Του νου ταξιδευτής (σε τόπους του Ρεθέμνου)
Του νου γοργός ταξιδευτής, του χρόνου ταξιδιώτης,
των περασμένων εποχών – του τόπου μου – δεσμώτης.
Καβαλικεύω στση βροχής ψηλό ουράνιο τόξο,
χρυσές αχτίνες ακλουθώ και σέρνομ’ ίσα όξω.
Θωρώ πολιτείες και χωριά σε προ Χριστού αιώνες,
σε κάμπους ξωμάχους τση ζωής, στη θάλασσα γοργόνες.
Φτάνω στο Παντομάτριο, στο Πάνορμο, στην Ίδη,
κι ύστερα στην Ελεύθερνα – μα πλήρης είμαι ήδη.
Στη Σύβριτα, στο Ψύχιο, άκρα ψυχής το λέω,
στου Μασσαλιά τον ποταμό· κατά τον Πτολεμαίο.
Απάγκιο ήβρα στη Ρίθυμνα, στου Ρέθεμνου τον κόλπο,
ξαπόστασα και λόγιασα παραμυθένιο κόλπο:
Μπαίνω σε χρονομηχανή με μαγικά λαμπιόνια,
πάλι οπίσω βρίχνομαι στα τωρινά τα χρόνια.
Νιώθω πως είναι μπορετό, στου χρόνου το φεγγίτη,
να συνταιριάξω την παλιά με την καινούργια Κρήτη.
Ο Richard Pococke (Southampton Αγγλίας, 1704 – Charleville Castle Ιρλανδίας, 1765), διδάκτορας του Δικαίου στο κολέγιο Corpus Christi της Οξφόρδης, υπήρξε ένας από τους πιο σχολαστικούς περιηγητές του 18ου αιώνα. Επισκέφθηκε τη Γαλλία, την Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ 1733 και 1737, και στη συνέχεια την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Μεσοποταμία, τη Μικρά Ασία και την Ελλάδα, μεταξύ 1737 και 1741. Στις 2 Ιουλίου 1739, ενώ βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, επιβιβάστηκε σε ένα σκωτσέζικο πλοίο με σκοπό να φτάσει στα Χανιά. Το πλοίο, που ήταν φορτωμένο με Μαυριτανούς που επέστρεφαν από τη Μέκκα, είχε προορισμό την Τύνιδα, το Αλγέρι και άλλα μέρη στα παράλια της Αφρικής, και αφού διέπλευσε την ανατολική Μεσόγειο και με ενδιάμεσο σταθμό τη Ρόδο, έφτασε στην Κρήτη. Πραγματοποιώντας το ταξίδι του, είχε ήδη αρχίσει η ανέλιξή του στην εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ αργότερα, από το 1756 έως τον θάνατό του, διετέλεσε επίσκοπος σε περιοχές της Ιρλανδίας. Οι περιηγητικές του εντυπώσεις εκδόθηκαν στο Λονδίνο σε δύο τόμους, ο πρώτος από τους οποίους κυκλοφόρησε το 1743 και ο δεύτερος το 1745.
Το έργο του Richard Pococke “A Description of the East, and Some other Countries” (Περιγραφή της Ανατολής και ορισμένων άλλων χωρών) είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα:
https://archive.org/details/gri_33125009339611/page/n8/mode/1up
Ο Pococke, στο απόσπασμα του κειμένου του που αφορά στην Κρήτη, επιδιώκει και την ταυτοποίηση των αρχαίων πόλεων και της γεωγραφίας του νησιού, μια προσπάθεια που έκαναν πιο συστηματικά τον επόμενο αιώνα οι Robert Pashley (Travels in Crete, 1837) και Thomas Abel Brimage Spratt (Travels and Researches in Crete, 1865). Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί μετάφραση του συνόλου των εντυπώσεων του Pococke από την Κρήτη. Παρακάτω ακολουθεί η μετάφραση των επιλεγμένων σελίδων 248-249 (Κεφ. IV) και 258-261 (Κεφ. VI-VII) του τέταρτου βιβλίου, από τον Α' μέρος του Β' τόμου, οι οποίες εστιάζουν στην περιήγησή του Pococke σε περιοχές του Ρεθύμνου, αλλά περιέχουν και αναφορές για περιοχές των Χανίων και του Ηρακλείου:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Περί της Γόρτυνας και ορισμένων άλλων τοποθεσιών προς το νότιο τμήμα του νησιού
Στις 17 Αυγούστου ξεκίνησα από τα Χανιά με σκοπό να κάνω μια περιοδεία σε όλο το νησί, έχοντας μαζί μου τον γενίτσαρο του προξένου και έναν Κρητικό (Υποσημ. 1). Πήγαμε από το Παλαιόκαστρο [1] προς τα κεντρικά μέρη του νησιού, φτάσαμε στην επαρχία του Ρεθύμνου και καταλύσαμε την πρώτη νύχτα στον Αλμυρό [2] σε ένα πανδοχείο, όπου υπάρχει ένα κάστρο που φρουρείται από γενίτσαρους, οι οποίοι τελούν υπό τις διαταγές ενός Ζιντάρ [στο λατινικό πρωτότυπο: Zidar] [3]. Ο σκοπός τους είναι να αποτελούν άμυνα ενάντια στους κουρσάρους, αν και το μέρος βρίσκεται σε σημαντική απόσταση από τη θάλασσα. Πέρα από το κάστρο υπάρχουν δύο πηγές με κακόγευστο υφάλμυρο νερό. Στις 18 μεταβήκαμε σε ένα χωριό που ονομάζεται Άγιος Κωνσταντίνος και 1 μίλι [4] πιο πέρα στα Ρούστικα. Συνεχίσαμε προς τα χωριά του Σπηλίου, όπου υπάρχει ένας αξιόλογος ποταμός, ο οποίος υποθέτω ότι είναι ο ποταμός Μασσαλία [5] του Πτολεμαίου. Συνεχίσαμε ανάμεσα στα βουνά σε πολύ κακούς πετρώδεις δρόμους και φτάσαμε τη νύχτα σε ένα χωριό και ένα ρυάκι που ονομάζεται Κρύα Βρύση (η ψυχρή κρήνη). Αυτό το ρυάκι και ορισμένα άλλα ρέματα αδειάζουν στη θάλασσα σε ένα άνοιγμα ανάμεσα στα βουνά και, υποθέτω, σχηματίζουν εκείνον τον ποταμό, τον οποίο ο Homann [6] διακρίνει μόνο με το όνομα Ποταμός [7]. Πιθανώς το Φύκιον του Πτολεμαίου [8] βρισκόταν είτε εδώ είτε στον επόμενο ποταμό Βιζάρι ή Πλατύ [λ.π.: Visari· η ονομασία του ποταμού συνδέεται άμεσα με το χωριό Βιζάρι Αμαρίου, η λιμνοδεξαμενή του οποίου τροφοδοτείται από τα νερά του Πλατύ ποταμού ], 4 μίλια [≈6,5 χλμ] προς τα ανατολικά, ονομαζόμενο από τον Homann Γαλήνη [9]. Αυτό το μέρος απείχε 15 λεπτά στα ανατολικά του ποταμού Μασσαλία.
