Είδα την Κρήτη…
Εις τη Φραγκιά ’μουν ποιητής, στη Βενετιά ζωγράφος,
στην Κρήτη λιμάνι έπιασα και ένιωσα το πάθος.
Στον Ψηλορείτη ανέβηκα στων Κουρητώ τα χνάρια,
επάτησα και πέρασα τα σφακιανά φαράγγια.
Είδα στείρα και έγγαλα σε βράχους τραχείς και λείους,
σε μοναστήρια κι εκκλησές προσκύνησα τσ’ αγίους.
Είδα τση Κρήτης θάματα στο λυκαυγές του αιώνα,
την επικίντυνη ομορφιά σε κόκκινη ανεμώνα.
Μέσα στο Κάστρο γνώρισα τση Στείας τον Κορνάρο,
Και στα Χανιά συνάντησα το Μαρκαντώνιο Βιάρο.
Με το Χορτάτση αντάμωσα στου Ρέθεμνου τα μέρη,
μοσχάτο ήπια διαλεχτό στη Λότζια μεσημέρι.
Είδα τη νια την κοπελιά – τση Κρήτης το καμάρι,
στον κρουσταλλένιο τζη λαιμό ’φόριε μαργαριτάρι.
Κι αν έφυγα κι α γύρισα στου κόσμου κι άλλους τόπους,
μούδε την Κρήτη δε ξεχνώ μα μούδε και τσ’ αθρώπους.
Μαργαριτάρι α θα ιδώ σε γυναικείο μπέτη,
φέρνω την κοπελιά στο νου και κάνω καερέτι.
Συχνοκαθίζω, σκέφτομαι, στου ποταμού την κοίτη,
ποια ήτονε πλια θαμαστή, η κοπελιά γή η Κρήτη!
Ο George Sandys (1578–1644) γιος Αρχιεπισκόπου της Υόρκης και διακεκριμένος ποιητής, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της αγγλικής περιηγητικής γραμματείας των αρχών του 17ου αιώνα. Γεννημένος στο Γιορκσάιρ και μορφωμένος στην Οξφόρδη, πραγματοποίησε ένα εκτεταμένο ταξίδι στην Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή κατά τα έτη 1610–1615, σε μια εποχή κατά την οποία το ταξίδι αποτελούσε όχι μόνο εμπειρία, αλλά και μέσο ιστορικής, γεωγραφικής και πολιτισμικής γνώσης. Αργότερα διετέλεσε αποικιακός αξιωματούχος στη Βιρτζίνια (1624-1630), ενώ παράλληλα διακρίθηκε και ως μεταφραστής κλασικών συγγραφέων, κυρίως του Οβιδίου. Το ταξιδιωτικό του έργο που αποτελείται από τέσσερα βιβλία, γνωστό με τον γενικό τίτλο: “A Relation of a Journey begun An. Dom. 1610”, εκδόθηκε αρχικά το 1615 και γνώρισε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις στη διάρκεια του 17ου αιώνα. Το έργο καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα — από την Ιταλία και την Οθωμανική αυτοκρατορία έως την Αίγυπτο και τους Αγίους Τόπους — και συνδυάζει προσωπική παρατήρηση με λόγια παράδοση, κλασική φιλολογία και βιβλική ερμηνεία.
Όταν ο George Sandys αποβιβάστηκε στην Κρήτη το 1610, αντίκρισε ένα νησί που αποτελούσε το προπύργιο της Βενετίας στην Ανατολική Μεσόγειο, υπό τη διαρκή απειλή της οθωμανικής επέκτασης. Η πολιτική και η κοινωνική δομή που υπήρχε, παρά τις αδικίες, είχε επιτρέψει τη γόνιμη ανάμειξη της ελληνικής παράδοσης με τις επιρροές της δυτικής Αναγέννησης. Είναι η εποχή που ο κρητικός λόγος αποκτά την οριστική του καλλιτεχνική μορφή. Τα αξεπέραστα έργα του Γεωργίου Χορτάτση και του Βιτσέντζου Κορνάρου θεωρείται ότι γράφτηκαν την περίοδο αυτή, μεταξύ 1590 και 1610.
Στις αναφορές του για την Κρήτη, που περιλαμβάνονται στο τέταρτο βιβλίο, ο Sandys δεν περιορίζεται μόνο σε όσα βλέπει, αλλά παραθέτει πληροφορίες για τη χλωρίδα (όπως ο δίκταμος και τα "μήλα του Αδάμ"), την οικονομία (το μοσχάτο κρασί) και τη μυθολογία (τη γέννηση του Δία και τον Λαβύρινθο). Η Κρήτη καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση στην αφήγησή του. Το νησί παρουσιάζεται όχι μόνο ως στρατηγικός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και ως τόπος όπου η φυσική γεωγραφία, η αρχαία μυθολογία και η ιστορική συνέχεια συνυπάρχουν. Ο συγγραφέας διέθετε βαθιά κλασική παιδεία και παρεμβάλλει στο κείμενό του χωρία από τον Όμηρο, τον Καλλίμαχο, τον Βιργίλιο, τον Οβίδιο και άλλους ποιητές, επιχειρώντας να ερμηνεύσει το παρόν μέσα από το φίλτρο της κλασικής παράδοσης. Πρόκειται για ένα κείμενο που έχει ενδιαφέρον όχι μόνο ως μαρτυρία ενός πρώιμου Ευρωπαίου περιηγητή, αλλά και ως τεκμήριο του τρόπου με τον οποίο η Κρήτη και η ελληνική αρχαιότητα προσλαμβάνονταν στη δυτική γραμματεία του 17ου αιώνα.
