ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμάρι 1941-1944: πέντε μαρτυρίες

0

Ι. Το Αμάρι έχει καταχωρηθεί στη διεθνή βιβλιογραφία ως τόπος σημαντικός για την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.[1] Δεν είναι μόνο η συνολική αντίσταση των κατοίκων της επαρχίας εναντίον του κατακτητή, αλλά και η δράση συγκεκριμένων δικτύων που δραστηριοποιούνταν εναντίον του εχθρού σε συνεργασία με το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής. Επιπλέον το Αμάρι ήταν και τόπος μαρτυρίου, αφού τα αντίποινα των Γερμανών έπληξαν με τρόπο ολοκληρωτικό χωριά της επαρχίας. (Λοχριά, Βρύσες, Γερακάρι, Δρυγιές, Σμιλές, Καρδάκι, Γουργούθοι, Άνω Μέρος) Ως τόπος ενεργοποίησης δικτύων ποικίλων αντιστασιακών δράσεων όπως η φιλοξενία και φυγάδευση στρατιωτών της συμμαχίας, η λειτουργία ασυρμάτων, η τροφοδοσία αντάρτικων ομάδων, η στελέχωση των ομάδων αυτών, το Αμάρι και οι άνθρωποί του έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχή διεκπεραίωση της φυγάδευση της αντάρτικης ομάδας που απήγαγε το στρατηγό Κράιπε προς τις νότιες ακτές.

Η οργάνωση των αντάρτικων ομάδων, της κατασκοπείας και των δικτύων φυγάδευσης στρατιωτών και κομάντος της συμμαχίας στη Μέση Ανατολή δε θα μπορούσε να είναι επιτυχής χωρίς την υποστήριξη από το γηγενή πληθυσμό σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συμμετοχής. Στο Φουρφουρά βρήκαν φιλοξενία στρατιώτες της συμμαχίας στο δρόμο τους για τα νότια παράλια της Κρήτης και με τελικό προορισμό τα βόρεια παράλια της Αφρικής.

Στα τοπικά δίκτυα στα όρια του χωριού τα πράγματα λειτουργούσαν σε προσωπικό επίπεδο, με άκρα μυστικότητα και προφυλάξεις. Μόνο έτσι και τα ευρύτερα δίκτυα φυγάδευσης και κατασκοπείας θα μπορούσαν να είναι λειτουργικά. Ο Γιώργης Τυράκης έκανε τις επαφές με τους επικεφαλής των δικτύων- τον  Κωστή Μ. Παραδεισανός (1909-2000) για παράδειγμα- και κατόπιν ο ίδιος με τη συνδρομή του πατέρα του Εμμανουήλ (Μανέλη) Α. Τυράκη φρόντιζε να εξασφαλίζει κρυψώνες σε οικίες μέσα στο χωριό στους εγκλωβισμένους στο νησί στρατιώτες της συμμαχίας. Προτιμούσαν για το σκοπό αυτό τις συγγενικές και γειτνιάζουσες οικίες του Γεώργιου Εμμ. Γιακουμάκη (1884-1977) και του αδερφού του Νικόλαου Ε. Γιακουμάκη.[2] Οι περισσότεροι τότε κάτοικοι του χωριού, μα κυρίως ένας αναγκαστικά μικρός λόγω των επικίνδυνων συνθηκών  κύκλος ανθρώπων του χωριού που ήταν σε άμεση επαφή με τους αντάρτες, στήριξαν ποικιλότροπα το μεγάλο αγώνα των ανταρτών εναντίον της Βέρμαχτ. Μετά τη Μάχη της Κρήτης η Βέρμαχτ προωθήθηκε στο εσωτερικό του νησιού με κύριο μέλημά της την οργάνωση φυλακίων και τη στρατιωτική οργάνωση της νότιας επάκτιας γραμμής. Βασικός στόχος της ήταν ο εγκλωβισμός, η ανεύρεση και παράδοση των στρατιωτών της συμμαχίας. Στο Φουρφουρά εγκαταστάθηκε μια μικρή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ετέαρχου Τρουλινού, στρατιωτική δύναμη αποτελούμενη από πέντε με έξι στρατιώτες και το διοικητή τους. Διέμεναν στο σπίτι του Μιχαήλ Σαρμάνη, τον οποίο και εξεδίωξαν απ’ αυτό. Προφανώς υπήρχε επικοινωνία μέσω ασυρμάτου και αργότερα και μέσω τηλεφωνικής γραμμής με μεγαλύτερες γερμανικές μονάδες στη Σχολή Ασωμάτων και στο Ρέθυμνο. Περισσότεροι ήταν οι Ιταλοί στρατιώτες, περίπου δέκα με δεκαπέντε, που διέμεναν στο σπίτι του παπα- Νικολή Μαθιουδάκη.             

