ΣΟΒΑΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ
- Το φαινόμενο αναλύει ο Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Δυτικής Κρήτης Παντελής Πετσετάκης
«Η χώρα δεν βρίσκεται μπροστά σε μια θεωρητική απειλή, αλλά σε μια πραγματική αναζωπύρωση πιέσεων στο κόστος ζωής, με ιδιαίτερη ένταση σε τρόφιμα και καύσιμα»! Την επισήμανση αυτή κάνει ο Πρόεδρος του Τμήματος Δυτικής Κρήτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, κ. Παντελής Πετσετάκης, μιλώντας στην εφημερίδα «Ρέθεμνος».
Στην χώρα μας, αμέσως μόλις ξέσπασε η σύρραξη στην Μέση Ανατολή, το ήδη μεγάλο πρόβλημα της ακρίβειας, άρχισε να διογκώνεται ραγδαία, προκαλώντας σοκ στους πολίτες.
Για ακόμα μια φορά τα νοικοκυριά βρέθηκαν απέναντι σε ένα νέο κύμα ακρίβειας, το οποίο με την ενέργεια και τα είδη διατροφής να τιμώνται σε αδιανόητα έως αδικαιολόγητα ύψη.
Το γεγονός, προκάλεσε την παρέμβαση της κυβέρνησης που μεσούσης της εβδομάδας, ανακοίνωσε σειρά μέτρων κατά της αισχροκέρδειας. Παρά τα μέτρα και ενώ η πολιτική αντιπαράθεση για την αποτελεσματικότητα που αυτά θα έχουν, η γύμνια του ελληνικού συστήματος ελέγχου της αγοράς άρχισε να γίνεται ακόμα πιο εμφανή.
Τα ράφια του Σούπερ Μάρκετ και τα Βενζινάδικα έχουν εκτοξεύσει τις τιμές τους!
Για όλο αυτό το φαινόμενο αλλά και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή, ο διαπρεπής οικονομολόγος και πρόεδρος του τοπικού παραρτήματος του οικονομικού επιμελητηρίου, απαντά στα αγωνιώδη ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες.
Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι αποκαλυπτική για το τι ακριβώς συμβαίνει στην αγορά σήμερα.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις σε οικονομικό επίπεδο, με τις οποίες η χώρα μας θα έρθει αντιμέτωπη λόγω πολέμου στη Μέση Ανατολή;
Η βασική οικονομική επίπτωση για την Ελλάδα από μια πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή δεν είναι πρωτίστως «γεωγραφική», αλλά ενεργειακή, πληθωριστική και εμπορική. Η ελληνική οικονομία παραμένει ανοιχτή οικονομία, με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και ισχυρή σύνδεση με τις διεθνείς αλυσίδες μεταφοράς. Επομένως, όταν αυξάνεται η διεθνής αβεβαιότητα, αυξάνεται το κόστος πετρελαίου, μεταφορών, ασφάλισης φορτίων και εφοδιαστικής αλυσίδας, και αυτό τελικά μεταφέρεται στην εγχώρια αγορά. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι οι τιμές ενέργειας και τροφίμων παραμένουν βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό και την αγοραστική δύναμη.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,7% τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ στην ομάδα Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά η ετήσια αύξηση ήταν 5,2%. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και με σχετικά συγκρατημένο γενικό πληθωρισμό, τα βασικά είδη πρώτης ανάγκης αυξάνονται ταχύτερα από τον μέσο όρο, γεγονός που πλήττει περισσότερο τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, καθώς το ΑΕΠ του 2025 αυξήθηκε κατά 2,1% σε όρους όγκου, φτάνοντας τα 204,4 δισ. ευρώ. Όμως αυτή η ανάπτυξη μπορεί να δεχθεί πίεση αν η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή γίνει παρατεταμένη, διότι αυξάνει το κόστος παραγωγής, περιορίζει την κατανάλωση και επιβαρύνει τις επιχειρήσεις με υψηλότερα λειτουργικά έξοδα.
Ήδη υπάρχει έντονη ανησυχία και είναι γεγονός ότι διαπιστώνεται άνοδος στις τιμές των καυσίμων αλλά και στα σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για επίπτωση ή αισχροκέρδεια;
Η σοβαρή και επιστημονικά έντιμη απάντηση είναι ότι δεν πρόκειται αποκλειστικά ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Υπάρχει πράγματι πραγματική επίπτωση κόστους, αλλά αυτό δεν αποκλείει σε ορισμένες περιπτώσεις και φαινόμενα υπερβολικής κερδοφορίας.
Στα καύσιμα, τα πρόσφατα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών δείχνουν αισθητή άνοδο μέσα σε λίγες ημέρες. Η πανελλαδική μέση τιμή στο diesel κίνησης ήταν 1,565 €/λίτρο στις 27 Φεβρουαρίου 2026 και ανέβηκε σε 1,713 €/λίτρο στις 6 Μαρτίου 2026, ενώ στις 11 Μαρτίου 2026 η πανελλαδική μέση τιμή είχε φθάσει τα 1,859 €/λίτρο. Αντίστοιχα, η αμόλυβδη 95 οκτανίων έφτασε τα 1,879 €/λίτρο στις 11 Μαρτίου 2026.
