Νέο «καμπανάκι» ανησυχίας «χτύπησε» μετά την ανακοίνωση των ευρημάτων που καταγράφηκαν στην 6η Έκθεση του Παρατηρητηρίου για τη Βία κατά των Γυναικών «WOMEN_WATCH» που υλοποιεί ο Σύνδεσμος Μελών Γυναικείων Σωματείων Ηρακλείου και Ν. Ηρακλείου.
Τα στοιχεία της έκθεσης αποτυπώνουν νέα αυξητική τάση κατά την περίοδο Ιουλίου – Δεκεμβρίου 2025, γεγονός, που αποδεικνύει πως απαιτούνται σοβαρές παρεμβατικές πολιτικές για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Συνολικά, καταγράφηκαν 1.103 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στην Περιφέρεια Κρήτης το 2025, παρουσιάζοντας αύξηση σε σχέση με τα 1.047 περιστατικά του 2024. Από αυτά, τα 592 αφορούσαν γυναίκες-θύματα, ποσοστό 53,7% του συνόλου. Σύμφωνα με την έκθεση, η αύξηση των καταγγελιών που καταγράφηκε το 2024 σε όλες τις Περιφερειακές Ενότητες του νησιού δεν αναστράφηκε πλήρως το 2025, γεγονός που μπορεί να αποδίδεται είτε στη διατήρηση της έκτασης του φαινομένου είτε στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των θυμάτων προς τη διαδικασία καταγγελίας.
Ανά περιφερειακή ενότητα στο Ρέθυμνο καταγράφηκαν 73 περιστατικά, έναντι 111 το 2024 και 44 το 2023. Στην Π.Ε. Ηρακλείου καταγράφηκαν 320 περιστατικά με γυναίκες θύματα βίας το 2025, έναντι 379 το 2024 και 211 το 2023. Στα Χανιά καταγράφηκαν 153 περιστατικά, έναντι 175 το 2024 και 175 το 2023 και τέλος στο Λασίθι 46 περιστατικά, έναντι 51 το 2024 και 39 το 2023.
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: «ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΥΝΘΕΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ»
Μιλώντας για το κρίσιμο αυτό ζήτημα η ψυχολόγος Χρυσούλα Παπαδάκη, τόνισε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος», ότι «Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα εξαιρετικά συνθετο κοινωνικό φαινόμενο, αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης ψυχολογικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων».
Η ίδια, προσεγγίζοντας τα αίτια του φαινομένου είπε: «Οι λόγοι που επηρεάζουν την εκδήλωση των περιστατικών αυτών βίας είναι αρχικά, η ανάγκη του ατόμου να ελέγχει τον σύντροφο ή τα μέλη της οικογένειας και να αποποιείται τις ευθύνες του. Στις περιπτώσεις αυτές η βία αφορά περισσότερο την εξουσία και τον έλεγχο παρά τον θυμό. Άνθρωποι, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλοντα όπου η βία αυτή ήταν συχνή και ήταν ένας αποδεκτός τρόπος επίλυσης συγκρούσεων, υποσυνείδητα επαναλαμβάνουν το τραύμα , αναπαραγάγουν μαθημένα πρότυπα συμπεριφοράς και μετατρέπονται οι ίδιοι είτε σε θύματα είτε σε θύτες ενός ανάλογου περιστατικού.
Η αδυναμία διαχείρισης συναισθημάτων σε συνδυασμό με ψυχολογικούς και οικονομικούς στρεσογόνους παράγοντες καθώς και η αύξηση σε αρνητικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης όπως η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μπορούν να συνδυαστούν σε μια τέλεια παγίδα για να πυροδοτήσουν ένα άνευ προηγούμενο κύμα βίας. Η κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών μπορεί να μειώσει τις αναστολές, να αυξήσει την παρορμητικότητα και να επιδεινώσει ήδη υπάρχουσες βίαιες συμπεριφορές.
Μεγάλο μέρος της ‘αύξησης’ των περιστατικών βίας , οφείλεται στο ότι πλέον τα περιστατικά καταγράφονται και καταγγέλλονται όπως είναι στη πραγματικότητα , γιατί στις περισσότερες χώρες έχει αυξηθεί η ενημέρωση του κοινού, η ευαισθητοποίηση, αλλά και η πρόσβαση σε γραμμές βοήθειας. Πλέον η κοινωνία αλλά και ο στενός κύκλος της οικογένειας σταμάτησε να θεωρεί τα περιστατικά βίας ‘συζυγικό καβγαδάκι ή μια ‘ιδιωτική υπόθεση’ και ενθαρρύνει το θύμα να μιλήσει».
«ΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΚΑΤΙ ΑΣ ΜΗΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ»
Ερωτηθείσα για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί σωστά ένα τέτοιο φαινόμενο, η κ. Παπαδάκης τόνισε, ότι «Σίγουρα η αντιμετώπιση ενός τέτοιου φαινομένου, δεν έχει να κάνει μόνο ούτε με την προστασία του θύματος αλλά ούτε και με την τιμωρία του θύτη γιατί ουσιαστικά ο στόχος δεν είναι μόνο η διαχείριση του συγκεκριμένου περιστατικού αλλά είναι η αφύπνιση και η πρόληψη έτσι ώστε να μην υπάρξουν ‘επόμενοι’ θύτες και θύματα αργότερα. Οπότε οι τομείς στους οποίους είναι απαραίτητο να εστιάσουμε είναι οι εκπαίδευση-πρόληψη, το νομικό πλαίσιο, οι δομές υποστήριξης/επανένταξης για τους θύματα αλλά και τα θύτες αλλά και η εκπαίδευση στην μάθηση της ευθύνης της κοινωνίας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους».
Η ίδια συμπλήρωσε: «Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σπάσουμε τον κύκλο αυτής της βίας, πριν καν ξεκινήσει. Τα παιδιά πρέπει να εκπαιδευτούν συστηματικά στο σχολείο σε θέματα ισότητας, υγιών σχέσεων, οριοθέτησης και αδιαμφησβήτητα διαχείρισης θυμού. Οι παραδοσιακές ‘ιστορικές’ πεποιθήσεις που τοποθετούν τον άνδρα στην κυρίαρχη θέση, χρειάζονται να επαναδιαπραγματευθούν.
Η πολιτεία χρειάζεται να προσπαθεί να εξασφαλίσει όχι μόνο ότι οι νόμοι και οι διαδικασίες ακολουθούνται καθολικά αλλά και ότι οι αρχές (αστυνομικοί, δικαστές, εισαγγελείς) οι οποίες ασχολούνται με αυτούς τους ευαίσθητους ανθρώπους είναι όσο το δυνατό περισσότερο καταρτισμένοι ως προς την διαχείριση και τη βοήθεια τους.
Ειδικές δομές υποστήριξης θυμάτων χρειάζονται να δημιουργηθούν έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν οι πολλαπλές ψυχολογικές και πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων αυτών αλλά και των οικείων τους όπως στέγη, νομική υποστήριξη και επαγγελματική αποκατάσταση. Για να αποφύγουμε όμως να θρηνήσουμε και άλλα θύματα, έχει επίσης ουσιαστική αξία η ανάπτυξη αλλά και η ένταξη των θυτών σε προγράμματα που θα τους βοηθήσουν να τροποποιήσουν την αντίληψη τους σε σχέση με την εξουσία και τον έλεγχο, την διαχείριση θυμού, και την ανάπτυξη δεξιοτήτων επικοινωνίας.
Τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, δεν μπορούν άλλο να παραμένουν πίσω από την πόρτα ενός σπιτιού, ως μια οικογενειακή υπόθεση. Είναι υποχρέωση της κοινωνίας να γίνει ενεργή και να παρέμβει έγκαιρα με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο έχει, αρκεί να μπορέσει να σωθεί μια ανθρώπινη ζωή. Αν κάποιος καταλάβει κάτι, ας μην κλείσει τα μάτια».
ΑΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας στην Κρήτη. Σε επίπεδο συνολικού έτους, το 63,7% των θυμάτων ήταν γυναίκες και το 36,3% άνδρες.
Η ανάλυση της περιόδου Ιουλίου – Δεκεμβρίου 2025 αναδεικνύει ακόμη εντονότερη την έμφυλη διάσταση του φαινομένου. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, το 76% των θυμάτων ήταν γυναίκες και μόλις το 24% άνδρες. Στο ίδιο διάστημα καταγράφηκαν 56 περιστατικά με γυναίκες θύματα στην Π.Ε. Ηρακλείου, 30 στα Χανιά, 19 στο Ρέθυμνο και 9 στο Λασίθι. Αν και οι αριθμοί εμφανίζονται μειωμένοι σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, παραμένουν αισθητά υψηλότεροι σε σύγκριση με το 2023.
Ως προς την ηλικιακή κατανομή, η ομάδα 25 έως 45 ετών συγκεντρώνει σταθερά τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών βίας κατά γυναικών στην Κρήτη, ενώ ακολουθεί η ηλικιακή ομάδα 45 έως 60 ετών. Χαμηλότερα αλλά σταθερά ποσοστά καταγράφονται στις ηλικίες 18 έως 25 ετών και στις γυναίκες άνω των 60 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το φαινόμενο πλήττει κυρίως γυναίκες που βρίσκονται σε ενεργές οικογενειακές, κοινωνικές και επαγγελματικές φάσεις της ζωής τους.
ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΑΥΞΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τα περιστατικά βίας σε βάρος ανηλίκων. Το 2025 καταγράφηκαν συνολικά 251 περιστατικά παιδικής κακοποίησης στην Κρήτη, αριθμός αυξημένος κατά 47% σε σχέση με το 2024 και κατά περισσότερο από 150% σε σύγκριση με το 2023.