Η αντίσταση των κατοίκων του Φουρφουρά δε θα αφορά την άμεση ένοπλη ή μη αντιπαράθεσή τους με τις παραπάνω δυνάμεις των κατακτητών στο χωριό, αλλά θα πάρει τη μορφή μιας έμμεσης «σιωπηλής» αντίστασης με τη συνδρομή τους στο μεγάλο αγώνα κατά της Βέρμαχτ πάνω στα βουνά, σε σαμποτάζ, στη συγκομιδή πληροφοριών και στην παροχή κάλυψης και προστασίας σ’ εκείνους που αποφάσισαν πως άλλος δρόμος δεν υπήρχε πέρα από την ένοπλη πάλη.

Η πολύτιμη μαρτυρία της Βαγγελιώς Τυράκης, αδερφής του Γεωργίου Τυράκη, καθώς και του Στέφανου Δ. Σημαντήρα το επιβεβαιώνει αυτό. Είναι εντυπωσιακό διατρέχοντας και άλλες προφορικές μαρτυρίες από το Φουρφουρά πως ανάμεσά τους υπάρχει ένας κοινός τόπος, μια κοινή μνήμη. Ο ιστορικός μπορεί να το κρατήσει αυτό ως μια πρώτη επιβεβαίωση των μαρτυριών προτού οι ιστορικές πηγές δώσουν τις τελικές απαντήσεις στα ερωτήματά του, στο βαθμό φυσικά που αυτό είναι εφικτό. Ακολουθούν πέντε μαρτυρίες από το χωριό Φουρφουράς.

ΙΙ. Μαρτυρίες

Α. Μαρτυρία Ευαγγελίας (Βαγγέλας) Τυράκης.[3]

Η Βαγγέλα Τυράκη υπήρξε αδερφή του Γιώργη Τυράκη του Εμμανουήλ, ενός εκ των απαγωγέων του στρατηγού Κράιπε. Ο Γιώργης Τυράκης γεννήθηκε το 1917 στο Φουρφουρά Αμαρίου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Εμμανουήλ και η μητέρα του Δέσποινα το γένος Κωστάκη. Είχε επτά αδέρφια. Με σειρά γέννησης η Βαγγέλα Τυράκη τ’ αναφέρει: Μιχαήλ, Ερασμία, Ελευθερία, Αμαλία, Καδιανή, Βιργινία, το Γιώργη και την ίδια τελευταία, το μικρότερο απ’ τα αδέρφια. Ήταν αγρότης στην κύρια ασχολία του, όπως και ο πατέρας του, που ήταν και ιδιοκτήτης φάμπρικας (ελαιουργείου) και καφενείου στο χωριό.

Ο Γιώργης Τυράκης επέστρεψε από το αλβανικό μέτωπο με αναρρωτική άδεια λόγω τραυματισμού του από κρυοπαγήματα. Η Μάχη της Κρήτης τον βρήκε στο Ρέθυμνο στη στρατιωτική μονάδα του, αφού εξακολουθούσε να υπηρετεί τη θητεία του. Πήρε ενεργό μέρος στη Μάχη της Κρήτης. «Πέντε μέρες ήτανε σ’ ένα αμπέλι κι έτρωγε αμπελλόφυλλα». Αδυνατισμένος και εμφανώς καταπονημένος επέστρεψε στο χωριό μαζί με τον Αντώνη Κατσιά. Ο Κατσιάς είχε το πρώτο λεωφορείο που ήρθε στο χωριό. Και τι δεν του είχαν κρεμάσει οι χωριανοί, μέχρι και τραπεζομάντηλα στο αμάξι. 

