(Η έμμετρη απόκριση μιας νεαρής Κρητικιάς στον αγαπημένο της, που πολεμά στο μέτωπο – Μια μυθοπλαστική συνέχεια του ποιήματος «Πρόβερνε φως μου...»)
Το ποίημα «Πρόβερνε φως μου...», που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2023 στον κρητικό Τύπο, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, βασισμένης όμως σε μια αυθεντική φωτογραφία κατοίκων των Κουρουτών Αμαρίου, των αρχών του 20ού αιώνα (εκτιμώ, μεταξύ 1912 και 1920), την οποία είχε χαρίσει ο προπάππους μου, ο Κατσουγκρογιάννης, στην κόρη του την Καλλιόπη, κι εκείνη σε εμένα το 1986. Στη φωτογραφία αυτή, ένας νεαρός στρατιώτης (ο Κωστής Μ. Καπελώνης — γεν. 1893) κρατά μια πινακίδα με τη μαντινάδα «Πρόβερνε φως μου να θωρείς όξω το παραθύρι, αν είμαι και στο πόλεμο να μου βαστάς χατήρι». Αν στο ποίημα «Πρόβερνε φως μου...» ακούγεται η φωνή του νεαρού Κρητικού που, λίγο πριν αναχωρήσει εθελοντικά για το μέτωπο, αφήνει μέσω της φωτογραφίας το μήνυμά του στην αγαπημένη του, εδώ γίνεται προσπάθεια να ακουστεί και η δική της φωνή. Στους πολέμους των αρχών του 20ου αιώνα οι γυναίκες της Κρήτης δεν κρατούσαν όπλα στα πεδία των μαχών. Στήριζαν, όμως, τις οικογένειές τους, φρόντιζαν τα σπίτια και τις καλλιέργειές τους και, με την προσευχή, με τα γράμματα που έστελναν — όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν — και με την υπομονετική αναμονή τους, στήριζαν το φρόνημα των αντρών της οικογένειάς τους που πολεμούσαν μακριά από τον τόπο τους. Οι στρατιώτες, παράλληλα με το χρέος προς την πατρίδα, έπαιρναν δύναμη και από τη σκέψη πως κάποιος περίμενε την επιστροφή τους.
Το ποίημα, λοιπόν, που ακολουθεί, αποτελεί την απάντηση της νεαρής Κρητικιάς στην προτροπή του αγαπημένου της να μην τον ξεχάσει (να του βαστά χατίρι), όσο αυτός θα πολεμά στα πεδία των μαχών. Είναι η καταγραφή μιας εσωτερικής μάχης που διεξαγόταν παράλληλα με τον πόλεμο: της μάχης για την καρτερική αναμονή και τη διατήρηση του βαθιού συναισθηματικού δεσμού που τους ενώνει, παρά τις αντίξοες συνθήκες του πολέμου.
Το ποίημα αποτελείται από επτά στροφές, που φέρουν τους ακόλουθους τίτλους: 1. Ο πόλεμος, 2. Ο μισεμός, 3. Η προσμονή, 4. Η καρτερία, 5. Η αφοσίωση, 6. Το χρέος, 7. Ο όρκος. Οι τίτλοι αναφέρονται εδώ και δεν έχουν ενσωματωθεί στο ποίημα, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ροή της ανάγνωσης. Η αφήγηση ξεκινά λίγο καιρό αφότου η φωτογραφία έχει φτάσει στα χέρια της κοπελιάς, η οποία αποκρίνεται νοερά στον αγαπημένο της. Από τη στιγμή που διαβάζει το μήνυμά του, δεν μπορεί να συγκρατήσει την παρόρμησή της να στρέφει συχνά το βλέμμα προς το παράθυρο, περιμένοντας την επιστροφή του, όσο μακρινή κι αν φαντάζει:
Οι πόλεμοι ’ναι των αντρώ, τω γυναικώ οι θρήνοι,
Θε μου και πάρε μονομιάς του κόσμου την οδύνη.
Εμίσεψες κι αλαργινά αποχαιρέτησά σε·
εις τη φωτογραφία σου, και ’ποκαμάρωσά σε.
Σ’ είδα ντυμένο στο χακί, διάβασα το γραφτό σου,
στη Παναγία προσευχή έκαμα για δικό σου.
Στην εκκλησά εκατέβηκα κι άναψα ’να γ-κεράκι,
στη μ-πουλιτσά που μου ’δειξες είδα χελιδονάκι.
Τη μ-πεθυμιά σου έμαθα — να σου βαστώ χατίρι,
φοβούμαι μην η αγάπη σου στο δέτη μασε σύρει·
που ’ναι περίσσα δυνατή μα απερίσκεφτη ’ναι,
του κόσμου η γι-αθιβολή συχνιά κι αυτή πολλή ’ναι.
Δεν είμαι ’γώ στο μ-πόλεμο, μα απού το γ-κοιτώνα,
σηκώνομ’ αξημέρωτα για το δικό μου αγώνα.