Ολόκληρο το κείμενο του περιηγητικού έργου του George Sandys, στην έκδοση του 1673 (7η), έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα:
https://archive.org/details/sandystravelscon00sand/mode/2up
Από την έκδοση αυτή έχω μεταφράσει τις σελίδες 174-177, που αναφέρονται στην Κρήτη, και παραθέτω παρακάτω το μεταφρασμένο κείμενο:
Με μεγάλη νηνεμία, και χωρίς να παρεμποδιστούμε από αντίθετους ανέμους για αρκετές ημέρες, βλέπαμε μόνο θάλασσα και ουρανό· ωστόσο, κάποια στιγμή φάνηκε στον ορίζοντα ένα ακρωτήριο της Λυκίας, που ονομάζεται «Επτά Κάβοι», μέχρι που πλησιάσαμε στα νοτιοανατολικά της Κάντιας, που παλαιότερα ονομαζόταν Κρήτη.
Διονύσιος [ο Περιηγητής]: «Κρήτη, σεβαστή τροφός του μεγάλου Δία, εύφορη γη σε καρπούς και κοπάδια [...]».
Και για να συμπληρώσουμε το δίστιχο με εκείνο του Ομήρου: «[...] καλή, πλούσια, θαλασσόβρεκτη.»
Η Κρήτη βρίσκεται εκατό μίλια νοτιοδυτικά από τη Μικρά Ασία, άλλα τόσα νοτιοανατολικά από την Πελοπόννησο, και εκατόν πενήντα βόρεια της Αφρικής· γι' αυτό εύστοχα λέει ο Όμηρος: «Η Κρήτη είναι μια γη στη μέση του σκοτεινού πόντου.»
Το ίδιο επαναλαμβάνει και ο Βιργίλιος: «Η Κρήτη, το νησί του μεγάλου Δία, κείται στη μέση του πελάγους.»
Δεν ανήκει αποκλειστικά ούτε στην Αδριατική, ούτε στο Αιγαίο, ούτε στο Καρπάθιο, ούτε στο Λιβυκό πέλαγος, καθώς περιβάλλεται από όλες τις πλευρές από αυτά. Εκτείνεται σε μήκος διακοσίων δεκαπέντε μιλίων από την Ανατολή έως τη Δύση, έχει πλάτος σαράντα πέντε μίλια και περίμετρο πεντακόσια είκοσι [1]. Είναι γεμάτη βουνά, τα οποία όμως δεν είναι άγονα, προσφέροντας εξαιρετικά βοσκοτόπια.
Το ψηλότερο είναι η Ίδη, σχεδόν στο κέντρο του νησιού. Σήμερα ονομάζεται Ψηλορείτης· από την υψηλή και αιχμηρή κορυφή του μπορεί κανείς να διακρίνει και τις δύο θάλασσες.
Διονύσιος [ο Περιηγητής]: « Ίδη, πλούσια σε πεύκα και βελανιδιές, μητέρα εύφορη.»
Εκεί στέκεται ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο με μεγάλες τετράγωνες πέτρες χωρίς λάσπη, σε μορφή αψίδας. Εκεί κάνει τόσο υπερβολικό κρύο ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζέστης του καλοκαιριού (εποχή κατά την οποία μόνο κατσίκες και πρόβατα μπορούν να βοσκήσουν εκεί), που οι βοσκοί αναγκάζονται να κατέβουν πριν τη νύχτα στην κοιλάδα.
Από εκεί αναβλύζουν πολλές πηγές. Σε ορισμένα σημεία η κάθοδος είναι ομαλή, σε άλλα απότομη, ενώ αλλού είναι καλυμμένη με δέντρα διαφόρων ειδών, αν και τα κυπαρίσσια της δίνουν ιδιαίτερη χάρη. Δεν φιλοξενεί τίποτα άγριο εκτός από λαγούς, κόκκινα ελάφια και πλατόνια, και αποτελεί κληρονομιά των Καλλέργηδων· μιας οικογένειας που για χίλια χρόνια διατηρεί εξέχουσα φήμη στο νησί [2].
Υπάρχουν άλλα δύο φημισμένα βουνά: το ένα στο δυτικό άκρο, που παλαιότερα ονομαζόταν Λευκά Όρη, τώρα Σφακιά· το άλλο στο ανατολικό άκρο, που τώρα ονομάζεται Σητεία και παλαιότερα Δίκτη, το οποίο πήρε το όνομά του από τη Δικτυνναία Άρτεμη, στην οποία το νησί ήταν αφιερωμένο· το όνομα σημαίνει «δίχτυα», καθώς εκείνη ήταν κυνηγός και προστάτιδα των κυνηγών.
Σενέκας ο Νεότερος: «Θεά, εσύ που είσαι κυρίαρχη των δασών και των έρημων περιοχών, με το δεξί σου χέρι καταδιώκεις τα κρητικά ελάφια και με ελαφριά γρήγορη κίνηση πλήττεις τα πλατόνια.»
Η ιστορία λέει πως κάποια Βριτόμαρτις, νύμφη του νησιού, καταδιώκοντας με πάθος το θήραμα, παγιδεύτηκε σε δίχτυα και, μη μπορώντας να ελευθερωθεί ενώ το θηρίο ορμούσε κατά πάνω της, υποσχέθηκε να αφιερώσει ναό στην Άρτεμη αν γλίτωνε. Η θεά την ελευθέρωσε αμέσως και από εκείνα τα δίχτυα ονομάστηκε Δίκτυννα, όνομα που και η ίδια η Άρτεμη υιοθέτησε για την αγάπη που της έδειξε.
Οι αρχαίοι γεωγράφοι συμφωνούν με τον Βιργίλιο ότι οι Κρήτες: «κατοικούν σε εκατό μεγάλες πόλεις».
Αν και στην εποχή του Ομήρου δεν ήταν τόσες: «Ενενήντα πόλεις υπάρχουν εκεί. Ανάμεσά τους η Κνωσός, η μεγάλη πόλη, όπου ο Μίνωας βασίλεψε για εννέα χρόνια, συνομιλώντας με τον μεγάλο Δία.»