Περίπου 3 μίλια [≈4,8 χλμ] πέρα από τον ποταμό Βιζάρι διασχίσαμε τα βουνά και φτάσαμε σε μια ωραία πεδιάδα. Το βουνό στα βόρεια ονομάζεται Κέδρος και είναι το αρχαίο Κέντρος, αλλά στα νότια αυτής της πεδιάδας ονομάζεται όρος Μέλαμπες. Στα βόρεια του όρους Κέδρος βρίσκεται το περίφημο όρος Ίδη, στο μεσαίο και πλατύτερο μέρος του νησιού, το οποίο εκτείνεται από το όρος Μέλαμπες έως τα βουνά της Στρογγυλής [10], που σχηματίζουν το ακρωτήριο Σαφφόσο [λ.π.: Saffoso] του Homann, και ήταν το παλιό ακρωτήριο Δίον [11], ανάμεσα στον Χάνδακα και το Ρέθυμνο.
Αυτή η πεδιάδα [12], η οποία έχει πλάτος περίπου 2 λεύγες [≈9,6 χλμ], εκτείνεται από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά για αρκετά μίλια μέχρι τα βουνά της Σήθη ή Σητείας [λ.π.: Scethe, or Sitia], το αρχαίο όρος Δίκτη, και στο νότιο άκρο της υπάρχει ένας μεγάλος κόλπος, στον οποίο υπάρχουν δύο ψηλά βραχώδη νησιά που έχουν ήδη αναφερθεί, τα οποία χωρίζονται το ένα από το άλλο με ένα πολύ στενό πέρασμα, και τα δύο μαζί εκτείνονται για περίπου 2 μίλια [≈3,2 χλμ], και έχουν πλάτος ενός σταδίου [≈185 μ.]. Ονομάζονται Κάμπρα από τους ναυτικούς και από τους Έλληνες Παξιμάδια. Το μεγαλύτερο είναι πιθανώς η Λητώα [λ.π.: Letoa] του Πτολεμαίου, η οποία μπορεί να έχει λάβει το όνομά της από τον ποταμό Ληθαίο που εκβάλλει εδώ (Υποσημ.2).
Στην πεδιάδα που προαναφέρθηκε, περίπου 10 μίλια [≈16 χλμ] από τη θάλασσα, βρισκόταν η περίφημη πόλη Γόρτυνα. Κατά την πρώτη είσοδο σε αυτή την πεδιάδα κοντά στη θάλασσα, στις 19, διασχίσαμε την κοίτη ενός χειμωνιάτικου χειμάρρου, που ονομάζεται από τους ντόπιους Κληματιανός, από τον Homann Τάρταρα [13]. Εδώ εισήλθαμε στην επαρχία του Χάνδακα [λ.π.: Candia] και στο καστέλλι του Καινουργίου. Κατά μήκος του μέσου αυτής της πεδιάδας, ή μάλλον στη νοτιοανατολική πλευρά, κυλάει ο ποταμός που ονομάζεται Ιεροπόταμος (Γηροπόταμο) [14], ή ο παλιός ποταμός, όπως τον εξηγούν, σύμφωνα με τη σύγχρονη προφορά. Ο ποταμός ρέει στα ανατολικά της αρχαίας Γόρτυνας, η οποία μπορεί να εκτεινόταν έως αυτόν, αν και τα κύρια ερείπια βρίσκονται πάνω από 1 μίλι στα δυτικά. Θα φανταζόταν κανείς ότι αυτός είναι ο ποταμός, για τον οποίο ο Στράβων λέει ότι ρέει σε όλο το μήκος της πόλης, ή μέσα από αυτήν (Υποσημ. 3).
[...] (Παραλείπεται το Κεφάλαιο 5)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Περί του όρους Ίδη και του Ρεθύμνου
Ξεκινήσαμε από τον Χάνδακα στις 24 (Υποσημ. 4), και ταξιδεύοντας προς τα δυτικά, περάσαμε πάνω από το όρος Στρογγυλή και καταλύσαμε σε χάνι σε ένα χωριό που ονομάζεται Νταμαρτάλ [λ.π.: Damartal] [15]. Στις 25 φτάσαμε σε μια ευχάριστη ύπαιθρο γεμάτη μικρούς λόφους καλυμμένους με βελανιδιές, ελιές και πλατάνια, με κλήματα να τυλίγονται γύρω τους. Ταξιδέψαμε 12 μίλια [≈19,3 χλμ] μέχρι ένα χάνι και μια βρύση με την ονομασία «Στου Παπά τη Βρύση» [λ.π.: Papatebrisy], και προχωρώντας 2 μίλια [≈3,2 χλμ] παραπέρα είδαμε τον ψηλό λόφο του μοναστηριού Βαλ στα δεξιά [16], και στο τέλος των 6 μιλίων [≈9,6 χλμ] φτάσαμε στο χωριό Πέραμα, πάνω σε έναν ποταμό με το ίδιο όνομα. Απέναντι από αυτό το μέρος υπάρχει ένα λιμάνι που ονομάζεται Αστόμια [λ.π.: Astomia] [17], όπου οι Μαλτέζοι βγήκαν στην ξηρά φέτος και πήραν μαζί τους πάνω από 20 Τούρκους από ένα χωριό που ονομάζεται Δελαβόλου [λ.π.: Delabolou] [18], το οποίο βρίσκεται σχεδόν μία λεύγα [≈4,8 χλμ] από τη θάλασσα. Λέγεται ότι αυτή η απόβαση προκλήθηκε από έναν υπηρέτη του αγά του χωριού, ο οποίος, έχοντας υποστεί κακή μεταχείριση από το αφεντικό του, πήγε στους Μαλτέζους στη Γαύδο [λ.π.: Gozo], τους έδειξε τον δρόμο και, όπως λέγεται, πήρε την εκδίκησή του βοηθώντας στο δέσιμο του αφέντη του.
