- Παρέμβαση της προέδρου της Νομαρχιακής Επιτροπής Ρεθύμνου του ΤΕΕ/ΤΔΚ για τα ανοιχτά ζητήματα του ΒΟΑΚ – Ζητά άμεση σύσκεψη με το Υπουργείο, την παραχωρησιούχο εταιρεία και τους μελετητές
Την ανάγκη πλήρους ενημέρωσης των θεσμικών φορέων και της τοπικής κοινωνίας για την πορεία του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ), καθώς και την εξέταση συγκεκριμένων τεχνικά τεκμηριωμένων βελτιώσεων, επισημαίνει η πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής Ρεθύμνου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας – Τμήματος Δυτικής Κρήτης, Γεωργία Μανωλίτση.
Σε εκτενή δήλωσή της, η κ. Μανωλίτση προς την εφημερίδα «Ρέθεμνος», χαρακτηρίζει τον ΒΟΑΚ ως το σημαντικότερο έργο υποδομής για την Κρήτη, υπογραμμίζοντας ότι για το Ρέθυμνο δεν αποτελεί απλώς έναν νέο αυτοκινητόδρομο, αλλά ένα έργο που συνδέεται άμεσα με την οδική ασφάλεια, την αναπτυξιακή προοπτική της Περιφερειακής Ενότητας, την πρόσβαση στα λιμάνια και τα αεροδρόμια των όμορων Περιφερειακών Ενοτήτων, καθώς και με την αντιμετώπιση του χρόνιου κυκλοφοριακού προβλήματος της πόλης.
Όπως αναφέρει, το ΤΕΕ εξακολουθεί να θεωρεί ότι ο ΒΟΑΚ μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για μια συνολική αναδιοργάνωση των μετακινήσεων στο Ρέθυμνο, λειτουργώντας όχι μόνο ως άξονας διέλευσης από τα δυτικά προς τα ανατολικά, αλλά και ως υποδομή που θα αποσυμφορήσει το κέντρο της πόλης, θα βελτιώσει την πρόσβαση στους οικισμούς και θα συνδέσει ουσιαστικά το βόρειο παραλιακό μέτωπο με την ενδοχώρα.
Ωστόσο, όπως τονίζει, το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο προχωρά το έργο, οι μελέτες που το συνοδεύουν, οι επιπτώσεις του, οι εκκρεμότητες που εξακολουθούν να υπάρχουν και η ενημέρωση που παρέχεται προς την τοπική κοινωνία.
Σύμφωνα με την πρόεδρο της Ν.Ε. Ρεθύμνου του ΤΕΕ/ΤΔΚ, σήμερα εξακολουθούν να παραμένουν πολλά ανοιχτά ζητήματα και αναπάντητα ερωτήματα. Όπως επισημαίνει, αιτήματα που έχουν κατατεθεί από το Τεχνικό Επιμελητήριο και τους τοπικούς φορείς εξακολουθούν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα, ενώ σημαντικές παρεμβάσεις που έχουν συζητηθεί δεν είναι γνωστό σε ποιο στάδιο βρίσκονται. Παράλληλα, σημειώνει ότι εκπονούνται ή επικαιροποιούνται μελέτες χωρίς να υπάρχει ουσιαστική και συστηματική ενημέρωση από το Υπουργείο Υποδομών, την παραχωρησιούχο εταιρεία και τους αρμόδιους μελετητές.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι οι τοπικοί φορείς δεν έχουν πλήρη εικόνα για το ποιες λύσεις εξετάζονται, ποιες προτάσεις απορρίπτονται, ποιες γίνονται αποδεκτές και με ποια τεχνική αιτιολόγηση, τονίζοντας ότι ένα έργο τέτοιας σημασίας, το οποίο θα καθορίσει την εξέλιξη του Ρεθύμνου για τις επόμενες δεκαετίες, δεν μπορεί να προχωρά με αποσπασματική πληροφόρηση αλλά απαιτεί θεσμικό διάλογο, παρουσίαση των μελετών, σαφείς απαντήσεις και ουσιαστική συνεργασία με τους τεχνικούς και αυτοδιοικητικούς φορείς.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, επισημαίνοντας ότι αυτές βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, βασίζονται στην προμελέτη χάραξης του 2024, έχει εφαρμοστεί το άρθρο 7Α και το Δημόσιο προχωρά στον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας. Όπως διευκρινίζει, στο στάδιο αυτό οι τροποποιήσεις της χάραξης δεν μπορούν να γίνονται ούτε πρόχειρα ούτε με πολιτικές πιέσεις, αλλά μόνο μέσα από τεχνικά τεκμηριωμένες προτάσεις, αξιολόγηση από τους μελετητές και πλήρη αποτύπωση των επιπτώσεων σε απαλλοτριώσεις, κόστος, περιβάλλον, οδική ασφάλεια, χρηματοδότηση και χρονοδιάγραμμα.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι η εξέλιξη του έργου δεν σημαίνει πως η συζήτηση για πιθανές βελτιώσεις πρέπει να θεωρείται λήξασα. Αντιθέτως, επισημαίνει πως εάν υπάρχουν προβλήματα στη χάραξη, δυσανάλογες επιπτώσεις σε οικισμούς, ζητήματα προσβασιμότητας, ελλείψεις στο παράπλευρο οδικό δίκτυο ή άλλα τεχνικά θέματα που μπορούν να διορθωθούν, αυτά πρέπει να εξεταστούν τώρα, με υπευθυνότητα και τεκμηρίωση.