          Στο Φουρφουρά οι κάτοικοι ανέβηκαν στο βουνό κατά τη διάρκεια της Μάχης.[4] Υπήρχε ο φόβος του βομβαρδισμού που τους απέτρεπε από το να επιστρέψουν πίσω. Κρύβονταν σε σπηλιές στην τοποθεσία Πρινομούρι. Μετά το τέλος της Μάχης επέστρεψαν στις εστίες τους. Μάλιστα έχει επικρατήσει η αντίληψη πως το χωριό σώθηκε από τους βομβαρδισμούς αν και αποτελούσε μεγάλο στόχο χάρις την  ύπαρξη των τεσσάρων εκκλησιών του σε σχήμα σταυρού στα άκρα του χωριού: Άγιος Αντώνιος, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Νικόλαος και η Θεοτόκος. Σε σπίτια πολλών Φουρφουριανών κρύφτηκαν σύμμαχοι στο δρόμο τους για τη Μέση Ανατολή. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες για όλους. Τις βραδινές ώρες κανείς δεν έπρεπε να κυκλοφορεί στο δρόμο.

          Η Βαγγέλα Τυράκη θυμάται τις συναντήσεις των ανταρτών με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ στο πατρικό της σπίτι. Δε διανυχτέρευαν ποτέ στο σπίτι το πατρικό της. Με όλες τις προφυλάξεις και η ίδια βοηθούσε στον αγώνα εναντίον του κατακτητή. Μετέφερε τρόφιμα στους αντάρτες, ρεβύθια, φάβα και κουκιά. Σημείο συνάντησης ακόμη και την  ημέρα ήταν η Μουρτσέ κάτω από τον Άγιο Γεώργιο. Εκεί συναντούσε τον Μανώλη Μαρή. Από εκεί τροφοδοτούσε τους αντάρτες. Πολλές φορές κατάφερε να ξεφύγει από τα γερμανικά περίπολα.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που με κίνδυνο της ζωής τους οι αντάρτες έμπαιναν νύχτα στο χωριό για να συναντήσουν τους αγαπημένους τους και για να φάνε… Ο Τυρογιώργης ερχόταν και αυτός στο πατρικό του. Εκεί έρχονταν και Εγγλέζοι δύο- τρεις για να κάνουν σχέδια και για να φάνε. Ερχόταν και ο Λη Φέρμορ με το καποτάκι του. Θυμάται πως ένας Ιταλός ονόματι Bruno ήθελε να μπει στην ομάδα του Φέρμορ, όμως δεν τον πήραν μαζί τους τελικά γιατί δεν τον εμπιστεύονταν. Οι συναντήσεις γίνονταν με άκρα μυστικότητα πάντοτε νύχτα στο σπίτι του Εμμανουήλ Τυράκη (Τυρομανέλης). «Κάναν τους τζομπάνηδες», έτσι τους περιγράφει η Βαγγέλα Τυράκη που ήταν παρούσα στις συναντήσεις τον καιρό που ήταν στο χωριό. Μιλούσαν σπαστά ελληνικά και κάθονταν στην κουζίνα. Σκοπός δεν υπήρχε, αφού ο προορισμός ήταν ήδη ασφαλής. Έτρωγαν, κουβέντιαζαν. Ποτέ δεν έμεναν. Έφευγαν το βράδυ. 

Οι  Γερμανοί πολλές φορές διεξήγαν έρευνες σε σπίτια, αν και ήταν σπάνιες οι επαφές τους με τους ντόπιους κατοίκους σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Η στάση τους χαρακτηρίζεται παθητική και αυτό οφείλεται κατά γενική ομολογία στη στάση του διοικητή τους αυστριακού Ζίμπλιξ. Πολλοί από αυτούς μάλιστα δεν ήταν χιτλερικοί. Ο Ζίμπλιξ εκτελούσε τις διαταγές των ανωτέρων του όμως προσπαθούσε όσο ήταν δυνατόν να προστατεύει τους κατοίκους του Φουρφουρά. Είχε αρνηθεί, για παράδειγμα, να επιστρατεύονται οι άρρενες κάτοικοι του χωριού και να στέλνονται για καταναγκαστική εργασία στο αεροδρόμιο του Τυμπακίου που τότε φτιαχνόταν. Βέβαια δεν μπορούσε τις περισσότερες φορές να αποτρέψει την εφαρμογή των διαταγών, ζήτησε όμως να απασχοληθούν οι κάτοικοι του χωριού στην κατασκευή της κεντρικής πλατείας του χωριού και σε άλλα κοινοτικά έργα ώστε να αποφύγουν την επιστράτευση. O Ζίμπλιξ ήξερε λίγα ελληνικά. Σκοτώθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά την υποχώρηση των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων.

