Δεν είμαι κατά τη ιδιωτική εκπαίδευσης. Αλλά το τί είναι το κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα, θα πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο. Διότι οι άνθρωποι που θα δώσουν τα χρήματα τους για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, θα πρέπει να γνωρίζουν απολύτως το τί πληρώνουν και τί γνώσεις και τι πτυχία θα λάβουν «ως αντάλλαγμα», αν και είναι απολύτως λανθασμένος ο όρος που χρησιμοποιώ. Διότι η γνώση και τα πτυχία δεν γίνεται να αποτελούν αντικείμενα οικονομική συναλλαγής αλλά επιβράβευση σκληρής μελέτης και επίπονης προσπάθειας.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Το τελευταίο διάστημα ο δημόσιος χώρος κατακλύζεται από διαφημίσεις των λεγόμενων «μη κρατικών πανεπιστημίων». Τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλλουν ένα νέο εκπαιδευτικό τοπίο, γεμάτο υποσχέσεις, όπως, σύγχρονες σπουδές, διεθνής προσανατολισμός, επαγγελματικές προοπτικές, καινοτομία, σύνδεση με την αγορά εργασίας.
Μέσα σε αυτή την επικοινωνιακή πλημμυρίδα, όμως, υπάρχει ένα ερώτημα που σχεδόν δεν ακούγεται: Τι ακριβώς είναι αυτό που ονομάζουμε πανεπιστήμιο;
Το ερώτημα δεν είναι γλωσσικό. Είναι θεσμικό, επιστημονικό και, τελικά, βαθύτατα πολιτικό με την ευρύτερη έννοια του όρου. Διότι η λέξη «πανεπιστήμιο» δεν είναι ένας εμπορικός τίτλος που μπορεί απλώς να προστεθεί στην επωνυμία ενός εκπαιδευτικού οργανισμού. Κουβαλά μια συγκεκριμένη ιστορική και ακαδημαϊκή σημασία.
Πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς ένας χώρος στον οποίο πραγματοποιούνται μαθήματα και απονέμονται τίτλοι σπουδών. Δεν είναι ούτε ένας αποτελεσματικός μηχανισμός επαγγελματικής προετοιμασίας.
Είναι, πρωτίστως, θεσμός καλλιέργειας της ερευνητικής διαδικασίας, της παραγωγικής εξέλιξης της γνώσης, της προσπάθειας για την κατάκτηση της.
Εκεί βρίσκεται η ουσία της πανεπιστημιακής ιδέας. Η γνώση στο πανεπιστήμιο δεν μεταδίδεται μόνο από τον διδάσκοντα στον φοιτητή. Παράγεται, αμφισβητείται, ελέγχεται, δημοσιεύεται, υποβάλλεται στην κρίση της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και, όταν χρειάζεται, αναθεωρείται.
Γι' αυτό διδασκαλία και έρευνα δεν μπορούν να διαχωριστούν εύκολα όταν μιλάμε για την έννοια του πανεπιστημίου.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει ο προβληματισμός.
Όταν ένας εκπαιδευτικός οργανισμός παρουσιάζεται δημοσίως ως «πανεπιστήμιο», ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει πολύ περισσότερα από τα προγράμματα σπουδών που προσφέρει.
Ποια είναι η ερευνητική παραγωγή του; Ποιοι αποτελούν το μόνιμο ακαδημαϊκό προσωπικό του; Πόσοι παράγουν συστηματικά πρωτογενή έρευνα; Ποια εργαστήρια λειτουργούν; Ποια ερευνητικά προγράμματα εκπονούνται; Ποιες επιστημονικές δημοσιεύσεις παράγονται; Υπάρχουν διδακτορικές και μεταδιδακτορικές κοινότητες; Ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει την ακαδημαϊκή ελευθερία;
Με άλλα λόγια: Πού ακριβώς βρίσκεται το πανεπιστήμιο μέσα σε αυτό που διαφημίζεται ως πανεπιστήμιο;
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της έντασης της διαφημιστικής προβολής.
Διότι η διαφήμιση λειτουργεί αναγκαστικά με απλουστεύσεις. Προβάλλει ό,τι είναι ελκυστικό και αποσιωπά ό,τι δεν χωρά εύκολα σε ένα τηλεοπτικό σποτ. Όταν όμως το διαφημιζόμενο «προϊόν» είναι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, οι απαιτήσεις διαφάνειας οφείλουν να είναι πολύ μεγαλύτερες.
Ο νέος άνθρωπος που επιλέγει σπουδές —και η οικογένεια που συχνά καλείται να καταβάλει ένα σημαντικό οικονομικό τίμημα— δεν αγοράζει ένα συνηθισμένο καταναλωτικό αγαθό. Λαμβάνει μια απόφαση που μπορεί να καθορίσει την επιστημονική και επαγγελματική του πορεία για δεκαετίες.
Επομένως, η χρήση του όρου «πανεπιστήμιο» δημιουργεί ευθύνη.
Αν η διαφημιστική εικόνα δημιουργεί στον υποψήφιο φοιτητή την εντύπωση ότι εισέρχεται σε έναν ολοκληρωμένο ακαδημαϊκό θεσμό, τότε πρέπει να μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ποια πραγματικά χαρακτηριστικά θεμελιώνουν αυτή την πανεπιστημιακή υπόσταση.
