Στις 23 Ιουνίου του 1943 αποβιβάστηκε στην παραλία Τρυπητή, κάτω από τα Αστερούσια Όρη, ομάδα σαμποτέρ που στόχο είχε να χτυπήσει τα αεροδρόμια Ηρακλείου και Καστελλίου. Επικεφαλής της ομάδας για το Καστέλλι ήταν ο Δανός Υπολοχαγός Άντερς Λάσσεν. Συμμετείχε και ο Καστελλιανός Κίμων Ζωγραφάκης.[1] Σκοπός της επιδρομής στα αεροδρόμια της Κρήτης ήταν η καταστροφή αεροσκαφών ώστε να μειωθεί η εχθρική αεροπορική δραστηριότητα εναντίον των νηοπομπών Husky (απόβασης στη Σικελία). Ως χρόνος των επιχειρήσεων είχε οριστεί η νύχτα της 4ης προς 5ης Ιουλίου 1943. Η επιχείρηση Αλμπούμεν, όπως ονομάστηκε, ήταν μία από τις πιο σωματικά απαιτητικές που έχουν ποτέ αναληφθεί από σαμποτέρ της S.O.E. (Εκτελεστικό Ειδικών Επιχειρήσεων: Special Operations Executive), δεδομένου ότι αποστάσεις πολύ μεγαλύτερες των 100 μιλίων διανύθηκαν νύχτα σε ορεινή περιοχή, σε περίοδο τριών εβδομάδων, σε εχθρικά κατεχόμενο έδαφος, με κάθε άνδρα να μεταφέρει περίπου 70 λίβρες τροφίμων και εκρηκτικών. Στο αεροδρόμιο του Καστελλίου επιτεύχθηκε η καταστροφή πέντε αεροσκαφών, μεταξύ 150 και 200 τόνων αεροπορικού καυσίμου και η σύλληψη δύο αιχμαλώτων.[2]
Η επιτυχία της επιχείρησης οφείλεται και στον Υποπλοίαρχο R. Young, κυβερνήτη του H.M.M.L. 361 (πλοίου επιφανείας), και στο πλήρωμά του. Η επιχείρηση συνολικά κατέστησε αναγκαίες τρεις διελεύσεις (η ομάδα σαμποτέρ του αεροδρομίου του Τυμπακίου έφτασε αργότερα στις 28 Ιουνίου) σε εχθρικά ύδατα και, σε κάθε περίπτωση, η ακρίβεια της ναυσιπλοΐας και ο τρόπος χειρισμού του πλοίου κοντά στην ακτή ήταν αξιοσημείωτα. Παρά τον κακό καιρό και την ανάγκη απόπλου σε σύντομο διάστημα μετά τη λήψη των σημάτων που εστάλησαν από την ακτή τη νύχτα της 11ης Ιουλίου, μέσα σε διάστημα 45 λεπτών 22 Βρετανοί στρατιώτες, 25 Κρητικοί, 2 αιχμάλωτοι πολέμου και 1.000 λίβρες εξοπλισμού επιβιβάστηκαν στο σκάφος επιφανείας. Εάν το πλοίο δεν είχε φθάσει εκείνη τη νύχτα, η μετεπιβίβαση ολόκληρης της ομάδας θα ήταν αδύνατη για αρκετό χρονικό διάστημα, λόγω της συγκέντρωσης εχθρικών δυνάμεων στην περιοχή.
Η ομάδα των σαμποτέρ απέπλευσε στις 8:00 η ώρα το πρωί από την Bardia της Λιβύης και έφτασε στο σημείο αποβίβασης στην παραλία Τρυπητή, τέσσερα μίλια δυτικά του ακρωτηρίου Κόκκινος, στις 00:40 μετά τα μεσάνυχτα. Μέχρι τις 01:15 η αποβίβαση ολοκληρώθηκε με χρήση της λέμβου του πλοίου και μιας λαστιχένιας σχεδίας. Όλος ο πλεονάζων εξοπλισμός αποκρύφτηκε στο πίσω μέρος της παραλίας και η ομάδα κατευθύνθηκε προς τον χώρο συγκέντρωσης. Η πορεία στις 23 Ιουνίου ήταν εξαιρετικά δύσκολη λόγω των εξαιρετικά βαριών φορτίων (μεταξύ 70 και 80 λιβρών ανά άνδρα) καθώς και της αβεβαιότητας των οδηγών ως προς τη διαδρομή.[3]
Στις 24 Ιουνίου 1943 ξεκίνησε η οργάνωση της αποθήκης υλικών, τοποθετήθηκαν παρατηρητήρια και εγκαταστάθηκε ασύρματη επικοινωνία με τη Μέση Ανατολή. Μερικά εφόδια και ιατρικά υλικά παρέμειναν στην παραλία. Σε μια επιχείρηση αυτής της φύσεως είναι απαραίτητο τα εφόδια να αποκρύπτονται σε διάφορα σημεία γύρω από την περιοχή της αποθήκης, ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να τεθεί σε κίνδυνο το σύνολο των προμηθειών. Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκαν διάφορες βοηθητικές αποθήκες, καθεμία από τις οποίες περιείχε μικρή ποσότητα εφοδίων.
