ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Το «Εξοικονομώ» πρέπει να παραμείνει εργαλείο του πολίτη

0

ΑΣΑΦΕΣ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΕΚΦΡΑΖΕΙ Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ Ν.Ε. ΡΕΘΥΜΝΟΥ ΤΟΥ ΤΕΕ/ΤΔΚ ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΝΩΛΙΤΣΗ

Την έντονη αντίδραση του τεχνικού κόσμου προκαλεί η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην διαμόρφωση ενός θεσμικού και στη διαμόρφωση νέου θεσμικού και χρηματοδοτικού πλαισίου, το οποίο συνδέεται με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας, τους εθνικούς στόχους εξοικονόμησης ενέργειας και τη συνολική στρατηγική για την πράσινη μετάβαση.

Επί της ουσίας, βάζει τις εταιρείες ενέργειας μέσα στα προγράμματα, όπως είναι το «εξοικονομώ» με όρους που δεν έχουν απολύτως αποσαφηνιστεί.

Το γεγονός προκαλεί ερωτηματικά και διαφωνίες από τον τεχνικό κόσμο που βλέπει τις εταιρείες παροχής ενέργειας να παρεμβαίνουν δραματικά μέσα στις διαδικασίες των προγραμμάτων, γεγονός, που ενδεχομένως λειτουργήσει ανασταλτικά και ενάντια στην μαζική αξιοποίηση των προγραμμάτων από τους ενδιαφερομένους πολίτες.

Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, όπως για παράδειγμα είναι το «Εξοικονομώ» ή το «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» είναι κρατικές ή συγχρηματοδοτούμενες δράσεις που προσφέρουν επιδοτήσεις, άτοκα δάνεια και φοροαπαλλαγές για την ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κατοικιών. Στόχος τους είναι η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας άνω του 30%, η βελτίωση της ποιότητας ζωής και η μείωση των λογαριασμών μέσω παρεμβάσεων όπως θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων, συστήματα θέρμανσης/ψύξης και ηλιακούς θερμοσίφωνες.

Σκοπός των προγραμμάτων είναι η εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας, η μείωση των εκπομπών  και η αναβάθμιση της ενεργειακής κλάσης του ακινήτου.

Οι επιδοτούμενες Παρεμβάσεις αφορούν θερμομόνωση τοίχων, δωμάτων, στεγών και πιλοτής. Αντικατάσταση κουφωμάτων με σύγχρονα ενεργειακά.

Συστήματα θέρμανσης και ψύξης με αντλίες θερμότητας, κλιματιστικά και φυσικό αέριο. Συστήματα ζεστού νερού με ηλιακούς θερμοσίφωνες και τοποθέτηση τεντών και εξωτερικών συστημάτων.

Τα προγράμματα αυτά βοηθούν τους ιδιοκτήτες να κάνουν το σπίτι τους πιο φιλικό προς το περιβάλλον, εξοικονομώντας χρήματα μακροπρόθεσμα.

ΕΝΤΟΝΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ Ν.Ε. ΤΕΕ/ΤΔΚ ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΝΩΛΙΤΣΗ

Το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται μια ιδιαίτερα κρίσιμη συζήτηση γύρω από το μέλλον των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης και ειδικότερα γύρω από το ενδεχόμενο ενισχυμένης εμπλοκής των παρόχων ενέργειας σε αυτά. Πρόκειται για μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο τεχνικές λεπτομέρειες ή τη διαμόρφωση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ενεργειακή πολιτική, την προστασία του πολίτη, τον ρόλο του μηχανικού και τη λειτουργία της αγοράς.

