες, λευκές παιώνιες, τριαντάφυλλα και άγριες παιώνιες, καθώς και πολλά άλλα· μου είπαν μάλιστα ότι σε ολόκληρο τον κόσμο δεν υπάρχει νησί όπου να φυτρώνουν τόσα πολλά λουλούδια όσα στην Κρήτη, πάνω στο Όρος Ίδη. Και αυτά είναι όσα ήθελα να διηγηθώ εν συντομία για αυτό το νησί.
Στις 3 Αυγούστου επιστρέψαμε πάλι στην πόλη της Κάντια και, επειδή την ίδια ημέρα με έπιασε ένας έντονος πόνος στα πλευρά, παρέμεινα δύο ημέρες στο κρεβάτι, σε σημείο που πίστευα ακράδαντα ότι θα πέθαινα εκεί. Υπήρχε όμως εκεί ένας ιερέας του τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου, ο οποίος, όπως έλεγε, καταγόταν από την Ουτρέχτη. Με επισκεπτόταν καθημερινά και με πίεζε επίμονα να εξομολογηθώ. Γι’ αυτό τον λόγο έφυγα κρυφά τη νύχτα από εκεί για το Ρέθυμνο, όπου βρίσκονταν τα πλοία για την Κωνσταντινούπολη, ώστε να μπορέσω να αποπλεύσω με κάποιο από αυτά, αν ο Θεός μου χάριζε την υγεία μου.
Στις 7 του μηνός έφτασα στο Ρέθυμνο, όπου ένιωσα λίγο καλύτερα. Οι δυο μας νοικιάσαμε ένα μικρό δωμάτιο στρατιωτών και ρωτήσαμε τι πλοία υπήρχαν για την Κωνσταντινούπολη· βρήκαμε τρία τέτοια πλοία, τα οποία όμως είχαν δεσμευτεί στο λιμάνι από τον ρέκτορα ή τον εκεί διοικητή, με την αιτιολογία ότι έπρεπε να ξεφορτώσουν τα κρασιά τους, επειδή η σοδειά εκείνης της χρονιάς δεν είχε πάει καλά. Ωστόσο, συμφώνησαν τελικά με τον ρέκτορα να ξεφορτώσουν έναν συγκεκριμένο αριθμό από κάθε πλοίο και έτσι να μπορέσουν να αποπλεύσουν. Διαπραγματεύτηκα αμέσως με έναν πλοίαρχο για το ναύλο μου και θέλησα να τρέφομαι ο ίδιος· εκείνος συμφώνησε, υπό τον όρο να του δώσω 5 χρυσές κορώνες για τη μεταφορά μου. Τώρα όμως ο άνεμος ήταν αντίθετος, καθώς ήταν βορειοδυτικός, ενώ εμείς χρειαζόμασταν νοτιοανατολικό άνεμο, ο οποίος συνήθως δεν άρχιζε να πνέει πριν από τα μέσα Σεπτεμβρίου ή εκεί γύρω. Για τον λόγο αυτό, στο μεταξύ, προσλήφθηκα σε ένα σχολείο για να μάθω την κοινή ελληνική γλώσσα.
Το Ρέθυμνο είναι μια πόλη όπου δεν υπάρχει τίποτα αξιόλογο να δει κανείς, εκτός από το ότι μέσα στην πόλη υπάρχουν ωραίες κρήνες, οι οποίες φέρνουν το νερό τους από τα βουνά, έτσι ώστε να είναι ένα υγιεινό μέρος για να ζει κανείς. Όταν ο Τούρκος κατέλαβε πριν από 19 χρόνια το νησί της Κύπρου, έκαψε σχεδόν ολόκληρη την πόλη και οι Έλληνες κατέφυγαν στα βουνά. Στις μέρες μας βρίσκεται εντελώς υπό τον τουρκικό ζυγό.
Λένε ότι η Κρήτη έχει 700 μίλια (συγκεκριμένα ιταλικά) περίμετρο. Είναι κρίμα που είναι τόσο ορεινή· διαφορετικά θα έπρεπε να είναι ένα από τα πιο καρποφόρα μέρη που μπορεί κανείς να βρει.