Αυτή η πόλη κατείχε για καιρό τα πρωτεία· χτισμένη σε μια πεδιάδα, όχι μακριά από το ανατολικό άκρο του νησιού και σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από έξι στάδια από τη βόρεια ακτή [έξι αττικά στάδια είναι λίγο πάνω από ένα χιλιόμετρο. Στην πραγματικότητα η απόσταση είναι περίπου πέντε χιλιόμετρα], όπου διέθετε κατάλληλο λιμάνι. Εδώ και πολύ καιρό, δεν έχει απομείνει τίποτα παρά μόνο ο ήχος του ονόματός της· ένα μικρό χωριό βρίσκεται πλέον εκεί, που ονομάζεται Κνωσός.
Η επόμενη σε αξία ήταν η Γόρτυνα, ισχυρά τειχισμένη.
Όμηρος: «Η Γόρτυνα με τα γερά τείχη […]»
Βρισκόταν όχι μακριά από τη νότια βάση της Ίδης. Τα ερείπιά της μαρτυρούν το τι υπήρξε κάποτε· εκεί παραμένει ακόμη ανέπαφο ένα υδραγωγείο που στηρίζεται σε πλήθος αψίδων, ενώ ορισμένα διάσπαρτα σπίτια καταλαμβάνουν την τοποθεσία, που τώρα ονομάζεται Μητρόπολη. Η τρίτη ήταν η Κυδωνία, σχεδόν ισάξια με τις σπουδαιότερες γνωστή σήμερα ως Χανιά· βρίσκεται προς τα δυτικά και στη βόρεια ακτή, απολαμβάνοντας ένα μεγάλο και ασφαλές λιμάνι.
Αυτές οι τρεις ήταν οι μόνες από εκείνες τις εκατό πόλεις που απέμειναν (ή τουλάχιστον που διατήρησαν τη φήμη τους) στις ημέρες του Στράβωνα. Σήμερα το νησί έχει την Κάντια [το σημερινό Ηράκλειο] και τα Χανιά, οχυρωμένες με τέχνη, και το Ρέθυμνο και τη Σητεία, οχυρωμένες από τη φύση. Η Κάντια, που τώρα δίνει το όνομά της στο νησί, βρίσκεται στη βόρεια ακτή (όπως και όλες οι υπόλοιπες) και είναι μια ισχυρή και πολυάνθρωπη πόλη, διαθέτοντας εξαιρετικό λιμάνι. Όμως, όπως παρατηρεί ο πρεσβύτερος Σκάλιγκερ: «οι εκατό πόλεις, κάποτε ένδοξα περιτειχισμένες (αν είναι αληθινή η παράδοση), με το πέρασμα του χρόνου περιορίστηκαν σε λίγες». Μικρές κωμοπόλεις πρέπει να ήταν, όποιες κι αν υπήρξαν οι αιτίες της καταστροφής τους· σήμερα μόνο η Κάντια επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των υπολοίπων.
Ολόκληρο το νησί διαιρείται στις επαρχίες των Χανίων, του Ρεθύμνου, της Κάντιας και της Σητείας που βρίσκεται ανατολικότερα· θωρακισμένο τόσο από τις ακτές του, που σε λίγα σημεία είναι προσβάσιμες, όσο και από τα πολλά φρούρια. Δεν έχει πλωτά ποτάμια, αλλά αφθονεί σε σιτηρά, λάδι και φρούτα κάθε είδους· μεταξύ αυτών και τα "μήλα του Αδάμ" [κίτρα], τον χυμό των οποίων εναποθηκεύουν σε βαρέλια και στέλνουν στην Τουρκία, όπου χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική.
Τα βουνά προσφέρουν ποικιλία φαρμακευτικών βοτάνων: όπως ο κίστος (σε μεγάλη ποσότητα) από τον οποίο συλλέγουν το λάδανο, ο άλιμος, που καταπολεμά την πείνα, και ο δίκταμος, τόσο αποτελεσματικός για τις πληγές· την ιδιότητα του οποίου ανακάλυψαν πρώτα τα ελάφια, που τρώγοντάς τον απέβαλλαν τα βέλη με τα οποία είχαν πληγωθεί. Τον χρησιμοποίησε και η Αφροδίτη για τη θεραπεία του Αινεία:
Βιργίλιος: Με το λευκό της χέρι η θεά κόβει από την Κρητική Ίδη τον μίσχο με τα χνουδωτά φύλλα και το πορφυρό άνθος· βότανο διόλου άγνωστο στα αγριοκάτσικα, όταν τα πτερωτά βέλη καρφώνονται στα πλευρά τους.
Αλλά αυτό που κυρίως πλουτίζει αυτόν τον τόπο είναι το μοσχάτο και η μαλβαζία· αυτά τα είδη σταφυλιού μεταφέρθηκαν εδώ από το όρος Αριούσιο [στο πρωτότυπο: Arvisia] της Χίου. Κρασιά που σπάνια φτάνουν σε εμάς ανόθευτα, αλλά εκεί όπου δεν αναμειγνύονται (όπως εντός των Στενών), είναι εξαιρετικά και συγκρίνονται με το νέκταρ:
Σκάλιγκερ: Ομολογώ πως η Κρήτη είναι το οχυρό του μεγάλου Δία· γιατί τέτοιο νέκταρ δεν ρέει πουθενά αλλού.
Οι αρχαίοι κάτοικοι αυτού του νησιού αναφέρονται από τον Οδυσσέα του Ομήρου:
«Άπειροι άνθρωποι με ανάκατες γλώσσες κατοικούν εδώ: Αχαιοί, Ετεόκρητες γεμάτοι ανδρεία, Κύδωνες, Δωριείς τριχάικες και θείοι Πελασγοί.»