Η Βαγγέλα Τυράκη θυμάται σε μία από τις αναζητήσεις ανταρτών που έκαναν οι Γερμανοί με επικεφαλής τον Ζίμπλιξ: «Γύρευαν τον Γιώργη. Να οι Γερμανοί χτυπάνε την πόρτα. Ανοίγει ο μπαμπάς και τους λέει: Έχω δυο γιους το Γιώργη και τον Μιχάλη. Τον Μιχάλη τον έκανα καθηγητή. Τον Γιώργη δεν τον σπούδασα. Τσακωθήκαμε που δεν τον εσπούδασα κι έφυγε. Τώρα με τους Γερμανούς είναι, με τους Εγγλέζους είναι, δεν ξέρω. Ο Ζίμπλιξ που άκουσε την απάντηση είπε στο διερμηνέα Κωστογιάννη που ήταν παρών να του πει: ο γιος του να του πω εγώ πού είναι. Είναι με τους Εγγλέζους στο βουνό. Δεν πειράζει. Δεν πειράζει.» Από το περιστατικό αυτό φαίνεται η ηπιότητα της διοίκησης του φρουραρχείου υπό το Ζίμπλιξ, που δεν ασπαζόταν το ναζισμό. Σημαντικός για τον αντιστασιακό αγώνα ήταν και ο ρόλος του Κωστογιάννη που ήταν ο διερμηνέας των Γερμανών. Οι Ιταλοί που κατέλυσαν στης Ροδάνθης Σαριδάκης το σπίτι ήταν καλύτεροι από τους Γερμανούς.

Μαρτυρείται σε μια από τις σπάνιες παρουσίες σε κοινωνικές εκδηλώσεις των αρχών κατοχής το εξής περιστατικό: Σε ένα γάμο, το γάμο του Γιώργη Αντωνάκη με την Καλλιώ Μουρτζανού, παρουσία των Γερμανών ο Χαλκιαδομανώλης είπε τη μαντινάδα «νοτιάς σου κάνει και λιχνάς για δες καιρός για που’ ναι, μα θα γυρίσει και βοριάς και θα λογαριαστούμε». Οι Γερμανοί που ήταν παρόντες αντιλήφθηκαν με κάποιο τρόπο την ειρωνεία και ένας απ’ αυτούς τράβηξε πιστόλι εναντίον του Χαλκιαδομανώλη. Τα πνεύματα ηρέμησαν με τη διαμεσολάβηση των υπόλοιπων χωριανών που επικαλέστηκαν τη μέθη του Χαλκιαδομανώλη ως δικαιολογία για να γλιτώσουν τη ζωή του. «Μη μας χαλάσεις το γλέντι. Δε καταλαβαίνει τι λέει», του είπαν και αυτός κατέβασε το όπλο.

Ο Γιώργος Τυράκης επέλεξε το δρόμο της αντίστασης στον κατακτητή. Για τις κινήσεις του υπήρχε μυστικότητα. Όταν πλησίαζε στο χωριό κρυβόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας μέσα σε μια κουφάλα ελιάς στη θέση Σπαρτί. Μόνο με το κατάλληλο σινιάλο πλησίαζε το χωριό. Το Λενάκι Σιγανού, το σπίτι της οποίας βρισκόταν σε κατάλληλη απόκρημνη θέση στην άκρη του χωριού, ύψωνε συγκεκριμένου χρώματος πατανία, για να ειδοποιήσει τους αντάρτες για την παρουσία των Γερμανών. Η κόκκινη πατανία τους ειδοποιούσε για τον κίνδυνο των Γερμανών. Ο Τυρογιώργης είχε άμεσες επαφές με τους εξής πέντε αντιστασιακούς από το Φουρφουρά: Μανώλη Μαρή (Μαράκης), Μανώλη Σημαντήρα (Πικαντίλης), Μιχαήλ Μαθιουδάκη, Κωστή Παραδεισανό και τον Ιπποκράτη Αντωνάκη.

