Από το Ρέθυμνο στις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές και από τις τοπικές παραγωγές σε ένα από τα πιο φιλόδοξα κινηματογραφικά εγχειρήματα των τελευταίων ετών. Η Ρεθεμνιώτισσα Μαρίτα Παπαδάκη βρέθηκε στην καρδιά των γυρισμάτων της πολυαναμενόμενης «Οδύσσειας» του βραβευμένου με Όσκαρ Κρίστοφερ Νόλαν, συμμετέχοντας ως βοηθός συντονισμού παραγωγής στα γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα. Μια παραγωγή διεθνούς εμβέλειας, με πρωταγωνιστές μεγάλα ονόματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, που έχει ήδη προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και πολλές συζητήσεις. Από την Πύλο, τη Βοϊδοκοιλιά και τη Μεθώνη έως την Ακροκόρινθο, η Μαρίτα έζησε από κοντά μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία και μιλά για τις απαιτήσεις, τις δυσκολίες αλλά και τη μαγεία μιας τόσο μεγάλης παραγωγής. Παράλληλα, θυμάται τη δική της διαδρομή από το Ρέθυμνο, αποδεικνύοντας πως ακόμη και τα πιο μεγάλα επαγγελματικά όνειρα μπορούν να ξεκινήσουν από τον τόπο μας.
Συνέντευξη: Σταύρος Ρακιντζής
Από το Ρέθυμνο σε μεγάλες παραγωγές. Πείτε μας λίγο για αυτή την πορεία.
«Εγώ σπούδασα στο τμήμα κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Πάντα μου άρεσαν πολλά κομμάτια της τέχνης ιδιαιτέρως ο κινηματογράφος. Έτσι, σπουδάζοντας πάνω στο αντικείμενο επέστρεψα στο Ρέθυμνο το 2014 περίπου και άνοιξα μια εταιρεία παραγωγής διαφημιστικών, έκανα δηλαδή τα δικά μου project με την εταιρεία Act & Art Productions και ανάμεσα σε αυτά τα διαφημιστικά, κάνοντας και μια παραγωγή σε μια εκπομπή με συνεντεύξεις Ρεθεμνιωτών με σκοπό να προβάλλω τη θετική τους δράση σε διάφορες τομείς, στη Νέα Τηλεόραση, γνώρισα ανθρώπους οι οποίοι με προέτρεψαν να δουλέψω σε μια παραγωγή του Θοδωρή Παπαδουλάκη. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το χώρο στη σειρά «Κομάντα και Δράκοι», που εργάστηκα για περίπου 8 μήνες τα Χανιά και ήμουνα διευθύντρια παραγωγής και έτσι ήταν η πρώτη μου επαφή και μια από τις πιο αγαπημένες μου εμπειρίες και το ξεκίνημά μου σε αυτό το χώρο. Γνωρίστηκα με πολλούς ανθρώπους του χώρου, με μάγεψε αυτός ο κλάδος και για να είμαι ειλικρινής παρότι σπούδασα στο τμήμα κινηματογράφου δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι αφού ήρθα στο Ρέθυμνο και ξεκίνησα εδώ την εταιρεία μου, ότι τελικά θα έρθει κάποια στιγμή που θα δουλέψω και εγώ στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. κάνοντας δηλαδή μικρές παραγωγές από το Ρέθυμνο. Μπορεί κανείς να ονειρευτεί πράγματα, αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο πιο δύσκολο το να πιστέψεις ότι μπορείς να εργαστείς σε αυτόν τον τομέα.»
Έχετε συμμετάσχει στην παραγωγή και τηλεοπτικών σειρών και κινηματογραφικών έργων.