Υποσημ. 3: Για τον Δία λένε ότι γεννήθηκε εκεί και υπήρξε βασιλιάς, καθώς και ότι είναι θαμμένος εκεί· [το σώμα του είχε μήκος] 40 πήχεις ή 90 πόδια [≈ 27 έως 30 μ.].
Επίλογος
Την 1η Σεπτεμβρίου 1591, όταν ο άνεμος έγινε νοτιοανατολικός, το πλοίο στο οποίο είχε επιβιβαστεί ο Jan Somer απέπλευσε από το Ρέθυμνο και μετά από τέσσερις μέρες έφτασε στο λιμάνι της Αμμοχώστου στην Κύπρο. Ο επόμενος σταθμός του μετά την Κύπρο ήταν η Αίγυπτος.
Το οδοιπορικό του Jan Somer, παρά τις ιστορικές και γεωγραφικές ανακρίβειες, παραμένει μια ζωντανή τοιχογραφία της Κρήτης σε μια μεταβατική περίοδο. Μέσα από τις γραμμές του αναδύεται η καθημερινότητα των λιμανιών, η γεύση του κρητικού κρασιού (μοσχάτο, μαλβαζία και λιάτικο), αλλά και ο μόνιμος φόβος των θαλασσών. Για τον σύγχρονο ερευνητή, οι περιγραφές του για τη Γραμβούσα, τη Σούδα και την Κάντια αποτελούν πολύτιμες ψηφίδες στην κατανόηση της στρατηγικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας του νησιού λίγο πριν την μετάβασή του από τη Βενετοκρατία στην Τουρκοκρατία.
Γλωσσάρι ποιήματος
α=αν
αμπώθω=σπρώχνω
αναστορούμαι=θυμάμαι
βαστώ=ανέχομαι
γή=ή
(ο) δέτης= ο γκρεμός
ερπίζω (και «ορπίζω)=ελπίζω
μπλιο=πλέον
ντην=την
ντο=το
όξ’ (όξω)=έξω
πράμα=τίποτα
(ο) σπήλιος=η σπηλιά
συχνιά=συχνά
τση=της
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Η αναφορά ότι στη Γραμβούσα βλέπει κανείς το βουνό όπου ο Δαίδαλος μάθαινε τον Ίκαρο να πετάει αφορά σε νεότερη τοπική παράδοση, σε σχέση με τη δημιουργία του μύθου, την οποία κατέγραψε ο Jan Somer. Η Αγία Γαλήνη Ρεθύμνου επίσης συνδέεται με τον μύθο, κατά τον ίδιο τρόπο. Ο μύθος του Δαίδαλου και του Ίκαρου, με τις συμβολικές παραμέτρους της υπερβολικής φιλοδοξίας, της τεχνολογικής καινοτομίας, και της ανθρώπινης αλαζονείας, εξακολουθεί να επηρεάζει τη λογοτεχνία και την φιλοσοφία ακόμα και σήμερα. Ο μύθος, όπως τον αναδεικνύει ο Οβίδιος (στο έργο του «Μεταμορφώσεις», βιβλ. 8) και σχολιάζει ο Λουκιανός (στο έργο του «Ικαρομένιππος») συνδέει την πλάνη και την υπερβολή με την επιθυμία για απόλυτη ελευθερία. Στον Οβίδιο, η πτώση του Ίκαρου υπογραμμίζει τη διπολική σχέση σοφίας και απερισκεψίας: ο Δαίδαλος αντιπροσωπεύει τη γνώση, τη μέτρηση και την προνοητικότητα, ενώ ο ίκαρος την ανθρώπινη υπερβολική φιλοδοξία και την παραβίαση των ορίων, προσφέροντας τραγικό ηθικό μάθημα για την υπέρβαση των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Στον Λουκιανό, η έμφαση δίνεται στην ανθρώπινη πλάνη και την τάση προς υπερβολή, μέσα από φιλοσοφική ή σατιρική διάθεση. Συνολικά, ο μύθος λειτουργεί ως πολυεπίπεδη αλληγορία: η πτήση και η πτώση του Ίκαρου –ο οποίος κατά μια εκδοχή του μύθου είχε γεννηθεί στην Κρήτη από τη Ναυκράτη, δούλη του Μίνωα [Ψευδο-Απολλόδωρος, «Βιβλιοθήκης, Επιτομή 1. 