Τα Χανιά καταγράφουν τον μεγαλύτερο αριθμό καταγγελιών σε ολόκληρη την Κρήτη, με 126 περιστατικά το 2025, έναντι 93 το 2024 και 52 το 2023. Ακολουθεί το Ηράκλειο με 81 περιστατικά, το Ρέθυμνο με 30 και το Λασίθι με 14. Η έκθεση επισημαίνει ότι οι χαμηλότεροι αριθμοί σε ορισμένες περιοχές δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως χαμηλότερη ένταση του φαινομένου.
Η αύξηση αφορά και τα δύο φύλα. Τα αγόρια – θύματα αυξήθηκαν από 42 το 2023 σε 127 το 2025, ενώ τα κορίτσια από 56 σε 124 την ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα τα δύο φύλα να εμφανίζουν σχεδόν ταυτόσημα μεγέθη το 2025.
Σύμφωνα, εξάλλου, με τα στοιχεία του Συνδέσμου, 367 περιστατικά απευθύνθηκαν στις υπηρεσίες του το 2025, ενώ 274 άτομα, ποσοστό περίπου 75%, έλαβαν συστηματική συμβουλευτική και ψυχολογική υποστήριξη. Η έκθεση επισημαίνει ότι πολλές γυναίκες αναζητούν βοήθεια και καθοδήγηση πριν προχωρήσουν σε επίσημη καταγγελία, ενώ αρκετές τελικά δεν εντάσσονται σε δομημένες υπηρεσίες υποστήριξης, είτε λόγω φόβου είτε εξαιτίας πρακτικών εμποδίων.
Από τα στοιχεία του Συνδέσμου προκύπτει ακόμη ότι το 64% των γυναικών που ζήτησαν βοήθεια ανήκε στην ηλικιακή ομάδα 25 έως 55 ετών, το 22% ήταν άνω των 55 ετών, το 12% ηλικίας 15 έως 25 ετών και το 2% κάτω των 15 ετών. Ως προς την εργασιακή τους κατάσταση, το 57% ήταν εργαζόμενες, το 26% άνεργες, το 9% συνταξιούχες και το 8% φοιτήτριες ή μαθήτριες.
Η έκθεση δεν περιορίζεται στην καταγραφή των αριθμών, αλλά εντοπίζει και σοβαρές αδυναμίες στη λειτουργία του συστήματος προστασίας. Γίνεται αναφορά σε υποστελέχωση υπηρεσιών, ελλιπή συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, γραφειοκρατικά εμπόδια, καθυστερήσεις στην ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας και φαινόμενα δευτερογενούς θυματοποίησης γυναικών και παιδιών κατά την επαφή τους με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Παράλληλα, καταγράφεται ότι σημαντικός αριθμός γυναικών επιστρέφει σε κακοποιητικά περιβάλλοντα λόγω οικονομικής εξάρτησης, ζητημάτων επιμέλειας παιδιών, φόβου αντιποίνων ή απουσίας επαρκών δομών ενδυνάμωσης. Η έκθεση σημειώνει ότι η καταγγελία από μόνη της δεν αρκεί για τη διακοπή του κύκλου της βίας, εφόσον δεν συνοδεύεται από βιώσιμη υποστήριξη για τις ίδιες τις γυναίκες και τα παιδιά τους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις γυναικοκτονίες, καθώς το 2025 καταγράφηκαν 21 περιπτώσεις στην Ελλάδα, έναντι 19 το 2024. Η αύξηση αυτή, σύμφωνα με την έκθεση, αναδεικνύει τα όρια των υφιστάμενων μηχανισμών πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου.
Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει μέσα από νομοθετικές παρεμβάσεις, τη δημιουργία νέων Τμημάτων Ενδοοικογενειακής Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας και την ανάπτυξη νέων πολιτικών, η Έκθεση αναδεικνύει σοβαρά προβλήματα κατακερματισμού, έλλειψης στρατηγικής συνοχής και υποστελέχωσης, τα οποία εξακολουθούν να υπονομεύουν την ασφάλεια των επιζωσών βίας και την αποτελεσματική πρόληψη του φαινομένου. Η αντιμετώπιση της βίας παραμένει, όπως επισημαίνεται, περισσότερο αντιδραστική παρά προληπτική.
Ο Σύνδεσμος απευθύνει επείγουσα έκκληση για τη μετάβαση σε ένα θεσμοθετημένο και ολοκληρωμένο σύστημα συντονισμού, την ενίσχυση της διατομεακής συνεργασίας, την καθιέρωση υποχρεωτικής και διαρκούς εκπαίδευσης των επαγγελματιών πρώτης γραμμής, την επέκταση των δομών υποστήριξης και των «Ασφαλών Σημείων», καθώς και την πλήρη ευθυγράμμιση των πολιτικών με τις συστάσεις της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (GREVIO).