Φύγαμε 3 μίλια [≈4,8 χλμ] έξω από τον κεντρικό δρόμο σε μια ευχάριστη κοιλάδα στα νότια προς ένα χωριό που ονομάζεται Μαργαρίτες, το οποίο δόθηκε στους Κιοπρουλήδες [λ.π.: Cuperlis] [19], μαζί με πολλά άλλα χωριά γύρω από τον Χάνδακα, όταν ο πρόγονός τους κατέλαβε εκείνη την πόλη. Εδώ μας οδήγησαν σε ένα ακατοίκητο σπίτι, όπου ήρθαν σε εμάς δύο ιερείς από τη μονή Αρκαδίου, και αργότερα ο επιστάτης του πασά Κιοπρουλή, ο οποίος μου έφερε ως δώρο μια ανθοδέσμη και ένα καρπούζι. Και όταν έφυγα με συνάντησε στην πόρτα του και μας φίλεψε κρασί, πεπόνι και καρύδια, και έριξε μια τουφεκιά κατά την αναχώρησή μας, που όλα ήταν δείγματα της ευγένειάς του, για τα οποία του εξέφρασα την πρέπουσα ευγνωμοσύνη. Έχουν εδώ μια βιοτεχνία από ωραία κόκκινα πήλινα σκεύη, κάτι παρόμοιο με εκείνα των αρχαίων.
Περίπου 1 μίλι [≈1,6 χλμ] παραπέρα περάσαμε από μια εκκλησία του Αγίου Αντωνίου σε ένα σπήλαιο. Ταξιδεύοντας ακόμα σε μια ευχάριστη στενή κοιλάδα, είδα έναν πύργο σε απόσταση που ονομαζόταν Τελεύτερνα, ο οποίος υπέθεσα ότι ήταν κάποια απομεινάρια της παλιάς Ελεύθερνας. Άλλα 4 μίλια [≈6,5 χλμ] παραπέρα περάσαμε από την ερειπωμένη μονή του Αγίου Αντωνίου [20], που ανήκει στη μονή Αρκαδίου. Σύντομα μετά φτάσαμε σε μια μικρή πεδιάδα ανάμεσα στους λόφους, με περίμετρο περίπου 4 μίλια, στο μέσο της οποίας βρίσκεται η μεγάλη μονή του Αρκαδίου, η οποία ανεγέρθηκε την εποχή της βενετικής διοίκησης. Είναι ένα καλαίσθητο κτίριο γύρω από μια μεγάλη αυλή. Έχουν μια καλή τράπεζα και μια πολύ ωραία εκκλησία στο κέντρο της αυλής, με μια όμορφη πρόσοψη βενετσιάνικης αρχιτεκτονικής. Η μονή έχει μεγάλο εισόδημα, πάνω από 100 καλόγερους και περίπου 20 ιερείς. Με υποδέχτηκε εδώ πολύ ευγενικά ο ηγούμενος και με οδήγησε στα διαμερίσματα που προορίζονται για τους ξένους. Ο ηγούμενος ερχόταν πάντα και έπαιρνε τα γεύματά του μαζί μου.
Στις 26, το απόγευμα, ξεκίνησα με τρεις καλόγερους για να πάω στο όρος Ίδη, το οποίο απέχει περίπου 6 μίλια [≈9,6 χλμ] στα ανατολικά της μονής. Ο δρόμος είναι πολύ κακός ανάμεσα στους λόφους, οι οποίοι είναι καλυμμένοι με αειθαλή δρυ [πρίνο]. Φτάσαμε σε ένα αγρόκτημα που ανήκει στη μονή, όπου έσφαξαν ένα πρόβατο για εμάς. Προχωρήσαμε παραπέρα σε ένα σπήλαιο, όπου ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και πλαγιάσαμε όλη τη νύχτα. Στις 27 περπατήσαμε σχεδόν 3 ώρες μέχρι τους πρόποδες του ψηλού βουνού.
Το Όρος Ίδη ονομάζεται τώρα από τους ντόπιους Υψηλορείτης [λ.π.: Upsilorites]. Είναι πιθανό ο Δίας να πέρασε μεγάλο μέρος της νιότης του ανάμεσα σε αυτά τα βουνά στις ανδρικές ασκήσεις του κυνηγιού και της τοξοβολίας, καθώς λέγεται ότι εκπαιδεύτηκε εδώ. Αυτό το βουνό εκτείνεται προς τα βορειοδυτικά σχεδόν μέχρι το Ρέθυμνο, οριοθετούμενο στα νοτιοδυτικά από εκείνη την κοιλάδα [21] η οποία βρίσκεται στα βορειοανατολικά του όρους Κέδρος, στην πλευρά του οποίου είδα σε απόσταση τη μονή των Ασωμάτων, και στα βορειοανατολικά από εκείνες τις στενές κοιλάδες που το χωρίζουν από το όρος Στρογγυλή, και έτσι εκτείνεται προς τα νοτιοανατολικά, μέχρι την πεδιάδα στην οποία βρισκόταν η Γόρτυνα [22]. Αλλά αυτό που είναι κυρίως το όρος Ίδη, είναι ένα πολύ ψηλό βουνό στη μέση, ή μάλλον προς τη νοτιοανατολική πλευρά τους. Είναι από γκρίζο μάρμαρο [λ.