12»]– συμβολίζουν την ελευθερία, τη δημιουργικότητα και την επιθυμία για αυτονομία, ενώ η δομή του Λαβυρίνθου παραμένει σύμβολο περιορισμού, σκλαβιάς και κινδύνου. Η σχέση αυτών των στοιχείων με την κρητική ψυχοσύνθεση αναδεικνύει τη βαθιά αγάπη για ελευθερία, ανυποταξία και ανεξαρτησία, που συνοδεύεται πάντα από τον κίνδυνο της πλάνης όταν η επιθυμία υπερβαίνει τη λογική και τα όρια του ανθρώπου. Υπό αυτή την έννοια, ο Ίκαρος αποτελεί το αρχέτυπο της κρητικής ανυποταξίας ανάμεσα στον Λαβύρινθο και στο φως. Η διάσταση αυτή του μύθου, η οποία παραπέμπει στην ελευθερία σε αντιδιαστολή με τη σκλαβιά, ενέπνευσε τους στίχους του μικρού ποιήματός μου «Με του Ικάρου τα φτερά», που προτάσσεται στην αρχή του κειμένου. Οι τελευταίοι δύο στίχοι είναι εμπνευσμένοι από το απόφθεγμα του Νίκου Καζαντζάκη που είναι χαραγμένο στον τάφο του: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δε φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος.» Η φιλοσοφική αυτή θέση του αναπτύσσεται εκτενέστερα στην «Ασκητική», όπου η ελευθερία ταυτίζεται με τη λύτρωση από τον νου και την καρδιά.
[2] Το Arnemuiden (Αρνεμάιντεν) είναι μια μικρή ιστορική πόλη στην επαρχία Zeeland (Ζέελαντ) της Ολλανδίας.
[3] Ο Somer επιβεβαιώνει τη στρατηγική σημασία του φρουρίου της Σούδας για τους Βενετούς. Η παρατήρηση ότι δεν του επέτρεψαν να κυκλοφορεί μόνος του στο φρούριο ή να πλησιάσει τα πυροβόλα δείχνει τη βενετική καχυποψία και το καθεστώς στρατιωτικού απορρήτου που υπήρχαν, λόγω του επερχόμενου Ε’ Βενετοτουρκικού πολέμου, γνωστού και ως Κρητικού Πολέμου (1645–1669). Το φρούριο της Σούδας έπεσε οριστικά στα χέρια των Τούρκων το 1715.
[4] Η Κάντια (Candia) –ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο– ήταν γνωστή με το όνομα αυτό την εποχή της Βενετοκρατίας και, επειδή ήταν η μεγαλύτερη πόλη του νησιού, είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη την Κρήτη, η οποία επίσης ονομαζόταν Candia.
[5] Τον 17ο αιώνα που δημοσιεύτηκε το βιβλίο του Somer, το ιταλικό χερσαίο μίλι, που δεν ήταν ενιαίο σε όλες τις περιοχές της σημερινής Ιταλίας, αντιστοιχούσε σε ≈1.742 μέτρα για τους λαούς της Ηπειρωτικής Βόρειας Ευρώπης, όπως τους Ολλανδούς και τους Γερμανούς, ενώ οι Άγγλοι το υπολόγιζαν σε ≈1.500 μέτρα. Το ιταλικό θαλάσσιο μίλι το υπολόγιζαν σε ≈ 1800 μέτρα. Οι σημαντικές αποκλίσεις που παρατηρούνται στον παρακάτω πίνακα οφείλονται κυρίως στην έλλειψη ακριβών οργάνων μέτρησης κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι περιηγητές της εποχής βασίζονταν συχνά σε εκτιμήσεις χρόνου (π.χ. ημέρες ταξιδιού), σε τοπικές προφορικές μαρτυρίες ή σε παλαιότερους χάρτες με ελλιπή γεωμετρικά δεδομένα. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του «Λαβυρίνθου», η υπερβολή αντικατοπτρίζει τον θαυμασμό και τη μυθοπλασία που συχνά συνόδευαν τις περιγραφές των μνημείων της Κρήτης στα περιηγητικά κείμενα.
ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ JAN SOMER (1591) ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ
ΣΗΜΕΙΟ | ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ SOMER (ΣΕ ΜΙΛΙΑ) | ΑΠΟΣΤΑΣΗ SOMER (ΣΕ ΧΛΜ) | ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΣΕ ΧΛΜ (ΙΣΧΥΟΝ ΠΡΟΤΥΠΟ)
|
Κρήτη – Αντικύθηρα | 40 | 72 | 37 Ακρωτήριο Γραμβούσα Κισσάμου – Αντικύθηρα |
Χανιά – Σούδα | 12 | 20,90 | 7 |
Κάντια (Ηράκλειο) – Χανιά | 32 | 55,74 | 140 |
Κάντια (Ηράκλειο) – Ρέθυμνο | 60 | 104,52 | 81 |
Κάντια (Ηράκλειο) – Λαβύρινθος | 30 | 52,26 | 34 |
Μήκος στοών λατομείου Γόρτυνας (Λαβύρινθος της Γόρτυνας) | 150 | 261,3 | 2,5 |
Κρήτη – Χίος | 300
| 540 | 350 (Ηράκλειο – Χίος, από λιμάνι σε λιμάνι, σε ευθεία γραμμή) |
Συνολικό μήκος ακτογραμμής Κρήτης | 700 | 1.219,4 | 1.040 |
[6] Από τις τιμές του κρασιού προκύπτει ότι το κρητικό κρασί ήταν προϊόν πολυτελείας με υψηλή προστιθέμενη αξία στις αγορές της Δύσης. Η αναφορά σε γερμανικά και αγγλικά πλοία που το μετέφεραν επιβεβαιώνει ότι η Κρήτη ήταν ενταγμένη στο παγκόσμιο εμπορικό δίκτυο της εποχής. Υπήρχε εξειδίκευση της κρητικής υπαίθρου ανά περιοχή. Στον Χάνδακα παραγόταν η καλύτερη μαλβαζία και το λιάτικο και στο Ρέθυμνο το καλύτερο μοσχάτο.
[7] Ο Jan Somer εντυπωσιάστηκε από τον λαβύρινθο της Γόρτυνας, αλλά σήμερα η επικρατέστερη θεωρία συνδέει τον μύθο του Μινώταυρου με το δαιδαλώδες ανάκτορο της Κνωσού, που τότε δεν είχε ακόμη ανασκαφεί. Στο κείμενο του Somer, ο όρος “Irr-Garden” που χρησιμοποιείται στη γερμανική έκδοση του 1664 μεταφράζεται κανονικά ως «Κήπος της Πλάνης» (από το γερμανικό irren = πλανώμαι/σφάλω και garten = κήπος), αποδίδοντας την έννοια του λαβυρίνθου ως χώρου σύγχυσης και μετατοπίζοντας το νόημα από τον αρχιτεκτονικό μύθο στη βιωμένη πλάνη. Στην Αναγέννηση, ο λαβύρινθος στη λογοτεχνία και την τέχνη συμβόλιζε την απώλεια προσανατολισμού, την περιπέτεια της γνώσης και της επιθυμίας και την ανάγκη καθοδήγησης. Με αυτό το πλάισιο, ο Somer συνομιλεί με τον Θερβάντες (El laberinto de amor – Γράφτηκε την ίδια εποχή: 1587-1590), όπου η πλάνη είναι ερωτική και γνωστική, συγκροτώντας έναν κοινό αναγεννησιακό τρόπο κατανόησης του λαβυρίνθου ως εμπειρίας και όχι απλώς ως χώρου. Επιπλέον, ενώ η αρχική ολλανδική διατύπωση