Στις 18:30 μ.μ. η ομάδα άφησε το σημείο όπου είχε παραμείνει κρυμμένη όλη την ημέρα και κινήθηκε βόρεια. Η πορεία ήταν εξαιρετικά αργή λόγω της δύσβατης μορφολογίας του εδάφους και του βάρους των σακιδίων, που ήταν περίπου 70 λίβρες ανά άνδρα. Οι ασυρματιστές, με εξοπλισμό σχεδόν 100 λιβρών, έφτασαν σε κατάσταση κατάρρευσης. Στις 03:00 π.μ. έφτασαν στην Κουμάσα κοντά στη Βαγιονιά και οι δύο ομάδες Ηρακλείου και Καστελλίου και παρέμειναν κρυμμένες σε κοίτη ποταμού.[4] Την επόμενη μέρα έφτασαν στο Αποΐνι χωρίς απρόοπτα και έμειναν τις επόμενες ημέρες σε μικρές καλύβες μέσα σε αμπελώνες κοντά στο χωριό. Τροφοδοτούνταν καθημερινά από φιλικούς ντόπιους κατοίκους. Στο χωριό αυτό οι ομάδες των σαμποτέρ θα χωριστούν με κατευθύνσεις προς το Ηράκλειο και προς το Καστέλλι.
Στο Καστέλλι η ομάδα παρατηρούσε τους στόχους στις 3 Ιουλίου 1943. Υπήρχαν οκτώ Στούκας, πέντε JU.88 και μερικά καταδιωκτικά και παλαιά αεροπλάνα. Τα περισσότερα από τα Στούκας, που προφανώς ήταν ο κύριος στόχος, βρίσκονταν διασκορπισμένα στη νοτιοδυτική γωνία του αεροδρομίου. Αναφέρθηκε από τους ντόπιους κατοίκους ότι ήταν λίγο-πολύ αδύνατο να προσεγγιστούν, καθώς υπήρχαν τρεις φρουροί σε κάθε αεροσκάφος που κοιμούνταν εναλλάξ, και μια σειρά ανδρών τοποθετημένων ανά δέκα γιάρδες σε ημικύκλιο γύρω από τα καταφύγια των αεροσκαφών, με τις πλάτες τους προς τον διάδρομο προσγείωσης. Οι σκηνές των φρουρών βρίσκονταν τοποθετημένες ανάμεσα στα αεροπλάνα. Ο Lassen (Άντερς Λάσσεν) το βράδυ της 4ης Ιουλίου έστειλε τον Λοχία Nicholson, τον Δεκανέα Greaves και τον οδηγό του να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν την επίθεση από τα ανατολικά και μαζί με τον Σμηνία Jones R.A. και έναν τοπικό οδηγό προσέγγισε ο ίδιος το αεροδρόμιο, παίρνοντας θέση σε χωράφι περίπου 8 μίλια από την περίφραξη.