π.: marble], και η επιφάνεια του, αποτελούμενη από χαλαρές πέτρες, το καθιστά πολύ δύσκολο στην ανάβαση. Δεν υπάρχει βλάστηση πάνω του, εκτός από λίγους μικρούς θάμνους ή βότανα. Έκανα 2 ώρες και 45 λεπτά ανεβαίνοντας προς την ψηλότερη κορυφή, διότι έχει και μια άλλη προς τα δυτικά, κάπως χαμηλότερη. Υπέθεσα ότι αυτό το βουνό δεν είναι τόσο ψηλό όσο το όρος Λίβανος ή οι Άλπεις. Σε ορισμένα κοιλώματα, ιδιαίτερα σε δύο που είδα, υπάρχει χιόνι όλο το χρόνο, το οποίο μεταφέρεται το καλοκαίρι στο Ρέθυμνο για τη χρήση του πασά. Στην κορυφή του βουνού υπάρχει μια χαμηλή εκκλησία χτισμένη μόνο από χαλαρές πέτρες, αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό. Προσφέρει μια λαμπρή θέα σχεδόν ολόκληρου του νησιού και σε μια καθαρή μέρα, λένε ότι μπορεί κανείς να δει πολλά από τα νησιά του Αρχιπελάγους. Είδα από εκεί τα μικρά νησιά που βρίσκονται βόρεια της Σητείας. Λίγο πιο πάνω στη βόρεια πλευρά του λόφου μπήκα σε ένα μικρό τραχύ σπήλαιο, το οποίο είναι το μόνο για το οποίο μπόρεσα να πληροφορηθώ σε αυτό το μέρος. Όσο άγονο κι αν είναι αυτό το βουνό, είδα ένα κοπάδι πρόβατα στην ψηλότερη κορυφή του, και παρατήρησα ιδιαίτερα τους βοσκούς να τοποθετούν το χιόνι πάνω σε πέτρες εκτεθειμένες στον ήλιο, και να δέχονται το νερό στα παγούρια τους καθώς έλιωνε, και να το πίνουν χωρίς να βρίσκουν καμία δυσμενή επίδραση από αυτό. Επέστρεψα στη μονή και, στις 28, ταξιδεύοντας προς τα βόρεια, περάσαμε μέσα από τα χωριά Αμνάτος και πήγαμε στις εκβολές του ποταμού Σταυρωμένου, και στις δύο πλευρές του οποίου υπάρχουν ερείπια, και το μέρος ονομάζεται Άριο. Προχωρήσαμε 1 μίλι νότια προς την πλούσια μονή του Αρσανίου, η οποία υπάγεται απευθείας στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Eίναι ευχάριστα τοποθετημένη, και το κτήμα που της ανήκει παράγει μερικά από τα καλύτερα κρασιά και λάδια σε όλη την Κρήτη. Ο ηγούμενος με πίεσε να δειπνήσω μαζί τους και μου παρέθεσε μια πολύ μεγαλοπρεπή φιλοξενία. Πίνοντας ορισμένες προπόσεις για την υγεία, έψαλλαν κάποιους ελληνικούς στίχους. Αυτή η μονή, επειδή βρίσκεται πάνω στο δρόμο, έχει μεγάλα έξοδα για τη φιλοξενία ξένων, και οι Τούρκοι δεν αρκούνται σε αυτό, αλλά αρπάζουν στον δρόμο ό,τι επιθυμούν. Προχωρήσαμε 8 μίλια [≈12,9 χλμ] προς το Ρέθυμνο, περνώντας πάνω από τον ποταμό Πλατανιά και μέσα από ένα όμορφο χωριό που ονομάζεται Χαμαλεύρι. Στο Ρέθυμνο με υποδέχτηκαν στο σπίτι του Άγγλου υποπρόξενου.
Το Ρέθυμνο είναι κτισμένο στον κόλπο που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αμφιμάλιον [23]· βρίσκεται πάνω σε μια χερσόνησο που εκτείνεται προς τα βόρεια μέσα στη θάλασσα, στο βόρειο άκρο της οποίας υπάρχει ένας ψηλός βράχος, ισχυρά οχυρωμένος [24]. Στα νότια αυτού υπάρχει ένα επίπεδο έδαφος πάνω στο οποίο είναι κτισμένη η πόλη, η οποία προστατεύεται από ένα τείχος χτισμένο εγκάρσια στον αυχένα της χερσονήσου, το οποίο στη δυτική πλευρά εκτείνεται μέχρι τον λόφο πάνω στον οποίο είναι κτισμένο το κάστρο. Αν και η πόλη περιβάλλεται σχεδόν από τη θάλασσα, ωστόσο βρίσκουν άφθονο καλό γλυκό νερό όπου κι αν σκάψουν, και ένα ωραίο ρυάκι έρχεται στην πόλη από μια κοντινή πηγή, η οποία ρέει σαν ποτάμι από έναν όμορφο αγωγό που έφτιαξαν οι Βενετοί, και παρόλο που το έδαφος είναι βραχώδες και δεν υπάρχουν έλη κοντά του, ωστόσο, δεν ξέρω για ποιο λόγο, θεωρείται ότι έχει ανθυγιεινό αέρα. Η τοποθεσία είναι ειδυλλιακή και στην ανατολική πλευρά, με θέα στη θάλασσα, υπάρχουν μερικά πολύ ωραία σπίτια ενετικής αρχιτεκτονικής, με κήπους πίσω τους που εκτείνονται προς την πλευρά της θάλασσας. Υπάρχει μια δωρική πύλη σε ένα από τα σπίτια, η οποία μπορεί να ανταγωνιστεί οποιοδήποτε δείγμα σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Υπάρχει επίσης ένας ωραίος πύργος [25], όπου φαινόταν να υπήρχε μια είσοδος στο λιμάνι, στον οποίο υπήρχε ένα ρολόι την εποχή των Βενετών. Το λιμάνι είναι μια μικρή λεκάνη στα ανατολικά, στην οποία μπορούν να εισέλθουν μόνο μεγάλα καΐκια [λ.π.: into which large boats only can enter], αλλά τα πλοία αγκυροβολούν έξω σε ένα καλό αγκυροβόλιο. Υπάρχουν εδώ ορισμένοι Γάλλοι πράκτορες για τους εμπόρους των Χανίων και του Χάνδακα, προκειμένου να εξάγουν λάδι, αλλά δεν υπάρχουν ιερείς της Λατινικής εκκλησίας στην πόλη.