Η κυρία Βαγγέλα θυμάται συγκινημένη τον αδερφό της Γιώργο. Ήταν γι’ αυτόν η αγαπημένη του αδερφή. Το δέσιμό τους ήταν στενό. «Τα έδωσε όλα για την πατρίδα και τι πήρε για ανταμοιβή;» αναρωτιέται πικραμένη μα γεμάτη υπερηφάνεια για τον αδερφό της. Μιλά για τον χαρακτήρα του και το πόσο χωρατατζής ήταν. «Πάντα με το χαμόγελο ήταν ο Γιώργης. Μικρός όταν ήταν στο πατρικό του σπίτι ανέβηκε στην ταράτσα. Οι άλλοι από κάτω άκουσαν φωνές και ανέβηκαν να δουν τι συμβαίνει. Και τι είδαν! Ο Γιώργης είχε φτιάξει έναν αχυράνθρωπο και τον χτυπούσε δίνοντάς του μπουνιές. Μαχητικός και ατίθασος συνάμα… Καλός χορευτής επίσης. Προσπαθούσε να μάθει λύρα και κατέβαινε κάτω από το σπίτι να παίξει. Από πάνω οι γυναίκες που βεγγέριζαν άρχιζαν να χορεύουν περιπαικτικά. «Γελάτε αρκούδες γελάτε;», τους ανταπαντούσε στο ίδιο πνεύμα. Τελικά λύρα έμαθε…

 Πάντα έβαζε τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδας. Ακόμη και όταν ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και όλοι ήταν αρνητικοί στο να αναλάβει μια ριψοκίνδυνη επιχείρηση.» Όπως τότε που ανέλαβε το σαμποτάζ στο αεροδρόμιο των Χανίων (Μάλεμε). Νύχτα διείσδυσε και τοποθέτησε εκρηκτικά σε εχθρικά αεροπλάνα προκαλώντας την μερική καταστροφή τους. Ο Γεώργιος Τυράκης  με τη γυναίκα του Γεωργία έκαναν δύο παιδιά, τον Μανώλη και τον Ανδρέα. Ο Ανδρέας έχει δύο παιδιά, τον Γιώργο καθηγητή ιατρικής και τον Πέτρο. Ζει στη Νότια Αφρική, όπου πήγε μεταπολεμικά το 1965 μετανάστης ο πατέρας του. Ο Γιώργος Τυράκης πέθανε στις 8 Αυγούστου του 2000 ημέρα Τρίτη στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Ο Φουρφουράς ως τόπος έχει καταγραφεί στη διεθνή βιβλιογραφία ως τόπος ασυρμάτου. Η σημασία των ασυρμάτων στο νησί μέσα στην κατοχή υπήρξε τεράστια. Με αυτούς λάμβαναν τα μηνύματα από τη Μέση Ανατολή, αλλά και εξέπεμπαν σημαντικές πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού. Για την προστασία του ασυρμάτου είχε συσταθεί στο Φουρφουρά αντάρτικη ομάδα στην οποία συμμετείχε ο Στέφανος Δ. Σημαντήρας.  Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με την προδοσία της θέσης του ασυρμάτου πάνω απ’ το χωριό και τη σωτήρια ενέργεια του Ιπποκράτη Αντωνάκη.