Δεν αρκούν οι λέξεις «διεθνές», «σύγχρονο», «καινοτόμο» και «κορυφαίο». Αυτές ανήκουν στο λεξιλόγιο της διαφήμισης.
Η επιστήμη απαιτεί στοιχεία.
Και ακριβώς εδώ ανακύπτει το ζήτημα της ενδεχόμενης παραπλάνησης. Όχι επειδή κάθε μη κρατικός εκπαιδευτικός φορέας είναι εξ ορισμού ανεπαρκής —μια τέτοια θέση θα ήταν και επιστημονικά αβάσιμη και ιστορικά λανθασμένη. Υπάρχουν διεθνώς μη κρατικά πανεπιστήμια με κορυφαία συμβολή στην επιστημονική έρευνα.
Το πραγματικό κριτήριο δεν είναι, λοιπόν, ποιος είναι ο ιδιοκτήτης.
Το κριτήριο είναι τι είναι το ίδρυμα.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να αποδεικνύεται.
Διότι διαφορετικό πράγμα είναι ένας οργανισμός που παρέχει υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικές υπηρεσίες και διαφορετικό ένα πανεπιστήμιο ως ολοκληρωμένος θεσμός έρευνας, διδασκαλίας και παραγωγής νέας γνώσης. Το πρώτο μπορεί να είναι απολύτως αξιόλογο χωρίς κατ' ανάγκην να ταυτίζεται με το δεύτερο.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Διαφορετικά κινδυνεύουμε να διολισθήσουμε σε μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία πανεπιστήμιο είναι οποιοσδήποτε φορέας προσφέρει προγράμματα σπουδών πανεπιστημιακού επιπέδου και απονέμει έναν αναγνωρισμένο τίτλο.
Αν δεχθούμε όμως αυτόν τον ορισμό, τότε έχουμε ήδη μεταβάλει ριζικά την έννοια του πανεπιστημίου.
Από κοινότητα παραγωγής γνώσης το μετατρέπουμε σε πάροχο πιστοποιημένης εκπαίδευσης.
Και από μέλος μιας ακαδημαϊκής κοινότητας μετατρέπουμε σταδιακά τον φοιτητή σε πελάτη εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη συζήτηση που δεν γίνεται.
Η εμπορευματοποίηση της πανεπιστημιακής ιδέας δεν αρχίζει αναγκαστικά με τα δίδακτρα. Αρχίζει όταν το ίδιο το πανεπιστήμιο παρουσιάζεται με όρους αγοράς: ως προϊόν που πρέπει να αποκτήσει «πελατεία», να αυξήσει το «μερίδιό» του, να δημιουργήσει ισχυρό brand και να πείσει τον υποψήφιο φοιτητή να το επιλέξει έναντι του ανταγωνιστή.
Όμως το πανεπιστήμιο δεν είναι brand.
Και η πανεπιστημιακή ιδιότητα δεν μπορεί να απονέμεται επικοινωνιακά.
Αποδεικνύεται.
Αποδεικνύεται με ερευνητική παραγωγή. Με επιστημονικές δημοσιεύσεις. Με ερευνητικά εργαστήρια και προγράμματα. Με ακαδημαϊκό προσωπικό που δεν περιορίζεται στη διεκπεραίωση διδακτικών ωρών αλλά συμμετέχει ενεργά στην παραγωγή της επιστήμης. Με θεσμούς ακαδημαϊκής ελευθερίας. Με βιβλιοθήκες και επιστημονικές υποδομές. Με ακαδημαϊκή αυτονομία. Με μια κοινότητα στην οποία ο φοιτητής εκπαιδεύεται όχι μόνο στο τι γνωρίζουμε, αλλά κυρίως στο πώς γνωρίζουμε ότι αυτό που γνωρίζουμε είναι αληθές.
Αυτή είναι η βαθύτερη αποστολή του πανεπιστημίου.
Γι' αυτό και η Πολιτεία έχει ιδιαίτερη ευθύνη. Η εποπτεία δεν μπορεί να εξαντλείται στην τυπική νομιμότητα ενός τίτλου σπουδών. Οφείλει να διασφαλίζει ότι ο πολίτης γνωρίζει με σαφήνεια ποια είναι η πραγματική ακαδημαϊκή υπόσταση κάθε ιδρύματος που εμφανίζεται ενώπιον του με τον βαρύ τίτλο του «πανεπιστημίου».
Και ίσως χρειάζεται να αντιστρέψουμε το ερώτημα.
Αντί να αναρωτιόμαστε συνεχώς εάν είμαστε «υπέρ ή κατά των μη κρατικών πανεπιστημίων», θα ήταν περισσότερο χρήσιμο να συμφωνήσουμε πρώτα τι απαιτούμε από οτιδήποτε θέλει να ονομάζεται πανεπιστήμιο.
Αν πληροί αυτές τις απαιτήσεις, ας κριθεί ως πανεπιστήμιο.
Αν δεν τις πληροί, τότε ας έχουμε τουλάχιστον την εντιμότητα να το ονομάσουμε αυτό που πραγματικά είναι.
Γιατί η λέξη «πανεπιστήμιο» δεν είναι διαφημιστικό εύρημα.
Είναι θεσμός.
Και οι θεσμοί δεν αποδεικνύουν την αξία τους με διαφημίσεις.
Την αποδεικνύουν με το έργο τους.
