ΑΓΩΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ
Την έντονη ανησυχία του για την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στην τοπική αγορά εκφράζει ο Πρόεδρος του Τμήματος Δυτικής Κρήτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας κ. Παντελής Πετσετάκης.
Με τις θερινές εκπτώσεις να βρίσκονται σε εξέλιξη και μεσούσης της τουριστικής περιόδου, «η ακρίβεια αδειάζει την αγορά» όπως επισημαίνει ο ίδιος, ο οποίος τονίζει εκκωφαντικά, ότι «χρειάζεται άμεσα ένα νέο δίχτυ προστασίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις».
Η κατάσταση, ειδικά μετά την νέα ένταση στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, διαμορφώνεται σε ιδιαίτερα κρίσιμα επίπεδα και όπως δηλώνει ο Παντελής Πετσετάκης στην εφημερίδα «Ρέθεμνος»: «Η ελληνική οικονομία βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα ισχυρό κύμα ανατιμήσεων. Ο πόλεμος, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, η αύξηση των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας, αλλά και το υψηλό κόστος στέγασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων, διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά πιεστικό περιβάλλον.
Στο Ρέθυμνο και συνολικά στη Δυτική Κρήτη, η εικόνα αυτή αποτυπώνεται καθημερινά στην αγορά. Οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα, ενώ αρκετά καταστήματα, ακόμη και μέσα στην περίοδο των θερινών εκπτώσεων, παραμένουν χωρίς την αναμενόμενη κίνηση. Οι βιτρίνες αναγράφουν σημαντικά ποσοστά εκπτώσεων, αλλά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών δεν επαρκεί πλέον για να μετατρέψει την πρόθεση σε πραγματική κατανάλωση».
ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε τον Ιούνιο του 2026 στο 4,4%, έναντι 2,8% τον Ιούνιο του 2025. Ιδιαίτερα ανησυχητικές είναι οι αυξήσεις κατά 10,6% στη στέγαση, 7,2% στις μεταφορές, 7,7% σε ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια και 2,7% στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά. Στις μεταφορές, η επιβάρυνση προέρχεται, μεταξύ άλλων, από τη βενζίνη, το πετρέλαιο κίνησης, τα ανταλλακτικά και το κόστος συντήρησης των οχημάτων. ΕΛΣΤΑΤ – Δείκτης Τιμών Καταναλωτή Ιουνίου 2026.
Με βάση τα παραπάνω, ο κ. Πετσετάκης τόνισε: «Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς ποσοστά σε έναν στατιστικό πίνακα. Αντιπροσωπεύουν τη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Όταν το κόστος της κατοικίας, της ηλεκτρικής ενέργειας, των καυσίμων και των τροφίμων αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα, το νοικοκυριό αναγκάζεται να περιορίσει πρώτα τις αγορές ένδυσης, υπόδησης, οικιακού εξοπλισμού και τις υπηρεσίες αναψυχής.
Αυτή η περικοπή μεταφέρεται αμέσως στον τζίρο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όγκος του λιανικού εμπορίου τον Απρίλιο του 2026 παρουσίασε ετήσια μείωση κατά 0,1%, ενώ ο εποχικά διορθωμένος κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά 1,1% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. ΕΛΣΤΑΤ – Δείκτες Κύκλου Εργασιών και Όγκου στο Λιανικό Εμπόριο»
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΕΡΝΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του τοπικού παραρτήματος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας «οι πολεμικές συγκρούσεις και οι γεωπολιτικές εντάσεις δεν αποτελούν μακρινές εξελίξεις χωρίς άμεση σχέση με την καθημερινότητά μας. Επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, το κόστος μεταφοράς, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, την ηλεκτρική ενέργεια και τελικά την τιμή σχεδόν κάθε προϊόντος.