Το Μάιο του 1943 (8 Μαΐου 1943) ειδοποίησε τους αντάρτες στη θέση Καχτάκι (Άπλυτρα) του Φουρφουρά για την προδοσία του ασυρμάτου.[5] Η πράξη αυτή υπήρξε ουσιαστική και τιμήθηκε μεταπολεμικά από τους Συμμάχους. Σε περίπτωση που ο ασύρματος έπεφτε στα χέρια του εχθρού το μορσικό αλφάβητο με τις συχνότητες του Καΐρου θα ήταν εκτεθειμένο στον εχθρό. Η σημασία των ασυρμάτων στο νησί μέσα στην κατοχή υπήρξε τεράστια. Με αυτούς λάμβαναν τα μηνύματα από τη Μέση Ανατολή, αλλά και εξέπεμπαν σημαντικές πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού.  Τον Ιούνιο του 1943 ο Ιπποκράτης Αντωνάκης έφυγε με εντολές του Στρατηγείου για τη Μέση Ανατολή. Μετά από σκληρή, ταχύρρυθμη εκπαίδευση ως αλεξιπτωτιστής και ασυρματιστής, τοποθετήθηκε ως εκπαιδευτής στις διαβιβάσεις στο κέντρο εκπαιδεύσεως Ισμαηλίας. Στην Κρήτη επέστρεψε το Σεπτέμβριο του 1944, όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Αντίσταση ως ασυρματιστής δυτικού διαμερίσματος Κρήτης. Απολύθηκε τον Μάιο του 1946. Ο Ιπποκράτης Αντωνάκης, σύζυγος της Βαγγέλας Τυράκης, γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1921 στο Φουρφουρά και πέθανε στις 23 Απριλίου 2010. Η Βαγγέλα Τυράκη τελειώνει στο σημείο αυτό την αφήγησή της γεμάτη περηφάνια για τον αδερφό της και το σύζυγό της. Η Βαγγέλα Τυράκη απεβίωσε στις 21 Ιουλίου 2021.

Β. Μαρτυρία Στέφανου Σημαντήρα του Δημητρίου.[6]

            Ο Στέφανος Σημαντήρας του Δημητρίου γεννήθηκε στις 18 Απριλίου του 1924 στο Φουρφουρά. Υπήρξε μεταπολεμικά αγροφύλακας στο επάγγελμα και την περίοδο της κατοχής ήταν περίπου 17-18 ετών. Ο πατέρας του Δημήτριος Ι. Σημαντήρας ήταν υδρονόμος του χωριού και κατά τη διάρκεια της κατοχής αναγκαστικά τροφοδοτούσε το γερμανικό φυλάκιο με νερό.

Την περίοδο της κατοχής ο Σημαντήρας βοηθούσε στον ασύρματο, ο οποίος άλλαζε για λόγους ασφάλειας θέσεις: στην Κεφάλα στις συκιές, στον Αγρουλιδέ στο σπηλιάρι, στο Καχτάκι και αργότερα πιο πάνω στο βουνό στη θέση του «Τσίχλη τον Πόρο» ή αλλιώς «Καλέργα το σπήλιο». Εκεί ψηλά στον Ψηλορείτη υπήρχε σημαντικό λημέρι ανταρτών στη θέση Τρυπητός. Οι σύμμαχοι για την προστασία του ασυρμάτου στον Φουρφουρά είχαν δώσει εντολές για το σχηματισμό της αντάρτικης ομάδας «Εθνική Οργάνωση Ψηλορείτης», η οποία και θα δρούσε ως παράρτημα της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης (Ε.Ο.Κ.). Την τελική εντολή την έδωσε ο Ivan William Stanley "Billy" Moss (15 Ιουνίου 1921 - 9 Αυγούστου 1965) και τη μετέφερε ο Γεώργιος Εμμ. Τυράκης. Επικεφαλής ορίστηκε ο έφεδρος λοχίας Γεώργιος Ζ. Μπουρδελής, ενώ ο Γεώργιος Τυράκης συντόνιζε επιχειρησιακά την ομάδα, αφού ο ίδιος ανήκε στον κύκλο των βρετανικών υπηρεσιών (S.O.E.). Η ομάδα απέκτησε στρατιωτικές στολές και δίκοχα ραμμένα από γυναίκες του Φουρφουρά με τα αρχικά «Ε.Ο.Ψ.» πάνω τους. Όταν οι Βρετανικές υπηρεσίες προέβαιναν σε διεξαγωγή κάποιας πολεμικής ενέργειας, όπως τα σαμποτάζ, στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιούσαν ντόπιους, φρόντιζαν να φαίνεται ότι ανήκαν στον τακτικό στρατό. Έτσι η στρατιωτική ένδυσή τους ήταν απαραίτητη, ώστε να μην υπάρχουν αντίποινα στο γηγενή πληθυσμό, αφού θα θεωρούνταν στρατιωτικές μονάδες. Φυσικά στην περίπτωση της Βέρμαχτ οι διεθνείς κανόνες του πολέμου δεν ίσχυαν σε όλες τις περιπτώσεις.   