Όμως οι αυτόχθονες κάτοικοι ήταν οι Κύδωνες και οι Ετεόκρητες ή Κουρήτες, τόσο αρχαίοι ώστε λέγεται πως δημιουργήθηκαν σε αυτόν εδώ τον τόπο. Οι τελευταίοι κατοικούσαν στην Ίδη, με πρώτο τους βασιλιά τον Κρήτα, από τον οποίο ονομάστηκε το νησί. Ζούσαν σε σπήλαια (καθώς σπίτια δεν υπήρχαν τότε) και δεν χρησιμοποιούσαν άλλο κάλυμμα από αυτό που τους πρόσφερε η φύση. Ανακάλυψαν πολλά χρήσιμα πράγματα για τη ζωή, όπως το ημέρωμα ορισμένων άγριων ζώων, τα οποία συγκέντρωσαν πρώτοι σε αγέλες και κοπάδια, και έφεραν τον πολιτισμό στους ανθρώπους θεσπίζοντας νόμους και τηρώντας πειθαρχία. Δίδαξαν πώς να κατευθύνεται η φωνή, τη μουσική της λύρας, την αρμονία και τις τελετουργίες, γεμίζοντας το μυαλό με το δέος της θρησκείας, εισάγοντας θεσμούς και τελετές. Ανακάλυψαν τη χρήση του χαλκού και του σιδήρου, μαζί με το ξίφος και την περικεφαλαία. Ήταν οι πρώτοι εφευρέτες της τοξοβολίας, του κυνηγιού και του ένοπλου χορού. Ονομάστηκαν Ιδαίοι Δάκτυλοι, είτε λόγω του αριθμού τους είτε λόγω των ρυθμικών τους κινήσεων· αλλά σύμφωνα με τον Διόδωρο, λόγω των δέκα πεδίων επίβλεψής τους [3]. Οι απόγονοι των παγανιστικών θεοτήτων γεννήθηκαν σε αυτό το νησί, στους οποίους αποδόθηκαν θεϊκές τιμές: σε κάποιους για τις ευεργετικές τους εφευρέσεις, σε άλλους για την εισαγωγή της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων, την απόκρουση των αδικιών και της βίας, την προστασία των καλών, την αποτροπή των κακών, την καταστολή με τη βία των όπλων των τυράννων της γης και την ανακούφιση των καταπιεσμένων.
Ότι όμως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά θνητοί, το μαρτυρούν οι ίδιοι οι Κρήτες, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι ο Ζευς όχι μόνο γεννήθηκε και ανατράφηκε στην πατρίδα τους, αλλά και τάφηκε εκεί· και μάλιστα δείχνουν τον τάφο του (αν και επιπλήχθηκαν γι’ αυτό από τον Καλλίμαχο: «Κρήτες ψεύτες, εσένα βασιλιά, τάφο σου έχτισαν· μα εσύ ζεις παντοτινά και είσαι παντού».
Δείχνουν τον τάφο του Δία στο όρος Λασίθι και λένε ότι ανατράφηκε από τους Κουρήτες στο Αιγαίον όρος [στο πρωτότυπο: AEginus], που βρίσκεται στα νότια της Ίδης [4], όπου τον έκρυψε και τον παρέδωσε σε αυτούς η μητέρα του για να αποτρέψει τη σφαγή του. Διότι ο Κρόνος είχε αποφασίσει να καταστρέψει τα αρσενικά του παιδιά: είτε έχοντας συμφωνήσει έτσι με τον αδελφό του Τιτάνα, είτε για να εμποδίσει την προφητεία που έλεγε ότι ο γιος του θα τον εκθρονίσει. Ήταν μια σκληρότητα που συνηθιζόταν μεταξύ των Ελλήνων (και επομένως αυτό δεν πρέπει να θεωρείται μύθος) να εκθέτουν τα βρέφη που δεν ήθελαν να αναθρέψουν στο έλεος της ερήμου.
Πολύ μετά τον θάνατο αυτών των υποτιθέμενων θεών, έζησαν ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς, οι οποίοι, λόγω της δικαιοσύνης που άσκησαν στη γη, θεωρήθηκε ότι μετά θάνατον έγιναν κριτές στον Άδη. Διαβόητη είναι η μοιχεία της Πασιφάης με τον στρατηγό Ταύρο, η οποία έδωσε στους ποιητές την έμπνευση για τον Μινώταυρό τους (έτσι τον αποκαλούσαν: ο Νόθος).
Οβίδιος: «Ο Μίνως αποφάσισε να κρύψει αυτή την ντροπή του γάμου του και να τον εγκλείσει σε ένα σπίτι με πολλαπλά και σκοτεινά δωμάτια. Ο Δαίδαλος, διάσημος για την εφευρετική του τέχνη, έχτισε το έργο, μπερδεύοντας τα σημάδια και τις διόδους με στροφές, οδηγώντας το βλέμμα σε πλάνη μέσα από έναν λαβύρινθο διαφόρων μονοπατιών.»
Έγινε κατ' απομίμηση εκείνου της Αιγύπτου. Αλλά κανένα ίχνος του δεν απέμενε στις μέρες του Πλίνιου, αν και στις μέρες μας οι κάτοικοι ανέλαβαν να τον δείχνουν στους ξένους. Διότι ανάμεσα εκεί που κάποτε στέκονταν η Γόρτυνα και η Κνωσός, στους πρόποδες της Ίδης, κάτω από το έδαφος υπάρχουν πολλοί μαίανδροι λαξευμένοι στον βράχο, που στρίβουν άλλοτε εδώ και άλλοτε εκεί· σε σημείο που δεν μπορείς να εισέλθεις χωρίς οδηγό, τον οποίο πρέπει να προσλάβεις στο διπλανό χωριό. Άκουσα έναν Άγγλο έμπορο να λέει (που τον έχει δει) ότι ήταν τόσο περίπλοκος και τεράστιος, που ένας οδηγός που συνήθιζε να τον δείχνει σε άλλους για είκοσι συνεχόμενα χρόνια, χάθηκε μέσα σε αυτόν και δεν ξανακούστηκε ποτέ γι' αυτόν.