Σχετικά, η Πρόεδρος της Ν.Ε. Ρεθύμνου του ΤΕΕ/ΤΔΚ κ. Γεωργία Μανωλίτση, μιλώντας στην εφημερίδα Ρέθεμνος δήλωσε: «Το ζήτημα δεν βρίσκεται πλέον σε επίπεδο συζητήσεων. Η Πολιτεία έχει ήδη προχωρήσει στη διαμόρφωση νέου θεσμικού και χρηματοδοτικού πλαισίου, το οποίο συνδέεται με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας, τους εθνικούς στόχους εξοικονόμησης ενέργειας και τη συνολική στρατηγική για την πράσινη μετάβαση. Παρά όμως την πρόοδο, δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί με πλήρη σαφήνεια ο τελικός μηχανισμός που θα καθορίσει ποιος ακριβώς θα είναι ο ρόλος των παρόχων και μέχρι ποιο σημείο θα φτάνει η παρέμβασή τους.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, τώρα είναι η ώρα να τεθούν καθαρές γραμμές, πριν παγιωθούν πρακτικές που ενδέχεται να αλλοιώσουν τον δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα του προγράμματος».

Εκφράζοντας τον έντονο προβληματισμό της για τις προθέσεις της πολιτείας, η κ. Μανωλίτση δήλωσε τα εξής:

«Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης πρέπει να παραμείνουν εργαλεία του πολίτη, με καθοριστική παρουσία του ανεξάρτητου μηχανικού και με διαφανείς όρους λειτουργίας της αγοράς. Δεν μπορεί ένα πρόγραμμα που σχεδιάστηκε για να ενισχύσει τα νοικοκυριά, να αναβαθμίσει ενεργειακά το κτιριακό απόθεμα και να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, να μετατραπεί σταδιακά σε πεδίο καθετοποιημένων εμπορικών πρακτικών.

Εάν οι πάροχοι ενέργειας αποκτήσουν κεντρικό ή διαχειριστικό ρόλο στα σχήματα εξοικονόμησης, τότε υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να δημιουργηθούν συνθήκες ισχυρής συγκέντρωσης ισχύος στην αγορά. Στην πράξη, λίγοι μεγάλοι παίκτες θα μπορούν να επηρεάζουν όχι μόνο τη χρηματοδότηση, αλλά και την επιλογή των τεχνολογιών, των υλικών, των προμηθευτών, των συνεργείων και τελικά ολόκληρης της αλυσίδας υλοποίησης. Μια τέτοια εξέλιξη δεν ενισχύει τον ανταγωνισμό. Τον περιορίζει. Δεν διευρύνει τις επιλογές του πολίτη. Τις καθοδηγεί.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της ένστασής μας. Η ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου δεν είναι μια απλή εμπορική πράξη, ούτε ένα τυποποιημένο προϊόν που εφαρμόζεται ομοιόμορφα παντού. Κάθε κτίριο έχει τις δικές του ανάγκες, τις δικές του δυνατότητες και τις δικές του τεχνικές ιδιαιτερότητες. Η σωστή επιλογή παρεμβάσεων απαιτεί ανεξάρτητη επιστημονική κρίση, τεχνική επάρκεια, γνώση των πραγματικών δεδομένων και ευθύνη απέναντι στον πολίτη.

Ο μηχανικός δεν είναι διαμεσολαβητής συμφερόντων, ούτε απλός διεκπεραιωτής φακέλων. Είναι ο θεσμικός τεχνικός σύμβουλος του πολίτη, ο εγγυητής της ποιότητας, της ασφάλειας, της καταλληλότητας και της πραγματικής ενεργειακής απόδοσης των παρεμβάσεων. Αν αυτός ο ρόλος υποβαθμιστεί ή παρακαμφθεί από σχήματα όπου κυριαρχεί το εμπορικό κίνητρο, τότε θα έχουμε χάσει τον πυρήνα της αξιοπιστίας των προγραμμάτων αυτών.

Εξίσου σημαντικό όμως είναι να μην αντιμετωπίζουμε την ενεργειακή αναβάθμιση ως αυτοσκοπό, σαν να αρκεί μόνο η μείωση της κατανάλωσης. Η πραγματική αναβάθμιση ενός κτιρίου πρέπει να εξετάζει τη συνολική του κατάσταση. Δεν είναι ορθό να επενδύουμε σημαντικούς πόρους για την ενεργειακή βελτίωση ενός κτιρίου όταν δεν έχει προηγηθεί ουσιαστικός έλεγχος της στατικής του επάρκειας, της αντοχής του και του υπολειπόμενου χρόνου ζωής του. Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για βιώσιμο κτιριακό απόθεμα, αν αναβαθμίζουμε ενεργειακά κτίρια για τα οποία δεν γνωρίζουμε με επάρκεια τη συνολική τους κατάσταση και το πραγματικό προσδόκιμο ασφαλούς λειτουργίας τους.

Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη στατική επάρκεια των κτιρίων. Ιδιαίτερα σε μια σεισμογενή χώρα όπως η Ελλάδα, η στατική αξιολόγηση και ο ουσιαστικός τεχνικός έλεγχος δεν είναι δευτερεύον ζήτημα αλλά βασική προϋπόθεση υπεύθυνης πολιτικής. Οφείλουμε λοιπόν να προχωρούμε σε παρεμβάσεις που δεν υπηρετούν μόνο τον βραχυπρόθεσμο ενεργειακό στόχο, αλλά εντάσσονται σε μια συνολική λογική ανθεκτικότητας, ασφάλειας και διάρκειας ζωής του κτιρίου.

Ιδιαίτερα στην περιφέρεια, και ειδικά σε έναν νομό όπως το Ρέθυμνο, η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η τοπική οικονομία στηρίζεται σε μικρά τεχνικά γραφεία, αυτοαπασχολούμενους μηχανικούς, τοπικά συνεργεία, προμηθευτές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα μοντέλο υπερσυγκέντρωσης, όπου οι αποφάσεις και οι ροές έργου θα ελέγχονται από περιορισμένο αριθμό μεγάλων φορέων, δεν θα πλήξει μόνο τον τεχνικό κόσμο. Θα αποδυναμώσει την τοπική οικονομία και θα εντείνει τις ανισότητες της αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε την ανάγκη νέων εργαλείων ή συμπληρωματικών μηχανισμών χρηματοδότησης. Ούτε αγνοούμε τις δεσμεύσεις της χώρας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίτευξη ενεργειακών στόχων, ούτε την ανάγκη να κινητοποιηθούν περισσότεροι πόροι για την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας και για την επίσπευση της πράσινης μετάβασης. Όμως κάθε νέα παρέμβαση πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά. Πρέπει να υπηρετεί τον πολίτη και όχι να τον εγκλωβίζει σε προεπιλεγμένα σχήματα. Πρέπει να στηρίζει τον υγιή ανταγωνισμό και όχι να ανοίγει τον δρόμο σε νέες μορφές εξάρτησης της αγοράς από λίγους ισχυρούς παίκτες.

Αν η Πολιτεία επιθυμεί να αξιοποιήσει την εμπλοκή των παρόχων στο πλαίσιο ευρύτερων ευρωπαϊκών υποχρεώσεων ή εθνικών στόχων, οφείλει να το κάνει με ξεκάθαρους κανόνες, με πλήρη διαφάνεια, με θεσμικές δικλίδες ασφαλείας και με απόλυτη διασφάλιση ότι ο πυρήνας του προγράμματος δεν θα αλλοιωθεί. Ο πολίτης πρέπει να έχει την ελευθερία επιλογής. Ο ανεξάρτητος μηχανικός πρέπει να παραμείνει ενεργά στην διαδικασία. Ο ενεργειακός επιθεωρητής πρέπει να συνεχίσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Και η αγορά πρέπει να παραμείνει ανοικτή και προσβάσιμη σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς.

Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν είναι αν θέλουμε ένα πρόγραμμα που θα λειτουργεί ως κοινωνικό και αναπτυξιακό εργαλείο για την εξοικονόμηση ενέργειας ή θέλουμε ένα νέο πεδίο αναδιανομής αγοράς και ισχύος προς όφελος λίγων; Για εμάς, η απάντηση είναι σαφής.

Το Εξοικονομώ  πρέπει να παραμείνει εργαλείο του πολίτη και του ανεξάρτητου μηχανικού. Με διαφάνεια, με θεσμικές εγγυήσεις, με πραγματική τεχνική ευθύνη και με σεβασμό στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και στην τοπική παραγωγική βάση. Μόνο έτσι η ενεργειακή μετάβαση θα είναι δίκαιη, αξιόπιστη και πραγματικά ωφέλιμη για την κοινωνία».

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Το «Εξοικονομώ» πρέπει να παραμείνει εργαλείο του πολίτη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