Στις 23:45 άρχισαν να κόβουν το σύρμα με κόφτη. Στις 24:00, όπως είχε κανονιστεί, συγχρονίσανε τους ωρολογιακούς μηχανισμούς και μπήκαν στο αεροδρόμιο. Δεν συνάντησαν δυσκολία στο να τοποθετήσουν τις βόμβες στο πρώτο αεροπλάνο, που ήταν διθέσιο αναγνωριστικό. Προσεγγίζοντας το επόμενο αεροπλάνο, βρήκαν τρεις φρουρούς γύρω του· κατάφεραν να τοποθετήσουν τις βόμβες στα φτερά ενός Junkers χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Όμως, άρχισαν πυροβολισμοί στο άλλο άκρο του αεροδρομίου, συνοδευόμενοι από αρκετές φωτοβολίδες, και αναγκαστήκαν να μείνουν κρυμμένοι χαμηλά για περίπου δέκα λεπτά.[5]
Όταν η σύγχυση κόπασε, κατάφεραν να τοποθετήσουν άλλη μία βόμβα σε ένα Stuka. Όμως, τους εντόπισε ένας από τους φρουρούς και άρχισε να πυροβολεί ακανόνιστα. Κατάφεραν να διαφύγουν προς τα δέντρα και μετέπειτα να τοποθετήσουν μια βόμβα σε μια αποθήκη καυσίμων. Λίγο μετά, ένα φορτηγό έφτασε και περίπου δώδεκα άνδρες κατέβηκαν απ’ αυτό. Μετά από κάποιες φωνές στα γερμανικά διασκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Υποχώρησαν ξανά προς τα δέντρα. Ακούστηκαν μερικές εκρήξεις. Αμέσως μετά ήχησε συναγερμός. Η ομάδα αποσύρθηκε προς τον συρμάτινο φράχτη από το άνοιγμα που είχε δημιουργήσει. Ο Έλληνας οδηγός τους περίμενε εκεί. Ήταν 01:30 π.μ. και περίπου πέντε λεπτά μετά σημειώθηκε η πρώτη έκρηξη. Μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά ακολούθησαν άλλες πέντε εκρήξεις. Η ομάδα βρισκόταν σε μια κοιλάδα και μπορούσε να δει μια μεγάλη πυρκαγιά προς την κατεύθυνση των Junkers. Μετά την πρώτη έκρηξη ο φράχτης και το αεροδρόμιο φωτίστηκαν από προβολείς, και σε δύο λόφους στις άκρες του αεροδρομίου ισχυροί προβολείς σάρωναν τη γύρω περιοχή.
Χρειάστηκαν δύο ώρες για να περάσουν έναν λόφο και να διανύσουν περίπου 21 χιλιόμετρα μέχρι το Αποΐνι. Τη νύχτα 5/6 Ιουλίου πορευτήκαν σε σημείο κάτω από το όρος Σαραντινό και την επόμενη νύχτα προς την περιοχή των Μιλαράδων.[6] Την τελευταία νύχτα έφτασαν στο χωριό Φαβριανά στους πρόποδες των Αστερουσίων. Έφυγαν νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα λόγω προσέγγισης γερμανικής περιπόλου. Έμειναν σε σπηλιά κοντά στην Παναγιά. Τη νύχτα της 9ης προς 10ης Ιουλίου έφτασαν στο φαράγγι του Αγίου Σάββα (παραλία Τρυπητής) και ανέφεραν για την επιχείρηση στον λοχαγό Sutherland. Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης ο ντόπιος πληθυσμός βοήθησε σημαντικά, ενεργώντας ως οδηγοί και προσφέροντάς τροφή και νερό. Ο υπολοχαγός Νικόλαος Σουρής έφτασε στις 08:00 π.μ. και έδωσε πληροφορίες σχετικά με τα αντίποινα που είχαν ληφθεί, δηλώνοντας ότι περίπου 25 ντόπιοι κάτοικοι είχαν καταλύσει μαζί με τις ομάδες των σαμποτέρ. Ο Σουρής ανέφερε πως οι Κρητικοί αυτοί θα έπρεπε να επιβιβαστούν στο σκάφος και να οδηγηθούν στη Μέση Ανατολή. Την ίδια μέρα στάλθηκε και το σχετικό σήμα. Το μήνυμα μεταδόθηκε επιτυχώς στις 15:00, και η επιβεβαίωση ελήφθη στις 19:00.
