Μια δεύτερη μάχη, μετά τη μάχη με τον καρκίνο, καλούνται να δώσουν οι ασθενείς που χρειάζονται τακτικές εξετάσεις παρακολούθησης. Η διαδικασία πρόσβασης σε βασικές εξετάσεις, η δυσκολία εξεύρεσης ραντεβού στα δημόσια νοσοκομεία και οι οικονομικές επιβαρύνσεις δημιουργούν ένα επιπλέον βάρος για ανθρώπους που ήδη βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατάσταση.
Την κατάσταση καταγγέλλει η κα Πόπη Τόκταμη, ασθενής με καρκίνο του ορθού, η οποία περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην προσπάθειά της να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες εξετάσεις παρακολούθησης. «Η μαγνητική μπορεί να είναι δωρεάν, αλλά πρέπει πρώτα να καταφέρεις να κλείσεις ραντεβού»
Όπως αναφέρει, η βασικότερη εξέταση που απαιτείται για την παρακολούθηση του καρκίνου του ορθού είναι η «μαγνητική τομογραφία ορθού» Η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς χρέωση σε δημόσιο νοσοκομείο, όμως η πρόσβαση σε ραντεβού, όπως καταγγέλλει, αποτελεί από μόνη της σημαντικό εμπόδιο.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εξέταση δεν συνταγογραφείται ώστε να υπάρχει η δυνατότητα οικονομικής συμμετοχής. Αντίθετα, ζητείται από τον ασθενή να αποζημιώσει την εξέταση εξολοκλήρου.
Στη συνέχεια η ίδια σημειώνει, ότι στη συνείδηση του κόσμου, το σύστημα υγείας, παρέχει στους καρκινοπαθείς δωρεάν ό,τι χρειάζονται σε φάρμακα ή εξετάσεις, πράγμα όμως που στην πράξη δεν ισχύει «Κι αν εγώ είμαι σε θέση να κάνω τις εξετάσεις που χρειάζονται χωρίς να με προβληματίζει το κόστος τους, την ίδια στιγμή δεκάδες άνθρωποι δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις συνθήκες».
Η κα Τόκταμη θέτει ευρύτερα το ζήτημα της οικονομικής επιβάρυνσης των καρκινοπαθών και τονίζει ότι πρέπει να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές στην πρόσβαση τόσο στις εξετάσεις όσο και στα φάρμακα. «Τα φάρμακα των καρκινοπαθών θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Όπως δωρεάν θα πρέπει να είναι και οι απαραίτητες εξετάσεις παρακολούθησης. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει καρκίνο να πρέπει να υπολογίζει αν μπορεί να πληρώσει τη συμμετοχή ή αν θα του φτάσουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα», υπογραμμίζει.
«Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν η εξέταση είναι δωρεάν. Είναι αν μπορείς τελικά να την κάνεις. Τα ραντεβού στα δημόσια νοσοκομεία κλείνονται τηλεφωνικά και σε συγκεκριμένες ώρες. Προσπάθησα επανειλημμένα να επικοινωνήσω με το ΠΑΓΝΗ και ήταν σχεδόν αδύνατο να πετύχω γραμμή», δηλώνει η κα Τόκταμη.
Η ίδια εξηγεί ότι για έναν καρκινοπαθή η διαδικασία αυτή δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική ενόχληση ιδιαίτερα σε μια πόλη όπως το Ρέθυμνο που το πολύπαθο Νοσοκομείο της, δεν διαθέτει ογκολόγο. «Ένας άνθρωπος που πρέπει να κάνει follow-up κάθε έξι μήνες δεν μπορεί κάθε φορά να περνάει ώρες ή ημέρες κυνηγώντας ένα τηλεφωνικό ραντεβού. Έχει ήδη την αγωνία της ασθένειας. Δεν χρειάζεται να έχει απέναντί του και ένα σύστημα που δεν μπορεί να προσεγγίσει εύκολα», σημειώνει.
Η δυσκολία εξεύρεσης ραντεβού μπορεί τελικά να οδηγήσει τον ασθενή στον ιδιωτικό τομέα. Εκεί, σύμφωνα με όσα ανέφερε η ασθενής, μια μαγνητική τομογραφία μπορεί να κοστίσει περίπου 100 ευρώ, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για έναν άνθρωπο με χαμηλό εισόδημα. «Για κάποιον που ζει με 300, 400 ή 600 ευρώ τον μήνα, τα 100 ευρώ δεν είναι ένα αμελητέο ποσό. Είναι χρήματα που μπορεί να χρειάζονται για τρόφιμα, λογαριασμούς ή φάρμακα. Και δεν μιλάμε για μια εξέταση που κάνεις μία φορά στη ζωή σου. Μιλάμε για τακτικό έλεγχο», τονίζει η ίδια. Παράλληλα, οι εξετάσεις που πραγματοποιούνται μέσω ασφαλιστικής κάλυψης δεν σημαίνουν απαραίτητα μηδενικό κόστος για τον ασθενή. Συμμετοχές για μαγνητικές και αξονικές εξετάσεις, αλλά και το κόστος των σκιαγραφικών, προσθέτουν επιπλέον οικονομική επιβάρυνση.
Το βασικό αίτημα, όπως προκύπτει, δεν αφορά μόνο την κατάργηση μιας χρέωσης. Αφορά την πραγματική πρόσβαση στη δημόσια υγεία. Για έναν καρκινοπαθή, η έγκαιρη εξέταση δεν είναι πολυτέλεια ούτε προαιρετικός έλεγχος. Είναι μέρος της παρακολούθησης της νόσου και, σε πολλές περιπτώσεις, κρίσιμο στοιχείο για την έγκαιρη αντιμετώπιση μιας πιθανής υποτροπής. «Δεν ζητάμε κάτι παράλογο. Ζητάμε να μπορούμε να κάνουμε τις εξετάσεις που μας έχουν ζητήσει οι γιατροί χωρίς να περνάμε κάθε φορά από έναν νέο Γολγοθά. Ο καρκίνος είναι ήδη αρκετός. Δεν χρειάζεται να πολεμάμε και το σύστημα υγείας», καταλήγει η κα Τόκταμη.