Υπολογίζουν ότι υπάρχουν περίπου 10.000 ψυχές στην πόλη, 3.000 εκ των οποίων είναι Τούρκοι που φέρουν όπλα. Υπάρχουν περίπου 500 ελληνικές οικογένειες, που έχουν μια εκκλησία και έναν επίσκοπο που κατοικεί εδώ. Υπάρχουν έξι ή επτά οικογένειες Εβραίων, αλλά δεν έχουν δημόσια συναγωγή. Έχουν μια παλιά παροιμία που αναφέρει τους ανθρώπους του Ρεθύμνου ως αφοσιωμένους στα γράμματα, αλλά πιθανώς αυτό δεν έχει άλλη βάση από το ότι αυτή η πόλη έχει αναδείξει μεγάλο αριθμό ιερέων και μοναχών [26]. Ο μέγας βεζίρης Ιμπραήμ Πασάς, ο οποίος κατείχε αυτό το αξίωμα στην αρχή της βασιλείας του νυν Μεγάλου Αυθέντη, ήταν εξόριστος σε αυτό το μέρος. Μου είπαν ότι ήταν αρχικά «καγιά» [λ.π.: caia] [27], ή υπουργός του μαύρου ευνούχου, ο οποίος τον προώθησε σε αυτό το αξίωμα, και όταν βρέθηκε σε αυτό αντιλήφθηκε τόσο έντονα την υπερβολική δύναμη εκείνου του ευνοούμενου, που είχε καταστρώσει ένα σχέδιο να τον απομακρύνει με μια γαλέρα, την οποία είχε προετοιμάσει για τον σκοπό αυτό, αλλά το σχέδιό του ανακαλύφθηκε και ο ίδιος στάλθηκε μακριά με εκείνη ακριβώς τη γαλέρα για να γίνει πασάς στην Εύβοια [λ.π.: Negropont]. Φαίνεται πως ο βεζίρης είχε λάβει υπόσχεση από τον Μεγάλο Αυθέντη να μην αγγίξει τον τίτλο ή την περιουσία του, έτσι διατάχθηκε η στρατολόγησή του για το έντιμο πασαλίκι της Ρούμελης, προκειμένου να υποβληθεί σε μεγάλα έξοδα, και πριν από περίπου έξι χρόνια στάλθηκε σε αυτό το μέρος, όπου ζει σε μια πολύ έντιμη αποστρατεία. Ο πασάς πηγαίνει μερικές φορές στην έδρα του, αλλά η ιδιότητα του βεζίρη τον απαλλάσσει από την ανταπόδοση των φιλοφρονήσεων ακόμη και προς τον κυβερνήτη της επαρχίας.
Όταν ήμουν στο Ρέθυμνο, άκουσα για έναν Γερμανό σκλάβο, γηγενή της Σιλεσίας [28], ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί στους πολέμους με τον αυτοκράτορα, και συμφώνησα γι' αυτόν με τον Τούρκο αφέντη του για το ποσό των 200 δολαρίων. Αφού ολοκληρώθηκαν όλα, η κυριότητά του μεταφέρθηκε σε εμένα, φιλώντας τα πόδια του παλιού του ιδιοκτήτη και στη συνέχεια του νέου του αφέντη. Πρότεινα να του δώσω την επιλογή είτε να μείνει μαζί μου ως υπηρέτης, είτε να παραδοθεί στους ιερείς στην Κωνσταντινούπολη που εξαγοράζουν αιχμαλώτους, αφού μου επέστρεφαν τα χρήματα. Η αγάπη για την πατρίδα του τον έκανε να επιλέξει το δεύτερο, και τον παρέδωσα στα χέρια τους περίπου έναν χρόνο αργότερα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Περί των τοποθεσιών μεταξύ Ρεθύμνου και Χανίων
Φύγαμε από το Ρέθυμνο στις 29 [Αυγούστου] και συνεχίζοντας προς τα δυτικά κατά μήκος των βουνών σε έναν πολύ πετρώδη δρόμο, φτάσαμε στον ποταμό Πετρέ, πάνω από τον οποίο υπάρχει μια πολύ ασυνήθιστη γέφυρα, κατασκευασμένη πρόσφατα, αποτελούμενη από ένα τόξο, το οποίο δεν μπορεί να είναι λιγότερο από 50 πόδια [≈15,2 μ] πλάτος και, όπως υπέθεσα, ήταν 60 [≈18,3 μ] ή 70 [≈21,3 μ] πόδια ύψος. Λίγο πιο πέρα από αυτό αφήσαμε την επαρχία και το καστέλλι του Ρεθύμνου και εισήλθαμε στην επαρχία των Χανίων και στο καστέλλι του Αποκορώνου, το οποίο έχει στα νότια το ανεξάρτητο καστέλλι των Σφακίων [...](Το υπόλοιπο του Κεφαλαίου 7 παραλείπεται –όπως και το Κεφάλαιο 5–, και το κείμενο επικεντρώνεται στο ταξίδι του περιηγητή σε περιοχές του Ρεθύμνου, για λόγους κυρίως περιορισμού της μεγάλης του έκτασης και λαμβάνοντας υπόψη ότι η δημοσίευση πραγματοποιείται σε ρεθεμνιώτικη εφημερίδα.)
Επίλογος
Η περιήγηση του Richard Pococke αποτελεί έναν πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο για την Κρήτη του 18ου αιώνα, παρά τις αναπόφευκτες αστοχίες που πηγάζουν από τους περιορισμούς της εποχής του. Ειδικότερα όσον αφορά στις περιοχές του Ρεθύμνου, οι κοινωνικές του παρατηρήσεις είναι συγκλονιστικές: από την παρουσία εξόριστων πασάδων μέχρι τις σκληρές περιγραφές της αγοράς δούλων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθειά του να ταυτίσει αρχαίες πόλεις με οικισμούς που επισκέφθηκε, καθώς και η καταγραφή της φήμης των Ρεθεμνιωτών ως ανθρώπων «αφοσιωμένων στα γράμματα» – μια ταυτότητα που παραμένει αναλλοίωτη στους αιώνες.
Υποσημ. 1: Υπάρχει ένα σημαντικό ρέμα στη δυτική πλευρά της κοιλάδας του Σπηλίου. Ονομάζεται Μεγαπόταμος [ο Κουρταλιώτης], τον οποίο θεωρώ ότι είναι ο ποταμός Μασσαλία του Πτολεμαίου, δεκαπέντε λεπτά ανατολικά του Φοίνικα [ο Φοίνικας βρισκόταν στην περιοχή του Λουτρού Σφακίων], κάτι που διορθώνοντας το γεωγραφικό μήκος του λιμένα του Φοίνικα σε 53° 15', ήταν πέντε λεπτά ανατολικά εκείνου του λιμένα, ο οποίος με αυτή τη διόρθωση, όντας στο ίδιο γεωγραφικό μήκος με το ακρωτήριο Ερμαία, ίσως να είναι λιμάνι στο ακρωτήριο που βρίσκεται στα δυτικά του κάστρου των Σφακίων [το ακρωτήριο Μουρί], αν όχι το ίδιο το λιμάνι. Ο Στράβων αναφέρει επίσης τον Φοίνικα Λαμπαίο [στην περιοχή του Πλακιά Αγ. Βασιλείου], ένα μέρος σε αυτή τη θάλασσα, σε αυτό που αποκαλεί ισθμό ή αυχένα της ξηράς, 12,5 μίλια [≈20,1 χλμ] πλατύ. Το μέρος σε αυτόν τον ισθμό, στη βόρεια θάλασσα, ήταν ένα χωριό που ονομαζόταν Αμφαλία [λ.π.: Amphalia], το οποίο πρέπει να βρισκόταν στις Αλυκές στον κόλπο της Σούδας, όπου από το όρος Ίδη παρατήρησα ότι το νησί ήταν πολύ στενό [Το χωριό που ο Pococke ονομάζει Amphalia, πιθανότατα ήταν η αρχαία πόλη Αμφίμαλλα ή Αμφιμάλλιον που θεωρείται πλέον ότι δεν βρισκόταν στον κόλπο της Σούδας που την τοποθετούσαν ο Pococke και ο Σ. Σπανάκης, αλλά στον κοντινό κόλπο του Αλμυρού]. Αυτός είναι ο Φοίνιξ στις Πράξεις [των Αποστόλων] κζ' 12, όπου κάποιοι θα είχαν ξεχειμωνιάσει, όταν το πλοίο στο οποίο επιβιβάστηκε ο Απόστολος Παύλος έφυγε από τους Καλούς Λιμένες.