Η Κρήτη επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο λόγω της νησιωτικότητας. Η μεταφορά προϊόντων, πρώτων υλών και εμπορευμάτων έχει αυξημένο κόστος, το οποίο ενσωματώνεται στις τελικές τιμές. Παράλληλα, το αυτοκίνητο αποτελεί για πολλές οικογένειες και επαγγελματίες αναγκαίο μέσο μετακίνησης και όχι πολυτέλεια.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις που επηρεάζουν τις αγορές πετρελαίου μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της παραγωγής και νέα άνοδο του πληθωρισμού. Εκτιμά, επίσης, ότι οι τιμές της ενέργειας το 2026 θα κινηθούν, κατά μέσο όρο, σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από το 2025».
ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ ΜΕ ΑΔΕΙΑ ΤΑΜΕΙΑ
«Οι εκπτώσεις δεν αρκούν από μόνες τους για να αναθερμάνουν την αγορά. Όταν το εισόδημα έχει ήδη απορροφηθεί από το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα καύσιμα, το σούπερ μάρκετ και τις φορολογικές υποχρεώσεις, ακόμη και μία πραγματικά χαμηλότερη τιμή δεν δημιουργεί αγοραστική δυνατότητα» δηλώνει ο Παντελής Πετσετάκης και συμπληρώνει:
«Η εικόνα των άδειων καταστημάτων δεν σημαίνει ότι οι έμποροι δεν προσπαθούν. Το αντίθετο. Πολλές επιχειρήσεις απορροφούν μέρος των αυξήσεων, περιορίζοντας δραστικά το περιθώριο κέρδους τους. Παράλληλα, καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα ενοίκια, ενεργειακό κόστος, μεταφορικά, ασφαλιστικές εισφορές, τραπεζικές προμήθειες και φορολογικές υποχρεώσεις.
Ο κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: η ακρίβεια μειώνει την κατανάλωση, η μειωμένη κατανάλωση περιορίζει τον τζίρο, ο χαμηλότερος τζίρος δημιουργεί νέες οφειλές και οι οφειλές οδηγούν σε δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις και τελικά σε διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Μία επιχείρηση με δεσμευμένο λογαριασμό δυσκολεύεται να καταβάλει μισθούς, να πληρώσει προμηθευτές και να διατηρήσει θέσεις εργασίας. Η κατάσχεση, χωρίς προηγούμενη πραγματική δυνατότητα βιώσιμης ρύθμισης, μπορεί να ακυρώσει την ίδια τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους».
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ;
«Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ένα συνεκτικό σχέδιο και όχι μόνο αποσπασματικά επιδόματα» υποστήριξε μιλώντας στο «Ρέθεμνος» ο Παντελής Πετσετάκης ο οποίος πιστεύει ότι χρειάζονται άμεσα:
- στοχευμένη μείωση της επιβάρυνσης στα καύσιμα για τις νησιωτικές περιοχές και τους επαγγελματίες που εξαρτώνται από τις μετακινήσεις,
- ουσιαστικοί έλεγχοι σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, ώστε να αντιμετωπίζονται φαινόμενα αδικαιολόγητων ανατιμήσεων,
- διεύρυνση και μονιμοποίηση βιώσιμων ρυθμίσεων οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία,
- προστασία του πραγματικά ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού για συνεπείς ρυθμισμένους οφειλέτες,
- αποδέσμευση τραπεζικών λογαριασμών όταν τηρείται η ρύθμιση,
- ενίσχυση της ρευστότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με χαμηλότοκα χρηματοδοτικά εργαλεία,
- ειδική αντιμετώπιση του αυξημένου μεταφορικού κόστους της Κρήτης,
- μέτρα για το στεγαστικό κόστος, που πλήττει εργαζομένους, νέους, οικογένειες και επιχειρήσεις,
- σταθερό φορολογικό πλαίσιο και περιορισμός των υπέρμετρων προκαταβολικών επιβαρύνσεων.
Ο ίδιος δήλωσε: «Οι πρόσφατες ρυθμίσεις για δυνατότητα εξόφλησης ορισμένων παλαιών οφειλών έως 72 δόσεις και για άρση κατασχέσεων λογαριασμών κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά απαιτείται μεγαλύτερη περίμετρος εφαρμογής και μία μόνιμη, λειτουργική διαδικασία δεύτερης ευκαιρίας».
«ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ»
«Χωρίς πρόσβαση στη χρηματοδότηση δεν υπάρχει βιώσιμη μικρομεσαία επιχείρηση» τονίζει ο κ. Πετσετάκης «θέτοντας επί των τύπων των ήλων» ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της λειτουργίας της αγοράς.
Σχετικά με την έλλειψη ρευστού και την ανάγκη χρηματοδότησης του επιχειρείν, ο έμπειρος οικονομολόγος τόνισε: «Ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ουσιαστική πρόσβαση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων στην τραπεζική χρηματοδότηση. Σήμερα, πολλές βιώσιμες επιχειρήσεις αποκλείονται από τον δανεισμό επειδή δεν διαθέτουν επαρκείς εμπράγματες εξασφαλίσεις, εμφανίζουν παλαιές οφειλές ή δεν καλύπτουν τα αυστηρά τραπεζικά κριτήρια.
Δημιουργείται έτσι μία σοβαρή αντίφαση: οι επιχειρήσεις χρειάζονται χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του κόστους, να πληρώσουν προμηθευτές και εργαζομένους και να πραγματοποιήσουν επενδύσεις, αλλά αποκλείονται ακριβώς επειδή η ακρίβεια έχει περιορίσει τον τζίρο και τη ρευστότητά τους.
Τα επίσημα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το κόστος δανεισμού παραμένει σημαντικό. Τον Μάρτιο του 2026, το μέσο επιτόκιο των δανείων τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν 4,22%. Για δάνεια έως 250.000 ευρώ –δηλαδή για τη χρηματοδότηση που αφορά κυρίως τις μικρότερες επιχειρήσεις– το μέσο επιτόκιο ανερχόταν σε 4,81%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των επαγγελματικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια έφθανε στο 6,78%. Αντίθετα, τα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ είχαν χαμηλότερο μέσο επιτόκιο, 3,83%. Τράπεζα της Ελλάδος – Τραπεζικά επιτόκια Μαρτίου 2026.
Η εικόνα αυτή αποδεικνύει ότι όσο μικρότερη είναι μία επιχείρηση και όσο μικρότερο είναι το δάνειο που ζητά, τόσο ακριβότερη και δυσκολότερη γίνεται συνήθως η χρηματοδότησή της. Πρόκειται για μία μορφή χρηματοδοτικού αποκλεισμού που επηρεάζει ιδιαίτερα την Κρήτη, όπου η οικονομία στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, στο εμπόριο, στην εστίαση, στον τουρισμό, στην αγροτική παραγωγή και στις υπηρεσίες.
Επιπλέον, αρκετές επιχειρήσεις δεν υποβάλλουν καν αίτηση χρηματοδότησης, επειδή θεωρούν εκ των προτέρων ότι θα απορριφθούν. Άλλες καλούνται να προσφέρουν προσωπικές εγγυήσεις και ακίνητη περιουσία για σχετικά μικρά ποσά, ενώ η διαδικασία αξιολόγησης παραμένει σύνθετη και χρονοβόρα.
Τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Ταμείου Ανάκαμψης, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων είναι πολύτιμα, αλλά πρέπει να φτάνουν και στην πραγματική μικρή επιχείρηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2025 τα δάνεια που συνδέονταν με χρηματοδοτικά προγράμματα αντιπροσώπευαν περίπου το 40% της αξίας των νέων επιχειρηματικών δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει πόσο σημαντικές είναι οι δημόσιες εγγυήσεις και τα συγχρηματοδοτούμενα εργαλεία για τη διοχέτευση ρευστότητας στις ΜΜΕ. Τράπεζα της Ελλάδος – Χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων»
Οι αναγκαίες παρεμβάσεις που προτείνει να γίνουν για την πραγματική ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι:
- δημιουργία ειδικών χαμηλότοκων δανείων κεφαλαίου κίνησης για πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις,
- αύξηση των κρατικών και ευρωπαϊκών εγγυήσεων, ώστε να περιοριστούν οι απαιτήσεις για υποθήκες και προσωπικές εξασφαλίσεις,
- θέσπιση μικροχρηματοδοτήσεων με απλούστερες διαδικασίες και λογικό κόστος,
- ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία για τις νησιωτικές επιχειρήσεις, λόγω του αυξημένου μεταφορικού και ενεργειακού κόστους,
- δυνατότητα χρηματοδότησης επιχειρήσεων που έχουν ρυθμισμένες οφειλές και τηρούν κανονικά τη ρύθμισή τους,
- ταχύτερη τραπεζική αξιολόγηση με διαφανή και ενιαία κριτήρια,
- αξιολόγηση της πραγματικής βιωσιμότητας και των μελλοντικών ταμειακών ροών και όχι αποκλειστικά της ακίνητης περιουσίας,
- ενίσχυση των προγραμμάτων εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας,
- δημιουργία περιφερειακού χρηματοδοτικού εργαλείου ειδικά για τις επιχειρήσεις της Κρήτης,
- παροχή επιδότησης επιτοκίου για επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας, στην ψηφιακή αναβάθμιση και στον εκσυγχρονισμό.