του 1649 παραμένει προς διερεύνηση, η χρήση του όρου “Irr-Garten” («Κήπος της Πλάνης») στη γερμανική έκδοση παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ηχητική σύμπτωση με τον ενδεχόμενο διαλεκτικό τύπο που θα προέκυπτε από τη λέξη «Εργαστήριον», δηλαδή το «Ιργατείον» ή «Ιργατειό». Η εκδοχή αυτή ερμηνεύει το πώς ένα «υπόγειο λατομείο (ορυχείο)» κατέληξε να αναφέρεται ως «κήπος», μέσω μιας πιθανής ακουστικής παρερμηνείας που μετέτρεψε το «Ιργ-» (ως διαλεκτική εκφορά της ρίζας «Εργ-» του όρου «Εργαστήριον», βάσει της φωνητικής τάσης μετατροπής του «ε» σε «ή/ί», όπως συναντάται στο κρητικό ιδίωμα των ανατολικών περιοχών του νησιού, π.χ. «ήκαμα αντί έκαμα») στο ομόηχο γερμανικό “Irr-” (πλάνη). Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ιστορική ορολογία από τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους περιέγραφε τα ορυχεία, λατομεία και μεταλλεία με τη λέξη «ἐργαστήριον» (όπως μαρτυρείται στον Ηρόδοτο και καταγράφεται στο λεξικό Liddel-Scott). Επισημαίνω ότι η παραπάνω υπόθεση παραμένει ερμηνευτική και δεν συνιστά ετυμολογική σύνδεση.
[8] Σχετικά με τα βουνά που αναφέρει o Somer ως “Monte Iovis” και ως “Monte Mercury”, το πρώτο, σε άλλη περίπτωση, θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον Ψηλορείτη (αφού το Iovis είναι στα λατινικά η γενική ενικού του κύριου ονόματος Iuppiter, που σημαίνει Δίας), αλλά εδώ μπορούμε να το ταυτίσουμε με το Όρος Γιούχτας, επειδή ο Somer στη συνέχεια του κειμένου του αναφέρει τον Ψηλορείτη, ως “Monte Ida”. Η κορυφογραμμή του όρους Γιούχτας μοιάζει με προφίλ προσώπου που κοιμάται και οι αρχαίοι Κρήτες παρομοίαζαν το σχήμα αυτό με το πρόσωπο του Δία. Στο βουνό αυτό υπάρχει και τοπωνύμιο «Του Ζια [Δία] το Μνήμα». Το “Monte Mercury”, κατά τον Somer, ενδεχομένως ήταν τα Ταλαία Όρη. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο Somer, ιππεύοντας, ακολούθησε τη διαδρομή: Σπήλαιο Λαβυρίνθου – Γιούχτας – Ταλαία Όρη – Ψηλορείτης. Πάντως, η κατάσταση περιπλέκεται, επειδή ο Άγγλος περιηγητής William Lithgow, ο οποίος επισκέφθηκε την Κρήτη το 1609, αναφέρει ότι στις παρυφές της Ίδης του έδειξαν το σπήλαιο του Βασιλιά Μίνωα που κάποιοι θεωρούσαν ότι ήταν ο τάφος του Δία και ότι το σπήλαιο αυτό είχε μήκος 80 βήματα και πλάτος 8.