Στο εσωτερικό υπάρχουν μικροί πυργίσκοι που βλέπουν πάνω από τους τοίχους που σχηματίζουν τα χωρίσματα, σε πολλά σημεία χωρίς να φτάνουν στην οροφή. Αλλά από τους περισσότερους αυτό θεωρείται ότι δεν ήταν παρά ένα λατομείο, από όπου πήραν την πέτρα για να χτίσουν και την Κνωσό και τη Γόρτυνα, αναγκασμένοι να αφήσουν τέτοιους τοίχους για τη στήριξη της οροφής και ακολουθώντας τις φλέβες του πετρώματος τον έκαναν τόσο περίπλοκο [5].
Ο Μέτελλος ανάγκασε πρώτος τους Κρήτες να υποταχθούν στους Ρωμαίους. Μετά πέρασαν στους Έλληνες αυτοκράτορες, μέχρι που ο Βαλδουίνος, ο Λατίνος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, παραχώρησε το νησί στον Βονιφάτιο, Μαρκήσιο του Μομφερράτου, ο οποίος το πούλησε στους Βενετούς το έτος 1194 [6]. Αλλά την εποχή του Δούκα Δάνδολου επαναστάτησαν, και το έτος 1343 υποτάχθηκαν ξανά [7]. Έτσι παραμένουν μέχρι σήμερα, επιτρέποντας στους Έλληνες, από τους οποίους αποτελείται ο πληθυσμός στο μεγαλύτερο μέρος του, την ελεύθερη άσκηση της θρησκείας τους. Και παρόλο που σε πολλά πράγματα μιμούνται τους Βενετούς, εξακολουθούν να διατηρούν τα παλιά τους ελαττώματα: «ψεύτες, κακά θηρία, γαστέρες αργαί», για τα οποία προηγουμένως τους είχε επιπλήξει ο Απόστολος Παύλος, δανειζόμενος τα λόγια του ποιητή τους Επιμενίδη.
Εξακολουθούν να ασκούνται στην τοξοβολία, στην οποία έχουν διαπρέψει σε όλες τις εποχές [8].
Λουκανός: «Οι Κνώσιοι είναι καλοί τοξότες, η χρήση των τόξων τους είναι γνωστή. Ούτε η Γόρτυνα υστερεί στη χρήση του τόξου σε σχέση με την Παρθία.»
Χρησιμοποιούν το σκυθικό τόξο, αλλά πολύ καλύτερα από τους Σκύθες. Οι άνθρωποι της υπαίθρου χορεύουν με τα τόξα τους έτοιμα και τεντωμένα στα χέρια τους, με τις φαρέτρες τους να κρέμονται στις πλάτες τους και τα σπαθιά τους δεμένα στους μηρούς τους, μιμούμενοι σε αυτό τους προγόνους τους, ένα έθιμο επίσης ανάμεσα στους Λακεδαιμονίους που ονομαζόταν από αυτούς πυρρίχιος [9]. Και όπως παλιά, έτσι και τώρα συνηθίζουν να τραγουδούν στους χορούς τους και να αποκρίνονται ο ένας στον άλλον [10]. Η ανώτερη τάξη των ανδρών είναι ντυμένη όπως οι Ενετοί, το ίδιο και οι γυναίκες, οι οποίες σπάνια βγαίνουν έξω, εκτός αν πρόκειται για την εκκλησία, και μάλιστα τη νύχτα. Ο κοινός λαός είναι ντυμένος όπως οι Έλληνες της Χίου, για τους οποίους έχουμε ήδη μιλήσει. Οι γυναίκες φορούν μόνο χαλαρά πέπλα στα κεφάλια τους, με τα στήθη και τους ώμους μόνιμα γυμνά και βαμμένα από τον ήλιο [11] σε ένα απεχθές καφεκίτρινο χρώμα.
Γλωσσάρι ποιήματος
α = αν
(η) ανεμώνα = η θαλάσσια ανεμώνη. Μοιάζει με φυτό αλλά ανήκει στα κνιδόζωα, όπως οι μέδουσα
(ο) Βιάρος, Μάρκος-Αντώνιος = Βενετός ευγενής που ζούσε στα Χανιά και στον οποίο ο Γεώργιος Χορτάτσης αφιέρωσε το ποιμενικό του δράμα «Πανώρια» (Κριαράς – Πηδώνια, 2007, σ. 30). Γνωρίζουμε ότι πέθανε μετά το 1604. Στο ποίημα γίνεται η ποιητική παραδοχή ότι ζούσε ακόμη το 1610.
γή = ή
(τα) έγγαλα = τα αιγοπρόβατα σε περίοδο γαλουχίας
(το) καερέτι = το κουράγιο
(το) Κάστρο = ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο
(η) Λότζια = κτίσμα που ήταν χώρος συνάντησης και διαβούλευσης των ευγενών επί Βενετοκρατίας. Στην Κρήτη σώζεται η Λότζια του Ηρακλείου και η Λότζια του Ρεθύμνου.
(το) λυκαυγές = η πρώτη περίοδος (μτφ), το χάραμα
μούδε = ούτε
(ο) μπέτης = το στήθος
πλια = πιο
(τα) στείρα = τα αιγοπρόβατα που δεν γεννούν
τση (τζη) = της
τσι = τους (και «τις»)
(το) χνάρι = το ίχνος
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Sandys χρησιμοποιεί το ιταλικό μίλι που ήταν περίπου 1,5 χλμ. Με βάση τις μετρήσεις του η Κρήτη έχει μήκος ≈318 χλμ., πλάτος ≈66χλμ. και περίμετρο ≈770 χλμ. Αυτοί οι αριθμοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Κρήτη έχει μήκος ≈260 χλμ., πλάτος από ≈12 έως ≈60χλμ. και περίμετρο (ακτογραμμή) ≈1.040 χλμ. (Το σύμβολο «≈» σημαίνει περίπου).