Πορίζω στο Ρηγόνερο, τα έχνη μου τζενώνω,
πολλώ λογιώ χορταρικά καθημερνώς μαζώνω.
Επάντηξέ μου ο κύρη σου οψές πρωί Δευτέρας,
πλια ύστερα κι η μάνα σου· στο σταύρωμα τση μέρας.
Υγιαίνου κι ευκές κάνουσι για επί γης ειρήνη,
για να γιαγείρεις γλήγορα να βρούνε τη γαλήνη.
Έφυγες πρίχου να σε ιδώ μα μέσα μου βαστώ σε,
και με τα μάθια τση ψυχής θωρώ ξαναθωρώ σε.
Εκειονά το χαμόγελο που μοιάζει με τ’ αστέρι,
αστροφεγγάτο λάμπει μου στση μνήμης το λημέρι.
Σε παραθύρι ανοιχτό το γιορντάνι μου τ’ αφήνω,
και τη φωτογραφία σου, το μ-πόνο μου να σβήνω.
Κάθα που φαίνω και περνώ σαΐτα στο στημόνι,
στρίβγω ζερβά τη γ-κεφαλή, θωρώ πέρ’ απ’ τ’ αλώνι.
Κι όποιον κι α ιδώ να φαίνεται εις τη στροφή από πέρα,
πάλι θαρρώ πως είσαι ’σύ, πως έφταξεν’ η μέρα.
Αφήνω το τελάρο μου κι ο νους αναθιβάλλει,
να’ σαι κειοσάς που στο Σταυρό με τ’ άλογο προβάλλει.
Είν’ ώρες που η προσμονή λώπως θα με ρημάξει,
κι άλλες που ντύνω υπομονή με πέπλο από μετάξι.
Οψάργας σ’ είδα στ’ όνειρο που γύριζες στσι ρούγες,
γιατί ’χεις πόδια του λαγού και τ’ αετού φτερούγες.
Ξύπνησα κι η γ-εικόνα σου στη θύμηση ’πομένει,
και η θωριά σου τη γ-καρδιά σα φλόγα τη ζεσταίνει.
Το νιώθω, έχεις μου έρωντα — φωθιά απού δε σβήνει,
μα κι η δική μου η καρδιά καίει σα ντο καμίνι.
Όσο η φύση ξαγρυπνά κι ο ήλιος ξεπροβάλλει,
με την ελπίδα σου θα ζω στσ’ αναμονής τη ζάλη.
Κι αν είν’ η στράτα σκοτεινή και ο καημός μεγάλος,
ο δρόμο(ς) μας είναι κοινός και δεν υπάρχει άλλος.
Δε φεύγεις ’πού το λογισμό, στη λήθη δε σ’ αφήνω,
δύναμη με τη σκέψη σου στον απατό μου δίνω.
Θα ’μαι η ρίζα που κρατεί δεντρί που μεγαλώνει,
τσ’ αγάπη μας καρπούς γλυκούς τρέφει και δυναμώνει.
Παραλοϊσμός, ξεριζωμός, σφαγές και εκατόμβες,
φρίκη και βαρβαρότητα, θρήνος, πένθος και βόμβες.
Πόσοι νεκροί και μισεροί, και στη μ-ψυχή σημάδια,
πολλά βαθιά κι αγιάτρευτα, σε μέρες και σε βράδια!
Είν’ μ-πόλεμος! Μα χρέο(ς) μας, ομάδι με τσι τάφους,
να μη χαθεί μουδέ σπιθαμή του πάτριου εδάφους.
Αναμεσίς στο γ-κουρνιαχτό, το αίμα και το μ-πόνο,
θα ’χεις ογιά σκουτάρι σου τον ίσκιο τω μ-προγόνω.
Κι α σου σιμώσει ο θάνατος με δίχθυα απλωμένα,
ο μίτος θα ’ν’ η γι-αγάπη μου να σ’ οδηγεί σε μένα.
Μαντάτο πίστης πέμπω σου, ψυχή μου, απού την Κρήτη,
στη σοφεγγάδα θα το ιδείς γή στον αποσπερίτη:
Προβαίρνω, φως μου, και θωρώ όξω το παραθύρι,
τάσσω σου κι όρκο δίδω σου να σου βαστώ χατίρι.