«Ναι, εγώ μετά την εμπειρία μου από το «Κομάντα και Δράκοι» συνεργάστηκα με εταιρείες παραγωγής στην Αθήνα, κυρίως με τη Faliro House η οποία αναλάμβανε μεγάλες διεθνείς παραγωγές. Η πρώτη μεγάλη παραγωγή στην οποία συμμετείχα ήταν ο Γάμος Αλλά Ελληνικά της Νία Βαρδάλος, που κι εγώ δηλαδή ως παιδί την είχα δει το Γάμος Αλλά Ελληνικά 1. Εμείς κάναμε το 3 εδώ στην Ελλάδα, όπως και το One Day του Netflix. Επίσης δούλεψα στο «Μαέστρο», στη σειρά του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Γνωρίζοντας τον κόσμο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης μεταβαίνεις από το ένα project στο άλλο και κάπως έτσι συνεχίζεις…»
Πως προέκυψε η συνεργασία σας με την παραγωγή της Οδύσσειας;
«Επειδή συνεργάζομαι με την εταιρεία της Faliro House, με κάλεσαν για να μου πουν ότι θα έρθει μια μεγάλη παραγωγή χολιγουντιανής εμβέλειας, να το πω έτσι. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι ο Κριστόφερ Νόλαν, ο οσκαρικός σκηνοθέτης, θα έρθει να κάνει γυρίσματα στην Ελλάδα στα οποία συμμετείχα κι εγώ από το δικό μου το πόστο. Ήμουν βοηθός συντονισμού παραγωγής, εκεί στην ουσία αναλαμβάναμε όλο το κομμάτι της προπαραγωγής, της προετοιμασίας δηλαδή, για να μπορεί να πραγματοποιηθεί το γύρισμα. Γενικά είμαστε υπεύθυνοι για την ομαλή ροή των πραγμάτων, από το ταξίδι του συνεργείου, των ηθοποιών, τη μετακίνησή τους, τη διαμονή τους, τις συνεννοήσεις ανάμεσα στα διάφορα τμήματα. Ήταν μια τεράστια παραγωγή, περίπου 300 άτομα συνεργείο, Έλληνες και ξένοι, για 10 μέρες μόνο γύρισμα. Στην Πύλο, στη σπηλιά του Νέστορα κάναμε πολλά γυρίσματα, στη Βοϊδοκοιλιά, στη Μεθώνη, στο κάστρο της Ακροκορίνθου, εκεί κινηθήκαμε.»
Η καθημερινότητα πως ήταν αυτό το 10ήμερο;
«Ήταν μια πραγματικά τεράστια παραγωγή. Το γύρισμα έγινε σε 9 με 10 μέρες. Σκεφτείτε ωστόσο, ότι εμείς δουλεύαμε για περίπου 2 μήνες πριν, μόνο για αυτές τις 9-10 μέρες γυρίσματος. Γενικά ήταν μια παραγωγή που για πρώτη φορά υπήρχε απόλυτη μυστικότητα, δεν πήραμε ποτέ στα χέρια μας το σενάριο, κάτι που δε συνηθίζετε στις παραγωγές γενικά. Ήταν υψηλών απαιτήσεων project. Όσον αφορά στην καθημερινότητα, θα μιλήσω για μένα, παρότι ήταν μια πολύ δύσκολη παραγωγή, εγώ είχα μια καταπληκτική εμπειρία, ειδικά στην Πύλο που έβλεπα ας πούμε κάθε μέρα από το παράθυρο του γραφείου μας τις τριήρεις να διασχίζουν τη θάλασσα. Βλέπαμε όλους τους βοηθητικούς ηθοποιούς όπως για παράδειγμα στην Ακροκόρινθο, που είχαμε περίπου 500 άτομα βοηθητικούς ηθοποιούς που ήταν όλοι ντυμένοι με τα ρούχα της εποχής εκείνης, με τις ασπίδες τους, με τα ξίφη. Όλα αυτά ήταν σε ένα άλλο επίπεδο. Σε αυτήν την παραγωγή, συμμετείχαν εξαιρετικοί επαγγελματίες και συντελεστές. Ήταν δύσκολα και τα γυρίσματα, ήταν και δύσβατες οι περιοχές που κάναμε τα γυρίσματα, για παράδειγμα η σπηλιά του Νέστορα ήταν ένα ένας τόπος γυρίσματος στον οποίο πηγαίναμε κι ανεβαίναμε με τα πόδια. Περίπου μισή ώρα ανάβαση για να φτάσουμε στη σπηλιά. Ο Νόλαν, ο Ματ Ντέιμον, όλο το συνεργείο, οι ηθοποιοί, όλοι ανέβαιναν με τα πόδια, μόνο ο εξοπλισμός μεταφερόταν με ελικόπτερο. Βλέπεις πως μία παραγωγή, 300 άτομα συνεργείο γίνονται στην ουσία ένα και έχουν σκοπό να πραγματοποιηθεί το γύρισμα, ανεξαρτήτως συνθηκών.»