Το επόμενο μέρος που αναφέρεται στα ανατολικά είναι το Φυσιλάσιουμ [λ.π.: Phaecilasium. Πρόκειται για παραφθορά της αρχαίας πόλης Ποικιλασσού που βρισκόταν ανάμεσα στην Αγία Ρουμέλη και τη Σούγια, στην έξοδο του φαραγγιού της Τρυπητής.], περίπου 15 μίλια [≈24,1 χλμ] από το ακρωτήριο Ερμαία [λ.π.: Hermea], το οποίο μπορεί να είναι η Πούντα Πλάκο [λ.π.: Ponta Placo] στον χάρτη του Homann, και στα ανατολικά αυτού, όπως διαπιστώνω, τοποθετεί τη Φοινικιά [λ.π.: Fenichia]. Το Φυσιλάσιουμ πιθανώς βρισκόταν στον ποταμό Ρωμέλια [λ.π.: Romelia. Εννοεί το ποτάμι της Σαμαριάς που εκβάλλει στην Αγία Ρουμέλη, εξ ου και το όνομα Romelia] στον χάρτη του Homann, καθώς η Τάρρα [λ.π.: Tarba] μπορεί να βρίσκεται στον ποταμό Σόγλια [λ.π.: Soglia. Ο χείμαρρος Αγιερηνιώτης που διασχίζει το φαράγγι της Αγίας Ειρήνης], όντας πράγματι τοποθετημένη μόνο περίπου 4 μίλια [≈6,4 χλμ] δυτικά αυτού [ο Pococke τοποθετεί την Τάρρα κοντά τη Σούγια, όπου τοποθετείται σήμερα η αρχαία πόλη Συία. Η Τάρρα θεωρείται σήμερα ότι βρισκόταν στην περιοχή της Αγίας Ρουμέλης, όπου ο Pococke αναφέρει ότι ο Homann τοποθετούσε το Φυσιλάσιουμ]. Ο χάρτης του De Wit έχει ένα μέρος που ονομάζεται Τάρβα, αλλά το τοποθετεί στη δυτική πλευρά του νησιού. Η Λισσός [λ.π.: Lissus] είναι το πρώτο μέρος που αναφέρεται από τον Πτολεμαίο στη νότια ακτή, 16 μίλια [≈25,7 χλμ] από την Τάρρα και 4 μίλια από το Κριομέτωπον [λ.π.: Criumetopon· το σημερινό ακρωτήριο Κριός, αλλά η απόστασή του από τη Λισσό είναι στην πραγματικότητα αρκετά μεγαλύτερη]. Μπορεί να βρίσκεται στον ποταμό Σταυρωμένο, πολύ κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται το κάστρο Σέλινο [στην Παλαιόχωρα]. Η Λισσός είναι τοποθετημένη στους πίνακες σε τέτοια θέση, πιθανώς από κάποιο λάθος, ώστε να μην συμφωνεί με αυτό το μέρος, αλλά στον χάρτη του De Wit οι πεδιάδες της Λισσού τοποθετούνται σε αυτό το μέρος του νησιού.
Υποσημ. 2: Ο Homann τοποθετεί το κάστρο των Σφακίων σε μεγάλη απόσταση από αυτά τα νησιά, αν και δεν απέχει πάνω από 7 λεύγες [≈33,6 χλμ] στα δυτικά τους [η πραγματική απόσταση είναι ≈45 χλμ]. Τοποθετεί ομοίως τη Γαύδο πολύ εσφαλμένα, σε απόσταση δύο μοιρών [≈182 χλμ] γεωγραφικού μήκους προς τα δυτικά, αν και απέχει μόλις 12 λεύγες [≈57,6 χλμ] δυτικά-νοτιοδυτικά από αυτά. Ο χάρτης του De Wit είναι ο καλύτερος όσον αφορά την τοποθεσία των νησιών νότια της Κάντια.
Υποσημ. 3: Ο Πτολεμαίος τοποθετεί τον ποταμό Ληθαίο στα δυτικά αρκετών τοποθεσιών που βρίσκονταν νοτιότερα από τη Γόρτυνα, και τις εκβολές του 35 λεπτά δυτικά εκείνης της πόλης. Είναι αλήθεια ότι ένα μικρό ρέμα που ονομάζεται Μητροπολιανός διαρρέει το χωριό Μητρόπολη, το οποίο αποτελεί τμήμα της θέσης της Γόρτυνας, και θα μπορούσε επίσης να ονομαστεί Ληθαίος, καθώς εκβάλλει στον ποταμό Ιεροπόταμο. Είναι όμως πιθανότερο ο ποταμός Ληθαίος να έχει τοποθετηθεί εσφαλμένα στον Πτολεμαίο, παρά ο Στράβων να αναφέρει το όνομα ενός τόσο μικρού ρυακιού και να μην δίνει σημασία στον μεγάλο ποταμό που διαρρέει την πεδιάδα και ήταν πολύ κοντά στη Γόρτυνα, εάν η πόλη εκείνη δεν εκτεινόταν έως αυτόν.