Όμως η ίδια η ανάλυση της διαμόρφωσης της τιμής δείχνει ότι στο diesel κίνησης, στις 6 Μαρτίου 2026, περίπου 45,93% της τελικής τιμής προερχόταν από φόρους και επιβαρύνσεις, 44,50% από την τιμή διυλιστηρίου και περίπου 9,57% από τα εκτιμώμενα περιθώρια εταιρειών εμπορίας, μεταφορέων και πρατηρίων. Άρα, δεν είναι επιστημονικά ακριβές να αποδίδεται κάθε αύξηση αυτόματα σε αισχροκέρδεια. Η σύνθεση της τιμής δείχνει ότι το φαινόμενο είναι σε μεγάλο βαθμό φορολογικά και διεθνώς κοστολογικά φορτισμένο.
Στα τρόφιμα, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε τον Φεβρουάριο 2026 αύξηση 5,2% στην ομάδα διατροφής, με ανατιμήσεις σε ψωμί, κρέας, ψάρια, γαλακτοκομικά, φρούτα, λαχανικά, ζαχαρώδη και καφέ. Αυτό τεκμηριώνει ότι το πρόβλημα στα σούπερ μάρκετ είναι υπαρκτό και ευρύ. Από την άλλη, ο ΔΤΚ από μόνος του δεν αποδεικνύει αισχροκέρδεια. Για να τεκμηριωθεί αισχροκέρδεια χρειάζεται έλεγχος στο περιθώριο κέρδους, στα τιμολόγια αγοράς, στη χρονική μετακύλιση του κόστους και στη δομή του ανταγωνισμού της αγοράς.
Επομένως, η σωστή θέση είναι η εξής: υπάρχουν πραγματικές εξωγενείς πιέσεις κόστους, αλλά η Πολιτεία οφείλει να ελέγχει αν αυτές οι πιέσεις χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για αδικαιολόγητες ανατιμήσεις.
Το συνεχές ράλι ακριβείας προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών. Τι προτείνει το Οικονομικό Επιμελητήριο για την αντιμετώπιση του φαινομένου;
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να γίνει με ένα μόνο μέτρο. Χρειάζεται συνδυασμός εισοδηματικής, φορολογικής, ελεγκτικής και αναπτυξιακής πολιτικής.
Πρώτον, χρειάζονται στοχευμένες παρεμβάσεις στα βασικά αγαθά, ιδίως εκεί όπου η άνοδος τιμών είναι πολύ πάνω από τον μέσο πληθωρισμό. Όταν ο γενικός ΔΤΚ είναι στο 2,7% αλλά η διατροφή τρέχει με 5,2%, σημαίνει ότι η πίεση συγκεντρώνεται ακριβώς στον πυρήνα της καθημερινής κατανάλωσης. Εκεί απαιτούνται παρεμβάσεις με κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα.
Δεύτερον, απαιτείται ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος από την πλευρά της εργασίας, όχι μόνο μέσω επιδομάτων αλλά και μέσω μισθολογικής βελτίωσης, παραγωγικότητας και μείωσης μόνιμων βαρών. Η πίεση των τιμών είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη σε μια κοινωνία όπου σημαντικό μέρος του πληθυσμού παραμένει ευάλωτο. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι το 2024 το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν 26,9%, ενώ το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης ήταν 14,0%. Αυτό σημαίνει ότι για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ακόμη και μικρές αυξήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα και στέγαση έχουν δυσανάλογο αποτέλεσμα.
Τρίτον, χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση του ανταγωνισμού και των ελέγχων στην αγορά. Η αγορά δεν αυτορρυθμίζεται πάντα επαρκώς, ειδικά όταν υπάρχουν ισχυρές συγκεντρώσεις σε κρίσιμους κλάδους. Άρα απαιτούνται συγκρίσεις τιμών σε πραγματικό χρόνο, έλεγχοι περιθωρίων κέρδους, διασταυρώσεις τιμολογίων και πιο ισχυρές κυρώσεις όπου εντοπίζονται αθέμιτες πρακτικές.
Τέταρτον, απαιτείται μείωση της ενεργειακής εξάρτησης. Όσο η ελληνική οικονομία εξαρτάται από διεθνή ενεργειακά σοκ, θα μεταφέρει συχνά εισαγόμενο πληθωρισμό στον τελικό καταναλωτή.