[2] Ο περιηγητής επιβεβαιώνει ότι στις αρχές του 17ου αιώνα υπήρχαν ακόμη στον Ψηλορείτη κόκκινα ελάφια αλλά και πλατόνια (τα ελάφια με τις άσπρες βούλες στο καφέ τρίχωμά τους, που υπάρχουν και σήμερα στη Ρόδο) Επίσης, η αναφορά του G. Sandys ότι η Ίδη (Ψηλορείτης) «αποτελεί κληρονομιά των Καλλέργηδων· μιας οικογένειας που για χίλια χρόνια διατηρεί εξέχουσα φήμη στο νησί», ενισχύει την άποψη που διατύπωσα – βασιζόμενος και σε τοπωνύμια και οικογενειακά ονόματα της περιοχής επί Βενετοκρατίας – στη μελέτη μου: «Το Παρδί και η εκκλησία του στο χωριό Κουρούτες» (Βοσκάκης, 2022-2023, σελ. 255-256), ότι η ορεινή περιοχή των Κουρουτών που βρίσκεται και η τοποθεσία Παρδί ήταν πιθανότατα φέουδο των Καλλέργηδων του Μυλοποτάμου.
[3] Είναι αξιοσημείωτο πώς ο περιηγητής συνδέει τους Κουρήτες, τους οποίους ταυτίζει με τους Ιδαίους Δακτύλους, με τον Ψηλορείτη και τη δημιουργία του πολιτισμού. Ο Sandys ταυτίζει τους Ετεόκρητες με τους Κουρήτες για τους οποίους αναφέρει ότι δίδαξαν και τη μουσική της λύρας, ενώ ήταν και οι εφευρέτες του ένοπλου χορού.
[4] Ο Ελευθέριος Πλατάκης, γνωστός κρητολόγος, παραθέτοντας αποσπάσματα αρχαίων συγγραφέων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην αρχαιότητα υπήρχε η άποψη στην Κρήτη ότι ο Δίας πέθανε και τάφηκε στην Ίδη. Επίσης, βάσει των αναφορών του Πλατάκη, η λέξη AEginus που χρησιμοποιεί ο Sandys παραπέμπει στο Αιγαίον Όρος που δεν αναφέρεται από γεωγράφους αλλά είναι δυνατόν να ταυτίζεται με την Ίδη (Ε. Πλατάκης, 1964, σελ. 44-45, 56-58, 61). Όσο για τη φράση: «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται», που αποδίδεται στον Επιμενίδη, από μεταγενέστερους από αυτόν συγγραφείς, και την ανέφερε και ο Απόστολος Παύλος, έχω αναφερθεί με λεπτομέρειες στις σημειώσεις του άρθρου μου για το ταξίδι του Άγγλου περιηγητή G. P. Baker στην Κρήτη (1925-1926).
[5] Ο Λαβύρινθος συνδέεται με την Κνωσό και τον μινωικό διπλό πέλεκυ (λάβρυ), από τον οποίο πιθανόν προέρχεται και το όνομά του. Αρχικά σχετιζόταν με ιερούς ή ανακτορικούς χώρους, ενώ στη μεταγενέστερη παράδοση μεταπλάστηκε σε μυθικό οικοδόμημα ακραίας πολυπλοκότητας, γνωστό από τον μύθο του Θησέα και του Μινώταυρου. Ο Sandys, με ορθολογισμό που προμηνύει τη σύγχρονη αρχαιολογική σκέψη, απορρίπτει τη μυθική διάσταση και ταυτίζει τον Λαβύρινθο με το δαιδαλώδες λατομείο στην περιοχή της Γόρτυνας. Η αναφορά του στον Άγγλο έμπορο που έχασε τον οδηγό του μέσα στις στοές, προσθέτει μια δόση μυστηρίου και δέους, ενώ η παρατήρησή του ότι οι κάτοικοι «ανέλαβαν να τον δείχνουν στους ξένους» φανερώνει μια πρώιμη μορφή περιηγητικού ενδιαφέροντος και την ανάγκη των Κρητικών να συνδέσουν τον τόπο τους με το ένδοξο μυθολογικό παρελθόν, ακόμη και μέσα από ερείπια ή υπόγειες στοές.
[6] Η εκχώρηση αυτή έγινε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204).
[7] Ο Sandys μάλλον εννοεί τον Andrea Dandolo, Δόγη της Βενετίας από το 1343 έως το 1354 και την επανάσταση του Λέοντος Καλλέργη και των Ψαρομηλίγγων, που ξεκίνησε το 1341 και έληξε το 1347.
[8] Από την αρχαιότητα οι Κρητικοί φημίζονταν για τη δεξιοτεχνία τους στην τοξοβολία, όπως μαρτυρούν τα ομηρικά έπη μέσα από Κρητικούς ήρωες όπως ο Μηριόνης. Κι όμως, όταν παιδί ακόμη κατασκεύαζα ξύλινα τόξα με έναν ξάδερφό μου στο χωριό μου στην Κρήτη, δεν γνώριζα ότι άθελά μου συνέχιζα μια τόσο παλιά παράδοση.