Εσείς με ποιους είχατε έρθει σε επαφή;
«Εγώ θα σας πω, τους συνάντησα όλους, αλλά δε μιλούσαμε σε όλους, με τη Λουπίτα Νιόνγκο ήρθα σε επαφή, την ωραία Ελένη, που έγινε και πολύς λόγος για το ρόλο της αργότερα. Αλλά γενικά και ο Ματ Ντέιμον ήταν πάρα πολύ προσιτός, πολύ ευχάριστος, ο Κρίστοφερ Νόλαν ήταν λιγάκι πιο απρόσιτος, είχε δηλαδή και ένα περιβάλλον από ανθρώπους δικούς του που δημιουργούσαν ένα προστατευτικό κλοιό, αν μπορώ να το πω έτσι. Αυστηρός στη δουλειά του, πολύ επαγγελματίας, πολύ συγκεκριμένος, γενικά ήταν ένας σκηνοθέτης με ιδιαίτερες απαιτήσεις. Ο Χόλαντ και η Ζεντάγια, όλοι ήταν εξαιρετικοί. Δηλαδή, ήταν ένα πολύ καλό καστ και φαινόταν και ο Ματ Ντέιμον δεν είχε και ιδιαίτερες απαιτήσεις, που βλέπουμε κάποιες φορές ορισμένους ηθοποιούς ότι είναι έτσι λίγο πιο παράξενοι. Η αλήθεια είναι πως στις συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν είχαμε τέτοια ζητήματα, δηλαδή κάποιος άλλος στη θέση του Ματ Ντέιμον αν ανέβαινε στη σπηλιά θα ήθελε να δώσει τα πράγματά του σε κάποιο άλλο βοηθό σκηνοθέτη να τα κουβαλάει. Εκείνος, μόνος του ο ίδιος είχε τα δικά του πράγματα, δεν άφηνε κανένα να κουραστεί για τον ίδιο. Η Λουπίτα για παράδειγμα είχε κάποιες συνήθειες για την ομορφιά της, κάθε πρωί ήθελε να βάζει πάγο στο πρόσωπό της, κάποια τέτοια πράγματα, αλλά πέρα από αυτά τίποτα σημαντικό, τίποτα ιδιαίτερο.»
Η δουλειά αυτή, πως άλλαξε την οπτική σας επαγγελματικά;
«Άλλαξε πάρα πολύ την οπτική μου, άρχισα μετά να συγκρίνω, για το πως γίνονται τα πράγματα στο εξωτερικό. Έχω δουλέψει και σε άλλες παραγωγές, απλά αυτό το μέγεθος ήταν τώρα τεράστιο, οπότε άρχισα και εγώ να συγκρίνω. Ειδικά και το ότι αυτή η ταινία γυριζόταν εξ ολοκλήρου με φιλμ και αυτό ήταν κάτι ιδιαίτερο για μας. Με όλες αυτές τις τεράστιες κινηματογραφικές μηχανές, που κάθε βράδυ ήθελε να βλέπει το υλικό της ταινίας, που στήνουμε τους προβολείς για να μπορεί να το βλέπει. Όλα αυτά δεν ήταν πράγματα με τα οποία είχαμε έρθει σε επαφή στο παρελθόν, ήταν για μένα μία πολύ όμορφη εμπειρία και για τους συνεργάτες μας. Δύσκολη, αλλά την ίδια στιγμή όμορφη και πολύ ιδιαίτερη. Μεταφερθήκαμε σε μία άλλη εποχή για κάποιους μήνες, σκληρή δουλειά για να βγει όλο αυτό το αποτέλεσμα. Και όταν τελικά το βλέπεις και στην κινηματογραφική αίθουσα νιώθεις ότι ήσουν ένα πολύ μικρό λιθαράκι σε όλη αυτή την παραγωγή, πολύ μικρό γιατί οι άνθρωποι πήγαν σε επτά χώρες έκαναν γυρίσματα, όμως ένιωσα περηφάνεια και για τη χώρα μας.»
Ο Νόλαν προτίμησε πραγματικές τοποθεσίες αντί να τις δημιουργήσει ψηφιακά;
«Προτιμούσε τις πραγματικές τοποθεσίες και αυτό ήταν και ένα ακόμα ζήτημα για εμάς, ως εταιρεία παραγωγής, γιατί δεν του αρέσουν καθόλου και τα ψηφιακά εφέ, τα σπέσιαλ εφέ. Για παράδειγμα ο Κύκλωπας, που ήταν και στη σπηλιά του Νέστορα, στην ουσία ερχόταν από το εξωτερικό, ήταν μια ξύλινη μαριονέτα, η οποία μεταφερόταν από το εξωτερικό και μας ήρθε στην Ελλάδα.»