Τα επιδόματα είναι λύση; Γιατί δεν είναι εφικτός ένας έλεγχος στην αγορά ώστε να αποφεύγονται τα φαινόμενα αισχροκέρδειας που αφαιμάζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό;
Τα επιδόματα είναι εργαλείο ανακούφισης, όχι δομική λύση. Βοηθούν τα νοικοκυριά να αντέξουν βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν θεραπεύουν την αιτία του προβλήματος, δηλαδή την άνοδο του κόστους και τις στρεβλώσεις στην αγορά. Αντιθέτως, όταν η αγορά παραμένει ανεπαρκώς ελεγχόμενη, μέρος της επιδοματικής ενίσχυσης μπορεί να «απορροφάται» από νέες αυξήσεις τιμών.
Ο λόγος που δεν είναι εύκολος ο πλήρης έλεγχος της αγοράς είναι ότι η τελική τιμή ενός προϊόντος διαμορφώνεται από πολλές βαθμίδες: παραγωγό, εισαγωγέα, χονδρέμπορο, μεταφορά, λιανεμπόριο, ενέργεια, φόρους και χρηματοδοτικό κόστος. Στα καύσιμα αυτό φαίνεται καθαρά. Στο diesel κίνησης, για παράδειγμα, στις 27 Φεβρουαρίου 2026, περίπου 48,31% της τελικής τιμής αντιστοιχούσε σε φόρους και επιβαρύνσεις, ενώ το εκτιμώμενο περιθώριο εμπορίας και λιανικής ήταν περίπου 11,03%.
Άρα, ο αποτελεσματικός έλεγχος δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακός ή αποσπασματικός. Χρειάζεται ψηφιακή ιχνηλάτηση της αλυσίδας τιμολόγησης, συστηματικός έλεγχος μικτού περιθωρίου, ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και αυστηρή εποπτεία σε αγορές όπου η συγκέντρωση είναι υψηλή.
Η ορθή πολιτική, λοιπόν, δεν είναι «μόνο επιδόματα» ούτε «μόνο καταστολή», αλλά ένας συνδυασμός από:
ενίσχυση εισοδήματος, διαφάνεια τιμών, ελέγχους, φορολογικές διορθώσεις και ενίσχυση της παραγωγής.
Μήπως τελικά το όλο θέμα της ακρίβειας είναι μια βολική υπόθεση για την κυβέρνηση καθώς καταγράφονται συνεχή ανωδικά έσοδα στα κρατικά ταμεία λόγω εισπράξεων από τον ΦΠΑ;
Είναι αλήθεια ότι όταν αυξάνονται οι τιμές, το Δημόσιο εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ σε ονομαστικούς όρους, επειδή ο ΦΠΑ είναι ποσοστιαίος φόρος επί της τελικής τιμής. Αυτό δεν είναι πολιτική εκτίμηση· είναι λογιστική και δημοσιονομική πραγματικότητα.
Τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το 2025 δείχνουν ότι τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 27,775 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 204 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρεται σε υπεραπόδοση φορολογικών εσόδων, την οποία συνδέει με τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
Άρα, ναι: η ακρίβεια ενισχύει μηχανικά τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ. Όμως αυτό δεν αρκεί για να πει κανείς ότι η ακρίβεια είναι «βολική πολιτική». Πρώτον, διότι το κράτος επιβαρύνεται παράλληλα και με αυξημένες δαπάνες στήριξης. Δεύτερον, διότι η ονομαστική αύξηση των εσόδων δεν σημαίνει αυτομάτως και βελτίωση της πραγματικής ευημερίας. Αντίθετα, όταν η διατροφή αυξάνεται πιο γρήγορα από τον γενικό πληθωρισμό, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η απώλεια αγοραστικής δύναμης είναι πραγματικές.
Η σοβαρή οικονομική θέση είναι ότι η Πολιτεία, όταν βλέπει να αυξάνονται τα έσοδά της από την ακρίβεια, έχει και μεγαλύτερη υποχρέωση να επιστρέφει μέρος αυτής της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης στην κοινωνία, είτε μέσω στοχευμένων φορολογικών παρεμβάσεων είτε μέσω ισχυρότερων μηχανισμών προστασίας του καταναλωτή.
Συμπέρασμα: Με βάση τα τελευταία ελληνικά δεδομένα, η εικόνα είναι σαφής: η χώρα δεν βρίσκεται μπροστά σε μια θεωρητική απειλή, αλλά σε μια πραγματική αναζωπύρωση πιέσεων στο κόστος ζωής, με ιδιαίτερη ένταση σε τρόφιμα και καύσιμα. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει γενικό πληθωρισμό 2,7%, αλλά διατροφή 5,2%, ενώ τα πρόσφατα στοιχεία καυσίμων δείχνουν γρήγορες αυξήσεις στις αντλίες.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στις λέξεις «εισαγόμενη κρίση» και «αισχροκέρδεια». Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και τα δύο επίπεδα: εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις και ανάγκη ισχυρής εσωτερικής εποπτείας. Η απάντηση πρέπει να είναι μια συνεκτική οικονομική πολιτική με έλεγχο της αγοράς, ενίσχυση εισοδημάτων, φορολογική δικαιοσύνη και θωράκιση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