Η κ. Μανωλίτση σημειώνει ακόμη ότι η τροποποίηση μιας χάραξης δεν αποτελεί πολιτικό σύνθημα αλλά τεχνική διαδικασία, η οποία απαιτεί συγκριτική αξιολόγηση και επιστημονική τεκμηρίωση, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε απαγορευμένο θέμα όταν προκύπτουν πραγματικά προβλήματα ή υπάρχουν τεχνικά εφικτές λύσεις.
Στη δήλωσή της απαριθμεί τα βασικά ζητήματα που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά για το Ρέθυμνο, θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα για την πορεία της παράκαμψης της πόλης, τον σχεδιασμό του ημικόμβου στην περιοχή της Καλλιθέας, ο οποίος, όπως επισημαίνει, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποσυμφόρηση του κέντρου, το συνοδό έργο του περιφερειακού άξονα από τον κόμβο Αμαρίου έως τον κόμβο Τυμπακίου, το τμήμα από τον κόμβο Τυμπακίου έως τον κόμβο Ατσιποπούλου, τη σύνδεση Σούδας – αεροδρομίου, αλλά και το παράπλευρο οδικό δίκτυο, τους τοπικούς κόμβους, τις προσβάσεις των οικισμών και τις συνδέσεις με την ενδοχώρα.
Όπως αναφέρει, η Νομαρχιακή Επιτροπή Ρεθύμνου του ΤΕΕ έχει επανειλημμένα αναδείξει όλα αυτά τα ζητήματα, ζητώντας πρόσβαση στα τεχνικά δεδομένα, παρουσίαση των μελετών, συνεργασία με τους μελετητές και απαντήσεις για τις εκκρεμότητες, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να υπάρχει επαρκής επικοινωνία.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο δεν υποκαθιστά ούτε τον μελετητή ούτε το Υπουργείο ούτε τον φορέα υλοποίησης του έργου και δεν αποφασίζει ποια χάραξη είναι η βέλτιστη χωρίς να έχει στη διάθεσή του τον πλήρη τεχνικό φάκελο. Υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι έχει θεσμική υποχρέωση να ζητά διαφάνεια, τεκμηρίωση και ουσιαστικό έλεγχο των επιλογών που επηρεάζουν την πόλη και τους πολίτες.
Στο πλαίσιο αυτό, απευθύνει δημόσια πρόσκληση προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, την παραχωρησιούχο εταιρεία, τον φορέα υλοποίησης και τους αρμόδιους μελετητές να συμμετάσχουν άμεσα σε σύσκεψη εργασίας με τους θεσμικούς φορείς του Ρεθύμνου, προκειμένου να παρουσιαστεί η σημερινή κατάσταση των μελετών, η τεχνική αξιολόγηση των αιτημάτων που έχουν κατατεθεί, οι δυνατότητες σημειακών βελτιώσεων ή τροποποιήσεων, η πορεία των συνοδών έργων, ο σχεδιασμός της παράκαμψης Ρεθύμνου, ο σχεδιασμός για τον ημικόμβο Καλλιθέας, ο περιφερειακός δρόμος από τον κόμβο Αμαρίου έως τον κόμβο Τυμπακίου, το τμήμα Τυμπακίου – Ατσιποπούλου, η σύνδεση Σούδας – αεροδρομίου, καθώς και το παράπλευρο οδικό δίκτυο και οι τοπικές προσβάσεις.
Καταλήγοντας, η πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής Ρεθύμνου του ΤΕΕ/ΤΔΚ τονίζει ότι το αίτημα του Επιμελητηρίου δεν αφορά γενικές και αόριστες αλλαγές, αλλά τη διερεύνηση συγκεκριμένων, τεχνικά εφικτών και τεκμηριωμένων βελτιώσεων. «Ο ΒΟΑΚ είναι πολύ σημαντικός για να προχωρά χωρίς πλήρη ενημέρωση των θεσμικών φορέων και της κοινωνίας. Και είναι πολύ σημαντικός για να μη διορθώνονται έγκαιρα αστοχίες, όταν αυτές τεκμηριώνονται», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Όπως υπογραμμίζει, για το Ρέθυμνο ο ΒΟΑΚ δεν είναι απλώς ένας δρόμος που διασχίζει τον νομό, αλλά ένα έργο που οφείλει να υπηρετήσει τον τόπο, να ενισχύσει την οδική ασφάλεια, να δώσει ουσιαστικές λύσεις στο κυκλοφοριακό πρόβλημα, να συνδέσει αποτελεσματικά την πόλη με την ενδοχώρα, να προστατεύσει τους πολίτες και να δημιουργήσει πραγματικές αναπτυξιακές προοπτικές. «Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μελέτες που παρουσιάζονται, αποφάσεις που αιτιολογούνται, φορείς που συνεργάζονται και διορθώσεις που γίνονται εγκαίρως, όταν η τεχνική πραγματικότητα το απαιτεί», καταλήγει.