[9] Είναι σημαντική η αναφορά του Sandys στον πυρρίχιο χορό, στην Κρήτη του 17ου αιώνα. Τόσο ο πυρρίχιος, που σήμερα χορεύεται στα Ανώγεια Μυλοποτάμου ως «ανωγειανός πηδηχτός», όσο και ο εμπυρρίκιος ο οποίος έχει καταγραφεί, έχοντας έτσι διασωθεί, στο χωριό Πλατάνια Αμαρίου – ευχαριστώ τον Βασίλη Δ. Χριστοδουλάκη για την πληροφορία αυτή – ήταν πολεμικοί χοροί που ενδεχομένως έφεραν μαζί τους οι Δωριείς όταν κατέβηκαν στην Κρήτη, περίπου το 1100 π.Χ. Ο σκεπτικός φιλόσοφος Σέξτος Εμπειρικός στο 6ο βιβλίο του έργου του «Προς μαθηματικούς», το οποίο γράφτηκε μεταξύ 180 και 200 μ.Χ., απευθυνόμενος «προς μουσικούς» αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Οἱ τε τῆς Ἑλλάδος ἡγούμενοι καὶ ἐπ’ ἀνδρίᾳ διαβόητοι Σπαρτιᾶται μουσικῆς ἀείποτε στρατηγούσης αὐτῶν ἐπολέμουν. Καὶ οἱ ταῖς Σόλωνος χρώμενοι παραινέσεσι πρὸς αὐλὸν καὶ λύραν παρετάσσοντο, ἔνρυθμον ποιούμενοι τὴν ἐνόπλιον κίνησιν.» Δηλαδή: «Και οι ηγεμόνες της Ελλάδας, οι Σπαρτιάτες, που ήταν ξακουστοί για την ανδρεία τους, πολεμούσαν έχοντας πάντοτε τη μουσική ως οδηγό τους. Αλλά και εκείνοι που ακολουθούσαν τις παραινέσεις του Σόλωνα, παρατάσσονταν στη μάχη με τη συνοδεία αυλού και λύρας, κάνοντας τις κινήσεις των όπλων τους να έχουν ρυθμό.» Αυτό το κείμενο αναφέρεται σε δύο σημαντικά κέντρα της στρατηγικής και του πολιτισμού στην αρχαία Ελλάδα, συγκεκριμένα τη Σπάρτη (η πρώτη πρόταση) και την Αθήνα (η δεύτερη), και αναδεικνύει τη σύνδεση της μουσικής με την πολεμική δράση, ιδίως στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι πολεμούσαν «μουσικῆς στρατηγούσης», δηλαδή υπό την καθοδήγηση της μουσικής. Η αναφορά στην «ἔνρυθμον ἐνόπλιον κίνησιν» δείχνει τη στρατιωτική πειθαρχία σε ρυθμική κίνηση, η οποία ενσωματώνει στοιχεία χορού και μουσικής. Αν και το απόσπασμα δεν αναφέρει ρητά τον πυρρίχιο, η σύνδεση της δωρικής στρατιωτικής αγωγής με την ένοπλη, ρυθμική κίνηση υποστηρίζει την υπόθεση της μεταφοράς του χορού στην Κρήτη από τους Δωριείς, που μπορεί να συνδέεται και με τους Κουρήτες, οι οποίοι, σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση, χόρευαν τον πολεμικό τους χορό χτυπώντας τις ασπίδες με τα ξίφη ή τα δόρατά τους, ώστε να μην ακουστεί το κλάμα του μικρού Δία από τον πατέρα του τον Κρόνο. Η αναφορά του Sandys ότι οι Ετεόκρητες, που τους ταυτίζει με τους Κουρήτες, εφηύραν τον ένοπλο χορό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βασίζεται αποκλειστικά στη μυθολογία, είναι μια εκδοχή που αν δεν αντικρούει την προαναφερθείσα εκδοχή της προέλευσης του πυρρίχιου από τους Δωριείς είναι συμπληρωματική με αυτή. Δηλαδή, είναι πιθανό οι Ετεόκρητες να δημιούργησαν την πρωταρχική, τελετουργική μορφή του ένοπλου χορού (συνδεδεμένη με τους Κουρήτες), ενώ οι Δωριείς να τον εξέλιξαν στον συγκεκριμένο, στρατιωτικό πυρρίχιο που γνωρίζουμε ιστορικά, ή και το αντίστροφο.
[10] Ή αναφορά αυτή του Sandys αντανακλάται στην παράδοση που συνεχιζόταν και μέχρι πριν από κάποιες δεκαετίες και ίσως σε κάποια μέρη της Κρήτης ακολουθείται ακόμη, όπου οι χορευτές τραγουδούσαν μαντινάδες και εξέφραζαν τα συναισθήματά τους, συχνά σε μορφή συνομιλίας μεταξύ άντρα και γυναίκας, σε χορούς όπως ο σιγανός.
[11] Είναι ενδιαφέρουσα η περιγραφή της ενδυμασίας των Κρητικών της εποχής, που διαφοροποιείται ανάλογα με την κοινωνική τάξη (ενετική επίδραση στους ευγενείς, χιώτικη/αιγαιοπελαγίτικη στον λαό). Γενική αναφορά του Sandys στην ενδυμασία των Ελλήνων γίνεται στη σελίδα 61 του βιβλίου του. Και εκεί ο Sandys παρατηρεί την αφομοίωση των Ελλήνων εκείνης της εποχής στην ενδυμασία των κατακτητών τους (Βενετών ή Τούρκων). Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Αλλά τώρα, τόσο στο κούρεμα όσο και στην ενδυμασία, συμφωνούν στα περισσότερα πράγματα με τους ανθρώπους υπό τους οποίους ζουν: όπως οι Βενετοί στις βενετικές περιοχές, και όπως στην Τουρκία, καθώς επίσης και στους τρόπους τους. Ο μανδύας με μισά μανίκια από βιολετί ύφασμα, με σκούφους του ίδιου χρώματος ή πολύχρωμα ζωνάρια, είναι το πιο κατάλληλο γι' αυτούς.»