Υποσημ. 4: Συνεχίζοντας κατά μήκος της ακτής από τον Χάνδακα, στα δυτικά της πόλης υπάρχει ένας ποταμός που ονομάζεται Γιόφυρος [λ.π.: Jefiri]. Ο Πτολεμαίος τοποθετεί το Πάνορμο μετά το Ηράκλειο, αλλά έχω λόγους να πιστεύω ότι βρισκόταν δυτικά του ακρωτηρίου Δίον, κάνοντας έτσι αυτή τη διόρθωση, και διορθώνοντας τα γεωγραφικά μήκη χωρίς να αλλάξω τη σειρά των τοποθεσιών, η πρώτη τοποθεσία είναι το Κύταιον [λ.π.: Cytaeum], το γεωγραφικό πλάτος του οποίου και του Ηρακλείου [όπου το τοποθετεί ο F. Cornelius (Creta Sacra I, p.118)] θα έπρεπε να είναι μάλλον 35:10, καθώς είναι νοτιότερα από το ακρωτήριο. Αυτή η πόλη μπορεί να βρίσκεται σε έναν μικρό κόλπο στα δυτικά του μεγάλου κόλπου του Χάνδακα, όπου ο Homann [και ο Spratt] τοποθετεί το Παλαιόκαστρο [Ηρακλείου]. Αυτό που ονομάζει ακρωτήριο Σαφφόσο, και ο Delisle, καθώς και οι κάτοικοι, το ακρωτήριο του Σταυρού, είναι το παλιό ακρωτήριο Δίον. Εδώ ο δρόμος περνά πάνω από ψηλά βουνά που ονομάζονται Στρογγυλή [Στρούμπουλας]. Στην ανατολική πλευρά βρίσκεται το ψηλό βουνό του Σταυρού, όπου υπήρχε μια εκκλησία με αυτό το όνομα, και στα δυτικά των βουνών ονομάζονται Βαλ Μοναστήρι [η Μονή Ατάλης], από ένα μικρό μοναστήρι. Καθώς ο Πτολεμαίος είναι πολύ ελλιπής στο βόρειο τμήμα της Κρήτης, μέχρι να φτάσει στο Ρέθυμνο, έχω διορθώσει στις παρατηρήσεις μου ως εξής: Ηράκλειον 54:30. 35:10. Κύταιον 54:20. 35:10. Ακρωτήριο Δίον 54:10. 35:15. Πάνορμο 53:45. 35:10. Παντομάτριον 53:35. 35:6. Ρίθυμνα 53:30,35. Η πρώτη τοποθεσία που έθεσα δυτικά του ακρωτηρίου είναι το Πάνορμο, επειδή κοντά στο καστέλλι του Μυλοποτάμου (το οποίο δίνει το όνομα σε μια επαρχία εδώ) ο Homann τοποθετεί το Πάνορμο, και ονομάζει ένα βουνό με αυτό το όνομα. Αυτό το μέρος θεωρώ ότι βρισκόταν σε έναν μικρό κόλπο, ο οποίος ονομάζεται Αστόμια. Στα νότια αυτού του μέρους, περίπου 8 μίλια [≈13 χλμ], υπάρχει ένα μεγάλο ευχάριστο χωριό που ονομάζεται Μαργαρίτες, το οποίο φαίνεται να έδωσε τον τίτλο στην επισκοπή που ονομαζόταν Μαργαριτένσις (Margaritensis). [Παρά την έρευνά μου, δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω την ύπαρξη επισκοπής με αυτή την ονομασία κατά τη βενετική περίοδο.] Νότια αυτού του χωριού, περίπου 1 μίλι, και ανατολικά της βαθιάς κοιλάδας που εκτείνεται προς τη θάλασσα, είδα έναν παλιό πύργο σε απόσταση, και ρωτώντας γι' αυτόν, μου είπαν ότι ήταν έργο των αρχαίων Ελλήνων και τον ονομάζουν τώρα Τελεύτερνα [λ.π.: Teleuterna], έτσι ώστε χωρίς αμφιβολία η αρχαία πόλη Ελευθεραί [λ.π.: Eleutherae] ή Ελεύθερνα βρισκόταν εδώ, και η Σύβριτος πρέπει να βρισκόταν κάπου κάτω από τα βουνά προς το Ρέθυμνο. Για να επιστρέψουμε στη θάλασσα, 4 μίλια [≈6,4 χλμ] δυτικότερα βρισκόταν το Παντομάτριον· αυτό φαίνεται να είναι ένα μέρος περίπου 1 μίλι βόρεια της μονής Αρσανίου, στον ποταμό Σταυρωμένο, ο οποίος ρέει κοντά στη μονή Αρκαδίου. Το μέρος ονομάζεται τώρα Άριο, και έχουν μια παράδοση ότι υπήρχε μια πόλη εδώ, και ότι ήταν επισκοπή. Λένε ότι το παλιό όνομα ήταν Αγρία και ότι ο τίτλος του επισκόπου ήταν «Ο Αγρίου», και πιθανώς είναι η επισκοπή που ονομάζεται Αριένσις, ή μια άλλη που ονομάζεται Αγιένσις. Και οι δύο αναφέρονται μετά το φέουδο [fief=φέουδο. Στο λ.π.: fee] του Μυλοποτάμου. Λίγο ανατολικότερα βρίσκεται ένα χωριό που ονομάζεται Επισκοπή, όπου υποθέτουν ότι ήταν ο καθεδρικός ναός. Στο Άριο υπάρχουν μερικοί σωροί από πέτρες στους αγρούς, αρκετοί για να δείξουν ότι υπήρχαν κάποια κτίρια εκεί, και στα δυτικά υπάρχει μια μικρή εκκλησία, χτισμένη στον γκρεμό ενός βράχου, και ονομάζεται Παναγία Χρυσοπηγή (The Madonna of the Golden Spring). [Πρόκειται για την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στον Πρίνο Μυλοποτάμου, χτισμένη στο χείλος μικρού φαραγγιού, στην τοποθεσία Δρακόνερο.]
Γλωσσάρι ποιήματος
ακλουθώ = ακολουθώ
βρίχνομαι = βρίσκομαι
θωρώ = βλέπω
ίσα όξω = κατευθείαν έξω
ήβρα = βρήκα
λογιάζω = σκέφτομαι, συλλογίζομαι
(ο) Μασσαλιάς ποταμός = ο Μασσαλίας ποταμός
(ο) ξωμάχος = ο ασχολούμενος με αγροτικές εργασίες στο ύπαιθρο
στση = στης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο Pococke εννοεί το Παλαιόκαστρο στην περιοχή της αρχαίας Απτέρας Χανίων, νοτιοανατολικά του κόλπου της Σούδας.
[2] Στην περιοχή της σημερινής Γεωργιούπολης.
[3] Serdar: φρούραρχος.
[4] Επειδή ο Pococke ήταν ένας πολύ σχολαστικός περιηγητής, το πιθανότερο είναι ότι χρησιμοποιούσε το λεγόμενο statute mile, που είχε καθοριστεί στην Αγγλία από το 1593 και αντιστοιχούσε σε περίπου 1.609 μέτρα, και δεν υπολόγιζε τις αποστάσεις με το ιταλικό (ρωμαϊκό) μίλι που αντιστοιχούσε σε περίπου 1.500 μέτρα, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι προγενέστεροι Άγγλοι περιηγητές.