Μικρός ήταν ο Στέφανος Σημαντήρας όταν ακολούθησε μια μέρα τους αντάρτες του Φουρφουρά που ξεκινούσαν για τα «Ηρακλειώτικα» την περίοδο του «γενικού σαμποτάζ» το 1944. Είχε ένα όπλο και το βαστούσε παίρνοντας από πίσω τους αντάρτες. Εκείνοι τον ζύγωναν να επιστρέψει πίσω, επειδή ήταν μικρός, όμως εκείνος επέμενε και συνέχιζε να τους ακολουθεί μέχρι τις Κουρούτες: « δε φεύγω αν με σκοτώσετε», τους φώναζε ο μικρός με τα κοντά παντελονάκια. Εκείνοι τον πήραν τελικά στην αντάρτικη ομάδα με κατεύθυνση το Μαλεβύζι Ηρακλείου. Έφτασαν στις Άνω Ασίτες, όπου ήρθαν σε επαφή με κάποιον Ιωάννη Ανδρεαδάκη. Εκεί έμειναν περίπου δέκα ημέρες και μαζί με άλλους κομάντος από άλλα μέρη ξεκίνησαν για τους τόπους των σαμποτάζ. Στο δρόμο προς την Αυγενική η ομάδα του Φουρφουρά με αρχηγό τον Γεώργιο Ζ. Μπουρδελή τοποθέτησε τις μαγνητικές νάρκες, οι οποίες θα ενεργοποιούνταν σε περίπτωση που περνούσαν εχθρικά αυτοκίνητα. Πιο πριν ο Σημαντήρας είχε με ένα αγγλικό μαχαίρι κόψει τα τηλεφωνικά καλώδια, διακόπτοντας τις επικοινωνίες. Εκείνη, όμως, την ημέρα στρατιωτικά οχήματα δεν κινήθηκαν. Ο Τυρογιώργης είχε αποσπαστεί από την ομάδα και μετείχε σε άλλη αποστολή, στο σαμποτάζ της Αυγενικής.

            Ο Στέφανος Σημαντήρας θυμάται καλά τον έλεγχο που έκαναν οι Γερμανοί στους κατοίκους του χωριού μετά την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Αφού τους συγκέντρωσαν στην πλατεία τους έκαναν έλεγχο ταυτοτήτων. Με την ήπια στάση και τους διοικητή του φυλακίου Φουρφουρά Ζίμπλιξ οι Γερμανοί «δε μας στραπατσάραν», αναφέρει ο Σημαντήρας. Τέλος ο Σημαντήρας θυμάται τον άτυχο Εύελπη Γεώργιο Τυράκη του Μιχαήλ από τη Σάτα,[7] εξάδελφου του Γεωργίου Τυράκη που μετείχε στην ομάδα απαγωγής του Κράιπε. Ο επονομαζόμενος Αρμένης, κατάσκοπος των Γερμανών και μαυραγορίτης, που πρόδωσε την παρουσία του Τυράκη στη Σάτα, είχε τεθεί αργότερα με την ανακάλυψή της δράσης του σε στενή παρακολούθηση από την αντάρτικη ομάδα του Φουρφουρά. Ο Αρμένης εκτελέστηκε από τους αντάρτες στη Σάμιτο.

            Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το ανατολικό τμήμα της Κρήτης η Ε.Ο.Ψ με εντολές των Άγγλων βρέθηκε στην Κνωσό στη βίλα Αριάδνη, όπου και εκτελούσε υπηρεσίες. Στη βίλα Αριάδνη έμελλε στις 10 Μαΐου του 1945 να υπογραφεί η τελική παράδοση άνευ όρων των Γερμανών στην Κρήτη. 