Σημ.: 1. Η γυναικεία μορφή της εικόνας δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη αυθεντική φωτογραφία. Δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτό πρόσωπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική. 2. Η φωτογραφία με το τοπίο, στην οποία απεικονίζεται μέρος ενός αλωνιού, το οποίο παλαιότερα ανήκε στον Γερώνυμο Κ. Βοσκάκη, είναι τραβηγμένη στ’ Απανωχώρι Κουρουτών και περιλαμβάνει την τοποθεσία Σταυρός που αναφέρεται στο ποίημα, στο βάθος, απέναντι από το δεξί άκρο του αλωνιού. Από την τοποθεσία αυτή διέρχεται ο επαρχιακός δρόμος που συνδέει τις Κουρούτες με τη Νίθαυρη. 3. Το δίστιχο που περιέχει τη λέξη «Ρηγόνερο», καθώς και το αμέσως προηγούμενο, αποτελούν συμπλήρωση και δεν περιλαμβάνονται σε προγενέστερες δημοσιεύσεις του ποιήματος. Το Ρηγόνερο (ή Ριγόνερο) είναι ονομασία τοποθεσίας της περιοχής των Κουρουτών – μια πολύ ενδιαφέρουσα ονομασία, κατά την άποψή μου. Κάποιες από τις πιθανές ετυμολογήσεις της: α. Η σύνδεση με τον «ρήγα» (νερό του Ρήγα/βασιλιά ή τοπικό ιδιοκτήτη που ονομαζόταν Ρήγας ή Ρηγάκης/Ριγάκης), β. Η τοπογραφική συσχέτιση με το αυτοφυές αρωματικό φυτό ρίγανη και γ. Η πιθανότητα προέλευσης από την περίοδο της Βενετοκρατίας, είτε από τοπικό ιδιοκτήτη με το βενετσιάνικο βαπτιστικό ή οικογενειακό όνομα Rigo (ή παράγωγό του, όπως Rigoni), είτε από το Rio Nero (Μαύρο Ρέμα), με την ανάπτυξη ενός ευφωνικού συμφώνου [γ] ανάμεσα στα δύο φωνήεντα της λέξης Rio, είτε από τη λέξη rigagnolo (μικρό αυλάκι ή ρυάκι με νερό) και τη μετεξέλιξη σε Ριγόνερο.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
α=αν
(η) αθιβολή= η συζήτηση, θύμηση
αλλαργινά=από μακριά
αναθιβάλλω=συζητώ, θυμάμαι
αξημέρωτα=πριν ξημερώσει, πολύ νωρίς το πρωί
(ο) απατός=ο εαυτός
απομένω (’πομένω)=παραμένω
απού (’πού)=από
(ο) αστροφεγγάτος= ο ακτινοβολών αγνή φωτεινότητα και εσωτερική ηρεμία
βαστώ χατίρι=(κατά λέξη: κρατώ χάρη). Εδώ: δεν ξεχνώ αγαπημένο πρόσωπο
γή=ή
γιαγέρνω=επιστρέφω
γλήγορα=γρήγορα
γυρίζω=γυρνάω, περιδιαβαίνω
(ο) δέτης=ο γκρεμός
(τα) δίχθυα=τα δίκτυα
εκειονά=εκείνο
(ο) έρωντας=ο έρωτας
(η) ευκή=η ευχή
(τα) έχνη=τα ζώα
ζερβά=αριστερά
θαρρώ=νομίζω
Θε=Θεέ
θωρώ=βλέπω
ιδώ=δω (από το ρήμα ορώ)
κάθα=κάθε φορά, κάθε
καθημερνώς=καθημερινά
κάνουσι=κάνουν
κειοσάς=εκείνος
(ο) κοιτώνας=ο χώρος ύπνου
(ο) κύρης=ο πατέρας
λώπως=λέω πως
μαζώνω=μαζεύω
(το) μαντάτο=το μήνυμα (και η είδηση)
μασε=μας
(ο) μισερός=ο τραυματίας
μισεύγω= φεύγω (εμίσεψα=έφυγα)
(ο) μίτος=το νήμα, η κλωστή (π.χ. «ο μίτος της Αριάδνης»). Οι μίτοι (ή μιτάργια) είναι επίσης βασικά στοιχεία του αργαλειού
μουδέ (μούδε)=ούτε
ογιά=για
ομάδι=μαζί
οψάργας=χθες, χθες βράδυ
οψές=χθες
παντήχνω=συναντώ τυχαία
(ο) παραλοϊσμός=ο παραλογισμός
πορίζω (στο)=παίρνω τον δρόμο για
πέμπω=στέλνω
περίσσα=υπερβολικά, παραπανίσια
πλια=πιο
πολλά=πολύ
πολλώ λογιώ=πολλών ειδών
(η) πουλιτσά=η φωλιά των πουλιών
πρίχου=πριν
προβαίρνω=προβάλλω, εμφανίζομαι
(η) ρούγα=το σοκάκι, η γειτονιά
(η) σαΐτα=το ξύλινο εξάρτημα με μορφή βάρκας για την ύφανση στον αργαλειό
(το) σκουτάρι=η ασπίδα
(η) σοφεγγάδα=η φεγγαράδα
(το) σταύρωμα τση μέρας=το μεσημέρι
(το) στημόνι=τα παράλληλα τοποθετημένα νήματα του αργαλειού ανάμεσα στα οποία πλέκεται το υφάδι
στρίβγω=στρίβω
στσι=στις
συχνιά=συχνά
τάσσω=υπόσχομαι
(το) τελάρο=ο αργαλειός
τζενώνω=μπήγω σταθερά στο έδαφος το ξύλινο ή σιδερένιο παλούκι (τζένιο) που συγκρατεί τα ζώα
τση=της
τσι=τις
υγιαίνου=είναι υγιείς
φαίνω=υφαίνω