[5] Στο πρωτότυπο κείμενο το λατινικό γράμμα «s» μοιάζει πολύ με το «f». Έτσι, η ονομασία του ποταμού Masalia (Μασσαλία) φαίνεται γραμμένη ως Mafalia (Μαφαλία). Κατά τον ίδιο τρόπο είναι γραμμένες οι ονομασίες χωριών όπως ο Άγιος Κωνσταντίνος (Aios Conftantinos), τα Ρούστικα (Ruftico) και η Κρύα Βρύση (Creobrifi), καθώς και άλλες λέξεις. Η διαφορά μεταξύ των δύο γραμμάτων είναι ότι στην περίπτωση του «s» η μικρή οριζόντια γραμμή είναι μόνο από την αριστερή πλευρά, ενώ στην περίπτωση του «f» καλύπτει και τις δύο πλευρές.
[6] Ο Γερμανός Johann Baptist Homann (1664-1724), όπως και ο Γάλλος Guillaume Delisle (1675-1726) και ο Ολλανδός Frederik De Wit (1629-1706), που αναφέρονται παρακάτω, ήταν χαρτογράφοι.
[7] Ο Ακουμιανός ποταμός.
[8] Επρόκειτο για το Ψύχιον που βρισκόταν στην περιοχή του Αγίου Παύλου και του ακρωτηρίου Μέλισσα Αγίου Βασιλείου.
[9] Ο Πλατύς Ποταμός εκβάλλει στην παραλία της Αγίας Γαλήνης.
[10] Το όρος Στρούμπουλας.
[11] Το Άκρον Διός: το ακρωτήριο Σταυρός ή Άγιος Σώστης, στην Αγία Πελαγία Ηρακλείου.
[12] Η πεδιάδα της Μεσαράς.
[13] Το ρέμα του Κληματιανού εκβάλλει στη θάλασσα του Κόκκινου Πύργου.
[14] Ο Γεροπόταμος της Μεσαράς εκβάλλει στη θαλάσσια περιοχή του Τυμπακίου Ηρακλείου. Υπάρχει και ο Γεροπόταμος του Ρεθύμνου, ο οποίος, αφού ενώνεται με τον Μυλοπόταμο, εκβάλλει κοντά στο Πάνορμο Μυλοποτάμου.
[15] Η Δαμάστα.
[16] Η ονομασία Val Monastere παραπέμπει στο Μπαλί και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Ατάλης.
[17] Το Πάνορμο.
[18] Πρόκειται πιθανότατα για το Δαμαβόλου, αν και η απόστασή του από τη θάλασσα είναι ≈8 χλμ σε ευθεία γραμμή.
[19] Οι Κιοπρουλήδες ήταν μια γενιά με μεγάλη δύναμη και επιρροή στην Κρήτη εκείνη την εποχή, μιας και ο Ahmed Köprülü πασάς ήταν ο εκπορθητής του Χάνδακα το 1669.
[20] Πρόκειται για τη μονή του Αγίου Αντωνίου στο Βένι Αμαρίου, κοντά στο χωριό Βολιώνες.
[21] Η κοιλάδα του Αμαρίου.
[22] Η πεδιάδα της Μεσαράς.
[23] Ο κόλπος του Αλμυρού.
[24] Η Φορτέτζα.
[25] Ο ενετικός Πύργος του Ρολογιού που κατεδαφίστηκε το 1945.
[26] Ο Pococke φαίνεται να αγνοεί τους προερχόμενους από το Ρέθυμνο ανθρώπους των γραμμάτων της περιόδου της Βενετοκρατίας, όπως τον Νικόλαο Βλαστό, τον Ζαχαρία Καλλιέργη, τον Φραγκίσκο Μπαρότση, τον Γεώργιο Χορτάτση, τον Δανιήλ Φουρλάνο, τον Ιωάννη Ανδρέα Τρωίλο, τον Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή, κ.α.
[27] Κεχαγιάς (Kahya) = ο οικονόμος ή διοικητικός βοηθός υψηλού αξιωματούχου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
[28] Η Σιλεσία είναι περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης που βρίσκεται κυρίως εντός της Πολωνίας.
[29] Οι χαλκογραφίες του κειμένου προέρχονται από το πρωτότυπο του έργου του R. Pococke, στην έκδοση του 1745, και οι έγχρωμες φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό μου αρχείο (λήψη: Μιχάλης Γ. Βοσκάκης).
[30] Μέσα στο μεταφρασμένο κείμενο, αλλά και στις 4 υποσημειώσεις του Richard Pococke, εκτός από αγκύλες με αρίθμηση που παραπέμπει στις αντίστοιχες δικές μου σημειώσεις, περιλαμβάνονται και αγκύλες που περιέχουν παρατηρήσεις μου, σχετικές με τα αναφερόμενα στο πρωτότυπο. Σε σημεία όπου η απόδοση των όρων ενδέχεται να εγείρει ερωτήματα, επιλέχθηκε να παρατεθεί μέσα σε αγκύλες και το αγγλικό πρωτότυπο κείμενο. Η συντομογραφία λ.π. σημαίνει λατινικό πρωτότυπο. Επίσης, το σύμβολο «≈» μπροστά από αριθμούς σημαίνει πως ο αριθμός είναι «περίπου» και όχι «ακριβώς». Για τον ίδιο αριθμό μιλίων, η αντιστοίχιση σε χιλιόμετρα παρατίθεται μόνο μια φορά.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ
1. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Αλέξανδρος Χ. Γρηγορίου & Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, «Η Θεσσαλονίκη των περιηγητών 1430-1930», Εκδόσεις Μίλητος, 2008, σσ. 63-64.
2. Σπανάκης Στέργιος, «Ανέκδοτος κατάλογος των 100 πόλεων της Κρήτης». Περιοδικό «Κρητικά Χρονικά», τόμ. 11. Εκδότης: Ανδρέας Γ. Καλοκαιρινός, Ηράκλειο 1957, σελ. 277-301.Τέλος φόρμας
3. Wikipedia, “Richard Pococke”. URL: https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Pococke
4. Pococke Richard, “A Description of the East, and Some other Countries”, London, Printed for the author, by W. Bowyer, MDCCXLV.
URL: https://archive.org/details/gri_33125009339611/page/n8/mode/1up