[12] Οι χαλκογραφίες του κειμένου προέρχονται από την έκδοση του περιηγητικού έργου του George Sandys, με εξαίρεση το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του έργου του που προέρχεται από την ιστοσελίδα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη (https://el.travelogues.gr/item.php?view=43231) και του χάρτη της Κρήτης, του δευτέρου μισού του 17ου αιώνα, που προέρχεται από το προσωπικό μου αρχείο και αποδίδεται στον Γάλλο χαρτογράφο και μηχανικό Sebastien Pontault de Beaulieu. Στον χάρτη απεικονίζεται και το σημείο που κατά τον χαρτογράφο βρισκόταν ο Λαβύρινθος (νότια του Ηρακλείου, κοντά στο Καστέλλι της Μεσαράς και τη Γόρτυνα). Μία χαλκογραφία απεικονίζει τύπο Ελληνίδας από το Πέρα της Κωνσταντινούπολης, ενώ η χαλκογραφία με τους δύο άντρες σε πρώτο πλάνο δείχνει την περιοχή της λίμνης Αβέρνο (Avernus) – η περιοχή αυτή απεικονίζεται ως η είσοδος στον κάτω κόσμο στην Αινειάδα του Βιργιλίου – κοντά στην αρχαία Κύμη (Cuma) της νότιας Ιταλίας. Τη συμπεριέλαβα επειδή η φορεσιά των ανδρών έχει κοινά στοιχεία με τη φορεσιά των Βενετών εκείνης της εποχής που κατείχαν την Κρήτη. Δυστυχώς, στο έργο του Sandys δεν υπάρχει κάποια άλλη χαλκογραφία που να έχει σχέση με την Κρήτη, πέρα από αυτήν του χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Το σκίτσο του Κρητικού τοξότη είναι από την Ιστορία της Κρήτης του Ι.Δ. Μουρέλλου (Μουρέλλος, 1950, σ. 295) και το σκίτσο με τους καθήμενους γύρω από το τραπέζι είναι από την Επετηρίδα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών (Κουκουλές, 1940, σ. 52) και δείχνει τη φορεσιά ομάδας Κρητικών στα μέσα του 17ου αιώνα. Οι έγχρωμες φωτογραφίες είναι από το προσωπικό μου αρχείο. Ανάμεσα στις φωτογραφίες έχω συμπεριλάβει και φωτογραφία του χωριού μου, των Κουρουτών Αμαρίου, επειδή ο Sandys αναφέρεται αρκετά και στους Κουρήτες, και οι Κουρούτες είναι το χωριό της Κρήτης που συνδέεται πολύ στενά με αυτούς, λόγω της ονομασίας του και παράλληλα της εγγύτητάς του με τον Ψηλορείτη, το βουνό με το οποίο οι Κουρήτες ήταν κυρίως συνδεδεμένοι κατά τη μυθολογία. Από τις εικόνες του μεταφρασμένου κειμένου καμία δεν υπάρχει στις σελίδες που αναφέρονται στην Κρήτη στο πρωτότυπο κείμενο.
[13] Ο 14ος στίχος του ποιήματός μου που προτάσσεται στο κείμενο είναι εμπνευσμένος από τον 14ο στίχο («Στον κρουσταλλένιο σου λαιμό βάλε μαργαριτάρι…») του ποιήματος «Αμάρι» του Ρεθεμνιώτη ποιητή Γιώργη Καλομενόπουλου (1897-1963). (Καλομενόπουλος, 1964, σ. 258.) Η Κρήτη ιδωμένη με τα μάτια ενός περιηγητή· όχι όπως την περιέγραψε ο George Sandys – καθώς το ποίημα διαφέρει ως προς το ύφος και το περιεχόμενο από το πραγματικό κείμενό του – αλλά όπως δημιουργήθηκε μέσα από τη δική μου φαντασία, όπου, διαφορετικά από τις περιηγητικές του περιγραφές για την Κρήτη και τις γυναίκες της, μια γυναικεία μορφή αναδύεται ως ανάμνηση που τον συνοδεύει και μετά την επιστροφή του. Το ποίημα λοιπόν δεν φιλοδοξεί να αναπαραστήσει τις καταγραφές του George Sandys, αλλά να συνομιλήσει δημιουργικά με το είδος της περιηγητικής γραφής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ
1.Sandys, George. “A Relation of a Journey begun An: Dom: 1610”, London 1673. Εxcerpts from pp. 174-177. URL: https://archive.org/details/sandystravelscon00sand/mode/2up
2.Wikipedia, “George Sandys”, URL: https://en.wikipedia.org/wiki/George_Sandys
3.Χορτάτσης Γεώργιος, «Πανώρια». Κριτική έκδοση Εμμ. Κριαρά, αναθεωρημένη με επιμέλεια Κομνηνής Δ. Πηδώνια, Εκδόσεις «Ζήτρος», Θεσσαλονίκη 2007.
4.Καλομενόπουλος Γιώργης, «Ποιήματα: Τα Ψηλορείτικα – Τα τραγούδια του παλιού Ρεθέμνου – Κρητικές Αύρες», Αθήνα 1964.
5.Πλατάκης Ελευθέριος, «Το Ιδαίον Άντρον». Εκδόσεις «Ανταίος», Ηράκλειο 1965.
6.Κουκουλές Φαίδων, «Συμβολή εις την Κρητικήν λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τόμ. Γ’, Αθήνα 1940, σσ. 1-101.
7.Μουρέλλος Δ. Ιωάννης, «Ιστορία της Κρήτης», τόμ. Α’, Ηράκλειο 1950.
8. Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, Travelogues – Με το βλέμμα των περιηγητών, σελίδα τίτλου της Α’ έκδοσης (1615) του περιηγητικού έργου του George Sandys (ό.π.). URL:
https://el.travelogues.gr/item.php?view=43231
9.Βοσκάκης Μιχάλης, «Το Παρδί και η εκκλησία του στο χωριό Κουρούτες». Επιστημονική περιοδική έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου «Νέα Χριστιανική Κρήτη», τχ. 40-41, Ρέθυμνο 2022–2023, σσ. 237–270. Αναρτημένο και στον ιστότοπο: https://michalisgvoskakis.wordpress.com