Η ταινία γυρίστηκε με κάμερες IMAX και αυτή η τεχνολογία πόσο αλλάζει τον τρόπο που και εσείς οργανώνετε μια παραγωγή;»
«Αλλάζει πάρα πολύ γενικά όλη αυτή τη συνθήκη και δεν την προτιμούν ακόμα πάρα πολλοί σκηνοθέτες. Ο Νόλαν έχει κάνει στο παρελθόν μέρος ταινίας του με IMAX, απλά τώρα την έκανε εξ ολοκλήρου. Αυτό δυσκολεύει λιγάκι την κινηματογράφηση γιατί είναι κάτι τεράστιες μηχανές, που μάλιστα κάνουν πολύ θόρυβο, οπότε είναι και δύσκολες οι σκηνές όταν υπάρχει συζήτηση ανάμεσα σε ηθοποιούς. Εκείνος βρήκε τον τρόπο όμως και απευθύνθηκε και στην ίδια την IMAX για να βρεθεί αυτός ο τρόπος να χαμηλώσει ο θόρυβος από τις μηχανές προβολής. Θεωρώ ότι από εδώ και πέρα θα το ακολουθήσουν και άλλοι σκηνοθέτες αυτόν τον τρόπο. Για εμάς είναι λιγάκι δύσκολο ακόμα, απλά η ποιότητα της εικόνας μέσα από φιλμ, μέσα από την κινηματογράφηση με IMAX είναι πολύ διαφορετική από την ποιότητα της εικόνας με ψηφιακές μηχανές κινηματογράφησης.»
Όταν μιλάμε για τον Νόλαν, μιλάμε για έναν εμβληματικό και καινοτόμο σκηνοθέτη.
«Πρόκειται για ένα σκηνοθέτη με εξαιρετικές ταινίες στο βιογραφικό του και την τελευταία μάλιστα το Oppenheimer η οποία ήταν μια ταινία η οποία πήρε και Oscar. Είναι ένας εμβληματικός σκηνοθέτης. Γενικά οι περισσότερες ταινίες που κάνει συζητιούνται αρκετά γιατί ψάχνετε πάρα πολύ, μπαίνει πάρα πολύ μέσα στις ταινίες στο project που αναλαμβάνει. Μάλιστα διάβασα αλλά και το είπε και ο ίδιος ότι ήθελε χρόνια να κάνει την Οδύσσεια, τη δούλευε χρόνια ο ίδιος το μυαλό του και με τους συνεργάτες του και το έκανε τελικά τώρα και ελπίζω να αρέσει το αποτέλεσμα. Είναι πάντως μια ταινία που συζητήθηκε πάρα πολύ.»
Εσείς πως βλέπετε όλη αυτή τη συζήτηση που προκάλεσε;
«Ναι, άνοιξε η βεντάλια πολύ της συζήτησης πάνω στην ταινία αυτή. Εγώ πιστεύω ακριβώς αυτό, ότι την τέχνη την εκλαμβάνει ο κάθε ένας όπως θέλει και ο σκηνοθέτης την αποτυπώνει όπως ο ίδιος θέλει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για μυθοπλασία. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ η εκδοχή που παρουσίασε Νόλαν και συγκεκριμένα η εκδοχή του Οδυσσέα που τον έκανε πιο ανθρώπινο, πιο προσιτό, να περάσει όλες αυτές τις αντιξοότητες και όχι τόσο με εγωισμό όπως γινότανε από τον Όμηρο. Τη συζήτηση για την Ωραία Ελένη τη θεωρώ άτοπη. Στην ταινία ο ρόλος ήταν πολύ μικρός. Η παρουσία της ήταν σύντομη, αλλά όπως και να έχει, θεωρώ ότι με αυτήν την επιλογή ήθελε να μεταφέρει ένα άλλο νόημα. Πιστεύω ότι στάθηκε περισσότερο σε αυτό που πρέσβευε, όχι στην ίδια την Ωραία Ελένη. Για ποιο λόγο γίνεται τελικά ένας πόλεμος, δεν ήτανε τόσο για την ίδια την Ωραία Ελένη. Αυτή όμως είναι μια δική μου ερμηνεία. Θεωρώ ότι και εκείνον δεν τον ένοιαξε καθόλου, τι θα πουν οι άλλοι. Έκανε την επιλογή που θεωρούσε σωστή και που είχε στο μυαλό του. Αυτό είναι η τέχνη, ο κάθε σκηνοθέτης βγάζει αυτό που εκείνος έχει μέσα του και που θεωρεί ότι θα είναι καλό να φανεί.»
Τα επόμενα σας σχέδια;
«Θα σας πω την αλήθεια, μετά τον Κρίστοφερ Νόλαν, επειδή δούλεψα στον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, τώρα μόλις τελειώσαμε τη σειρά, τον τελευταίο κύκλο για το Μαέστρο, τώρα θα ξεκουραστώ και θα δω ποιο είναι το επόμενο βήμα. Εμείς είμαστε και λιγάκι, να μου επιτραπεί ο όρος «νομάδες», μεταφερόμαστε από project σε project και από μέρος σε μέρος. Έτσι όπως πήγαμε δηλαδή στην Πύλο και στην Κόρινθο έχω πάει και στον Άγιο Νικόλαο για μια κινηματογραφική ταινία, οπότε τώρα θα δω το επόμενο βήμα, θα το εξετάσω, έχουμε κάποιες προτάσεις.»







