ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Σε δραματική κατάσταση η αγορά του ελαιόλαδου

0

ΣΑΡΩΤΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΠΟΡΕΛΑΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

Σε οριακό σημείο βρίσκεται η ελληνική ελαιοπαραγωγή, καθώς η αγορά του ελαιόλαδου παρουσιάζει εικόνα κατάρρευσης.

Οι τιμές παραγωγού έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που, σύμφωνα με τους ανθρώπους του κλάδου, δεν καλύπτουν πλέον το υψηλό κόστος παραγωγής.

Ο επιστημονικός υπεύθυνος του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης (ΣΕΔΗΚ), Νικόλαος Μιχελάκης, Δρ Γεωπονίας, περιγράφει μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση, επισημαίνοντας ότι το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο πληρώνεται σήμερα από 3 έως 3,5 ευρώ το κιλό, ενώ η ελληνική παραγωγή βρίσκεται σε διαρκή φθίνουσα πορεία.

«Η παραγωγή στην Ελλάδα μειώνεται, το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί και η ελαιοπαραγωγή κινδυνεύει. Είμαστε σε δραματική κατάσταση», τόνισε χαρακτηριστικά, μιλώντας στην εφημερίδα «Ρέθεμνος».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις μεγάλες αλυσίδες διακίνησης και διανομής ελαιόλαδου, οι οποίες ουσιαστικά καθορίζουν την κατανάλωση στην Ευρώπη και σε άλλες αγορές. Όπως αναφέρει, ανάλογες επισημάνσεις καταγράφονται σε δημοσιεύματα τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ισπανία, όπου οι φορείς του κλάδου ζητούν από τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν στην εφαρμογή μέτρων για τη ρύθμιση της αγοράς, τη στήριξη των ελαιοπαραγωγών και την εξομάλυνση των συνθηκών εμπορίας. Πρόκειται, όπως σημειώνει, για μέτρα που έχουν κατά καιρούς αποφασιστεί αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκαν.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού ελαιόλαδου εξακολουθεί να εξάγεται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία και σε μικρότερο βαθμό προς την Ισπανία. Ωστόσο, η φετινή χρονιά διαφοροποιήθηκε σημαντικά, καθώς –όπως μεταφέρουν ελαιοτριβείς και έμποροι– οι Ιταλοί δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον για αγορά ελληνικού ελαιόλαδου.

«Δεν ζητούν καν προσφορές. Δεν υπάρχει ζήτηση για το ελληνικό λάδι», επισημαίνει ο κ. Μιχελάκης.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο του ΣΕΔΗΚ, οι Ισπανοί καλύπτουν τις ανάγκες τους με εισαγωγές από την Τυνησία και την Τουρκία, χώρες που διαθέτουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής και, στην περίπτωση της Τυνησίας, ευνοϊκούς όρους εισαγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς σημαντικές ποσότητες ελαιόλαδου εισάγονται χωρίς δασμούς.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η ελληνική πλευρά δεν κατάφερε διαχρονικά να αναπτύξει μια ισχυρή στρατηγική διάθεσης επώνυμου, τυποποιημένου ελαιόλαδου στις διεθνείς αγορές.

«Έπρεπε εδώ και χρόνια να πουλάμε επώνυμο ελληνικό ελαιόλαδο, με ισχυρό brand name την "Κρήτη", και όχι να περιοριζόμαστε σε φασόν τυποποιήσεις ή σε μικρές ιδιωτικές ετικέτες», σημειώνει.

Ο κ. Μιχελάκης εκτιμά ότι απαιτείται άμεση αλλαγή στρατηγικής τόσο από την Πολιτεία όσο και από τον ιδιωτικό τομέα. Όπως αναφέρει, οι Έλληνες παραγωγοί δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται στις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας, καθώς οι χώρες αυτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε προμηθευτές με χαμηλότερο κόστος.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι φέτος καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές αλυσίδες Σούπερ Μάρκετ. Αναμένοντας σημαντικές ποσότητες φθηνού ισπανικού ελαιόλαδου λόγω της αυξημένης παραγωγής, απέφυγαν να πραγματοποιήσουν τις συνήθεις αγορές από την Ελλάδα κατά τους χειμερινούς μήνες. Αντί να δημιουργήσουν αποθέματα, όπως συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια, προχωρούν πλέον μόνο σε αγορές των απολύτως αναγκαίων ποσοτήτων για την κάλυψη της ζήτησης.

Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο του ΣΕΔΗΚ, έχει εντείνει το πρόβλημα διάθεσης του ελληνικού ελαιόλαδου, οδηγώντας σε έντονη πίεση των τιμών και δημιουργώντας σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της ελληνικής ελαιοκαλλιέργειας, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και η παραγωγή ακολουθεί πτωτική πορεία.

Η «ΕΙΣΒΟΛΗ» ΤΩΜ ΣΠΟΡΕΛΑΙΩΝ

Και ενώ η κατανάλωση ελαιολάδου στην χώρα μας βρίσκεται σε κατακόρυφη πτώση όπως δείχνουν τα στοιχεία διεθνών οργανισμών, αλλά και όπως διαπιστώνεται στην πράξη, ο Νίκος Μιχελάκης, επισημαίνει και ένα σοβαρότατο γεγονός, το οποίο έχει να κάνει με την χρήση των σπορέλαιων στην χώρα μας.

Όπως δήλωσε στην εφημερίδα μας και επισήμανε σε άρθρο του στην επίσημη ιστοσελίδα του ΣΕΔΗΚ: «Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου (ΔΣΕ) - τα όποια βασίζονται σε στοιχεία που δίδουν οι χώρες μέλη του - η «κατά κεφαλή κατανάλωση» (per capitaar1k consumption) ελαιολάδου στην χώρα μας πριν το 2000, που ήταν η υψηλότερη στον κόσμο, αναφερόταν στα 22 λίτρα/ άτομο τον χρόνο, σε επίπεδο χώρας  και  περί τα 25 και άνω λίτρα/άτομο σε επίπεδο Κρήτης! 

Σήμερα, 25 χρόνια μετά, σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου οργανισμού (ΔΣΕ), υπάρχει πραγματική ανατροπή. Η μέση κατά  κεφαλή κατανάλωση ελαιολάδου στην χώρα μας  καίτοι εξακολουθεί να είναι η υψηλότερη στον κόσμο, έπεσε στα 9,3κιλά/άτομο.  Επομένως μειώθηκε κατά σχεδόν  60%»!

Όπως τονίζει ο ίδιος, «η πτώση αυτή δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Προκλήθηκε από το ότι οι Έλληνες καταναλωτές,  αντί για ελαιόλαδο άρχισαν να καταναλώνουν  μαζικά σπορέλαια»!

Τεκμηριώνοντας την άποψη του δηλώνει: «Αυτό που συμβαίνει δεν αποτελεί κάποια εκτίμηση. Προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν ότι οι εισαγωγές σπορέλαιων στη χώρα μας αυξήθηκαν ραγδαία την τελευταία 5/ετια και  εκτοξεύτηκαν στις 120 χιλ. τόνους το 2023-2024.

Και βέβαια στην εξέλιξη αυτή συνέτειναν δυο εξωτερικά για την χώρα μας γεγονότα. Το ένα ήταν η σημαντική πτώση της ελαιοπαραγωγής της Ισπανίας το 2022 και η συνακόλουθη αύξηση των τιμών παραγωγού και καταναλωτή.

Το άλλο ήταν ο πόλεμος στην Ουκρανία ο οποίος από τον Φεβρουάριο του 2022 κατέστησε τις εξαγωγές από την χώρα αυτή επικίνδυνες και δαπανηρές.

Ωστόσο, τα δυο αυτά γεγονότα, δεν φαίνεται να ήταν παρά μόνο η αφορμή των   εξελίξεων! Γιατί τα αίτια είναι μάλλον βαθύτερα και πρέπει να αναζητηθούν στην αλλαγή του τρόπου εστίασης των νεοελλήνων οι οποίοι, αντί να μεταδώσουν στους ξένους τουρίστες την πλούσια σε ελαιόλαδο και τεκμηριωμένης υγιεινής αξίας παραδοσιακή μας  διατροφή, κατάφεραν να εισάγουν στην χώρα μας για τουρίστες και εγχώριους, την Ευρωπαϊκή διατροφή των σπορελαίων τα όποια κυριαρχούν στις φριτέζες της εκτός σπιτιού και με delivery εστίασης».

Ο Νίκος Μιχελάκης καταλήγει τονίζοντας: «Για την εξέλιξη όμως αυτή δεν ευθύνονται μόνο οι επιχειρήσεις εστίασης! Ευθύνεται η έλλειψη διατροφικής πολιτικής και η απουσία ελέγχων για εφαρμογή των μέτρων που πριν μερικά χρόνια νομοθετήθηκαν. Αυτά όμως απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση και από την πολιτεία και από τις οργανώσεις των καταναλωτών και βέβαια αυτές των παραγωγών»!

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Σε δραματική κατάσταση η αγορά του ελαιόλαδου

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