Ενδέχεται όμως o Somer να κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά, προς το Όρος Δίκτη, με δεδομένο ότι περίπου 20 χρόνια αργότερα, το 1610, ο Άγγλος περιηγητής George Sandys επισκέφτηκε την Κρήτη και αναφέρει στο έργο του ότι οι Κρητικοί έδειχναν τον τάφο του Δία στο Όρος Λασίθι. Συνεπώς, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, το “Monte Iovis” πρέπει να ήταν στην περίπτωση αυτή το Όρος Δίκτη, και η βαθιά σπηλιά στο βουνό του Δία που αναφέρει ο Somer πρέπει να ήταν το Δικταίο Άντρο (Σπήλαιο Ψυχρού Λασιθίου). Από εκεί, ο Somer κατηφόρισε προς τη θέση Κρύα Βρύση της Κάτω Σύμης Βιάννου, όπου βρισκόταν το ιερό του Ερμή και της Αφροδίτης και αναφέρει την περιοχή αυτή ως “Monte Mercury”, αν και ουσιαστικά βρίσκεται στην ίδια οροσειρά της Δίκτης, σε απόσταση 13-14 χλμ. από το Δικταίο Άντρο. (Διατηρώ μια επιφύλαξη αν τα ερείπια του ιερού ήταν τότε εμφανή, αφού ο χώρος ανασκάφηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Αν δεν ήταν εμφανή τότε, ίσως θα πρέπει να ψάξουμε το “Monte Mercury” στα Αστερούσια Όρη.) Στη συνέχεια, Ο Somer κατευθύνθηκε δυτικά προς τον Ψηλορείτη. Άρα, ακολούθησε τη διαδρομή: Σπήλαιο Λαβυρίνθου – Δίκτη (Δικταίο Άντρο) – Δίκτη (Κρύα Βρύση Κάτω Σύμης Βιάννου) – Ψηλορείτης.
[9] Οι χαλκογραφίες του κειμένου προέρχονται από τη γερμανική έκδοση του 1664 του περιηγητικού έργου του Jan Somer, με εξαίρεση τη «σελίδα τίτλου» της ολλανδικής έκδοσης του ίδιου έτους, που προέρχεται από την ιστοσελίδα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη (https://el.travelogues.gr/item.php?view=55938) υπό την άδεια CC BY-NC 4.0. Όλες οι έγχρωμες φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο (λήψη: Μιχάλης Γ. Βοσκάκης). Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται απεικόνιση τμήματος του λιμανιού του νησιού της Γραμβούσας, με το κάστρο της στην κορυφή, και του σύγχρονου μνημείου για τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο, το οποίο δεσπόζει πάνω σε λόφο της Αγίας Γαλήνης στο Ρέθυμνο. Οι υπόλοιπες έγχρωμες φωτογραφίες απεικονίζουν διάφορα γνωστά μνημεία και περιοχές της Κρήτης.
[10] Μέσα στο μεταφρασμένο κείμενο, εκτός από αγκύλες με αρίθμηση που παραπέμπει στις αντίστοιχες «σημειώσεις», περιλαμβάνονται και αγκύλες που περιέχουν παρατηρήσεις μου, σχετικές με τα αναφερόμενα στο πρωτότυπο. Επίσης, το σύμβολο «≈» μπροστά από αριθμούς σημαίνει πως ο αριθμός είναι «περίπου», όχι ακριβώς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ
1. Καζαντζάκης Νίκος, «Ασκητική: Salvatores Dei». Αθήνα 1985. Εκδόσεις Καζαντζάκη
2. Somer, Jan, “Johann Sommers See- und Land-Reiß nach der Levante Das Ist Nach Italien, Candia, Cypern, Rhodes, Egypten, Syrien ... ; Wobey alle diese Insulen und Landschaften etc. beschrieben sind”. Franckfurt: Wilhelm Serlin, 1664.
3. Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, Travelogues – Με το βλέμμα των περιηγητών, σελίδα τίτλου της ολλανδικής έκδοσης του 1664 του περιηγητικού έργου του Jan Somer (ό.π.). URL:
https://el.travelogues.gr/item.php?view=55938
4. CRETE TODAY, «Ο Οικισμός Σύμη και η περιοχή». URL: https://www.crete-today.com/el/σύμη/
Μιχάλης Γ. Βοσκάκης
Ιστορικός Ερευνητής – Λογοτέχνης
Προσωπικός ιστότοπος: https://michalisgvoskakis.wordpress.com