Επί των προαναφερθέντων ο Παντελής Πετσετάκης δήλωσε: «Η χρηματοδότηση δεν πρέπει να είναι προνόμιο μόνο των μεγάλων και ήδη ισχυρών επιχειρήσεων. Η πραγματική αναπτυξιακή πολιτική οφείλει να δίνει ευκαιρίες και στις μικρές επιχειρήσεις που έχουν σχέδιο, προοπτική και συνέπεια, αλλά δεν διαθέτουν μεγάλη ακίνητη περιουσία για εξασφαλίσεις.
Εάν μία βιώσιμη μικρομεσαία επιχείρηση δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει ούτε το κεφάλαιο κίνησής της, κινδυνεύει να οδηγηθεί από την έλλειψη ρευστότητας στις ληξιπρόθεσμες οφειλές και από εκεί στις δεσμεύσεις λογαριασμών και στις κατασχέσεις. Η Πολιτεία πρέπει να παρεμβαίνει πριν από αυτό το σημείο και όχι όταν η επιχείρηση έχει ήδη καταρρεύσει.
Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση αποτελεί προϋπόθεση για να παραμείνουν ανοικτά τα καταστήματα, να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας και να περάσουμε από την απλή επιβίωση σε μία πραγματική και βιώσιμη ανάπτυξη».
Η ΑΓΟΡΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΟΞΥΓΟΝΟ
Η «αγορά χρειάζεται οξυγόνο» είπε ολοκληρώνοντας την θέση του ο Πρόεδρος του Τμήματος Δυτικής Κρήτης του Ο.Ε.Ε. για να δηλώσει: «Η στήριξη των επιχειρήσεων δεν αποτελεί συντεχνιακό αίτημα. Αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της απασχόλησης, των φορολογικών εσόδων και της κοινωνικής συνοχής. Κάθε κατάστημα που κλείνει αφήνει πίσω του ανέργους, απλήρωτες υποχρεώσεις και μία ακόμη κενή βιτρίνα στο κέντρο της πόλης.
Το Ρέθυμνο και η Δυτική Κρήτη διαθέτουν ισχυρή επιχειρηματικότητα, ανθρώπινο δυναμικό και σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Δεν πρέπει, όμως, η καλή πορεία του τουρισμού να συγκαλύπτει τις δυσκολίες της καθημερινής οικονομίας. Ούτε κάθε γεμάτο ξενοδοχείο σημαίνει αυτομάτως γεμάτα ταμεία σε ολόκληρη την τοπική αγορά.
Η οικονομική πολιτική πρέπει να μετρά την ανάπτυξη όχι μόνο από την αύξηση του ΑΕΠ και των τουριστικών αφίξεων, αλλά και από το εάν το νοικοκυριό μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του και η μικρή επιχείρηση να παραμείνει ανοικτή.
Η αγορά δεν ζητά προνόμια. Ζητά σταθερότητα, δίκαιους κανόνες, πρόσβαση στη ρευστότητα και πραγματική δυνατότητα να επιβιώσει. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας αποτελεί σήμερα οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για αναμονή».