Στις 11 Ιουλίου ενώθηκαν με τους υπολοίπους και οι σαμποτέρ του υπολοχαγού Rowe που έρχονταν από το Τυμπάκι. Ο Rowe ανέφερε ότι είχε αναγκαστεί να αλλάξει θέση λόγω της παρουσίας περιπόλου τριών Ελλήνων αστυνομικών και ενός Γερμανού, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι ένας ντόπιος, που επρόκειτο να επιβιβαστεί, είχε φύγει κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας έχοντας λάβει χρήματα από ένα μέλος της S.O.E.. Τοποθετήθηκαν φρουροί και καμία κίνηση δεν παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το πλοίο επιφανείας είχε αποπλεύσει στις 05:00 εκείνο το πρωί· κατά συνέπεια άρχισαν οι προετοιμασίες για την επιβίβαση. Δεν υπήρχε διαθέσιμο νερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και έπρεπε να ληφθούν αυστηρά μέτρα.[7]
Περίπου στις 20:00 παρατηρήθηκαν δύο Γερμανοί στρατιώτες να ανεβαίνουν το ρέμα· περικυκλώθηκαν και συνελήφθησαν χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Ενώ οι αιχμάλωτοι ερευνώνταν, μερικοί από τους Κρητικούς είδαν δύο ακόμη Γερμανούς (το άλλο μισό της περιπόλου) στο κάτω μέρος, και θεωρώντας ότι διακυβευόταν η ζωή τους, άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους. Ο εχθρός γρήγορα υποχώρησε προς τη θάλασσα καταδιωκόμενος από περίπου δεκαπέντε ένοπλους Κρητικούς. Ακολούθησε μια σύντομη συμπλοκή, με τους Γερμανούς να έχουν πάρει θέσεις με την πλάτη προς τη θάλασσα. Αυτό διήρκεσε περίπου ¾ της ώρας, κατά τη διάρκεια της οποίας ανταλλάχθηκε σημαντικός αριθμός πυροβολισμών από τυφέκια και πολυβόλα, καθώς και χειροβομβίδες. Ο εχθρός, με επιδέξια χρήση του εδάφους και της κάλυψης, υπερίσχυσε των Κρητικών, οι οποίοι ήταν εντελώς αποδιοργανωμένοι και διέθεταν κακό οπλισμό. Ο άνεμος είχε κοπάσει και ο θόρυβος αυτής της συμπλοκής πρέπει να ακουγόταν καθαρά σε μεγάλη απόσταση κατά μήκος της ακτής. Προς ενίσχυση των Κρητικών στάλθηκε ο Ανθυπολοχαγός Λάμονμπυ (Lamonby) και τέσσερις άνδρες. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, καθώς έπεφτε το σούρουπο, και δύο Κρητικοί έμειναν για να εμποδίσουν την γερμανική περίπολο να κινηθεί κατά μήκος της ακτής. Ο Λάμονμπυ θα σκοτωθεί, όμως, η ομάδα δεν θα το ξέρει και θα τον θεωρήσει αγνοούμενο.
Στις 21:20 μ.μ. έγιναν οι τελικές διευθετήσεις και οι σαμποτέρ οδηγήθηκαν στην παραλία με τους Κρητικούς να είναι στα μετόπισθεν. Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι βρίσκονταν υπό ισχυρή φρούρηση. Όλα έγιναν ώστε να διευκολυνθεί η ταχεία μετεπιβίβαση, ενδεχομένως υπό πυρά. Οι ασύρματοι και ο εξοπλισμός τοποθετήθηκαν σε έξι παράλληλες γραμμές όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κύμα για γρήγορη φόρτωση. Οι αιχμάλωτοι και όλο το πλεονάζον προσωπικό παρέμειναν στη σκιά του δυτικού γκρεμού. Στις 00:10 π.μ. ακούστηκαν οι μηχανές του πλοίου. Μέχρι τις 01:05 π.μ. η επιβίβαση είχε ολοκληρωθεί. Το πλοίο θα κινηθεί για λίγο κοντά στην ακτή σε αναζήτηση του αγνοούμενου Λάμονμπυ. Στις 01:30 ο Κυβερνήτης έθεσε πορεία για τη Μάρσα Ματρούχ, όπου φτάσανε στις 18:45 μ.μ. την επόμενη ημέρα, 12 Ιουλίου 1943.[8] Ήταν ένα ταξίδι περίπου 17 ωρών.
[1] Γιώργος Α. Καλογεράκης, «Η διαδρομή (23 Ιουνίου – 5 Ιουλίου 1943)», στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.patris.gr/istoria/i-diadromi-23-iouniou-5-iouliou-1943
[2] War Office Archives, (WO) 201/136 (0011), https://www.nationalarchives.gov.uk/.
[3] WO 201/136 (0006).
[4] WO 201/136 (0013).
[5] WO 201/136 (0015)
[6] WO 201/136 (0017).
[7] WO 201/136 (0009).
[8] WO 201/136 (0010).