 Γ. Μαρτυρία του Ετέαρχου Γεωργίου Τρουλινού.[8]

            Ο Ετέαρχος Γ. Τρουλινός γεννήθηκε στις 28 Μαρτίου του 1924. Ήταν, δηλαδή, συνομήλικος του Στέφανου Σημαντήρα την περίοδο της κατοχής. Από δεκάξι χρονών υπήρξε φαμέγιος στην οικία του Μιχαήλ Ι. Σαρμάνη. Θυμάται μάλιστα και στην ημερομηνία στην οποία πρωτοπήγε εκεί: 18 Ιουλίου 1940. Την οικία αυτή που ήταν το καλύτερο σπίτι του χωριού επέταξαν οι Γερμανοί κατακτητές και ο Ετέαρχος Τρουλινός βρέθηκε εκεί να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Έμενε όλα τα χρόνια της κατοχής στο κουζινάκι του σπιτιού, μέχρι την ημέρα που αποχώρησαν από το φυλάκιο, μία ημέρα πριν την επιδρομή της Βέρμαχτ στα χωριά του Κέδρους. Η τροφοδοσία τους ερχόταν από τη Σχολή Ασωμάτων με γαϊδούρια, παρά το γεγονός πως ήδη από το 1937 περνούσε δρόμος για αυτοκίνητα που έφτανε μέχρι τις Κουρούτες. Νύχτα τον σήκωναν να τους ψήνει με τους Ιταλούς σκοπούς να στέκουν έξω. Στο φυλάκιο ερχόταν συχνά και ο Ιωάννης Ζ. Κωστάκης, ο οποίος είχε διατελέσει εργάτης μεσοπολεμικά στη Γερμανία και γνώριζε τη γλώσσα. Ανιψιά του Κωστογιάννη, όπως ήταν γνωστός, ήταν η Ελένη (Λενάκι) Σιγανού. Διοικητής του φυλακίου στο μεγαλύτερο διάστημα της κατοχής ήταν ο λοχαγός Ζίμπλιξ. Πιο πριν ήταν ο υπαξιωματικός Φρεν Ράινερ, ο οποίος σε αντίθεση με το Ζίμπλιξ, προέβαινε σε επαίσχυντες πράξεις σε βάρος του ντόπιου πληθυσμού.[9] Η απομάκρυνσή του μετά από κατηγορίες που του αποδόθηκαν και η έλευση του Ζίμπλιξ προκάλεσε ανακούφιση στους κατοίκους του Φουρφουρά.

            O Ετέαρχος Τρουλινός μπορούσε να γνωρίζει πληροφορίες για τους Γερμανούς του φυλακίου και οι αντάρτες το γνώριζαν αυτό και τον είχαν προσεγγίσει. Η παρουσία του και κυρίως η παρουσία του Κωστογιάννη στάθηκε ευνοϊκή για τις κινήσεις και τα σχέδια των ανταρτών. Θυμάται ο Τρουλινός πως οι Ιταλοί ήταν σαν φαμέγιοι των Γερμανών. Ο Μάριος, ο Ιταλός σταθμάρχης, δεν πείραζε τους χωρικούς.[10] Τα γλέντια και οι οινοποσίες ήταν συχνές στο Γερμανικό φυλάκιο. «Ήταν πιοτάδες», αναφέρει ο Τρουλινός. Η επαφή τους με τους ντόπιους σε κοινωνικές εκδηλώσεις ήταν περιορισμένη. Οι κάτοικοι απέφευγαν τη συναναστροφή με τον εχθρό. Στον εορτασμό της πρωτοχρονιάς του 1943 συνέβη μάλιστα και ένα τραγικό περιστατικό, όταν κατά τον εορτασμό στο γερμανικό φυλάκιο ρίφθηκε μια χειροβομβίδα από Γερμανό με αποτέλεσμα τον τραυματισμό Ιταλών στρατιωτών που φυλούσαν σκοπιά. 

Δ. Μαρτυρία Ανδρόνικου Πανταλού του Γεωργίου.[11]

Ο Ανδρόνικος Γ. Πανταλός γεννήθηκε το 1921 στο Φουρφουρά. Είκοσι ετών που τον βρήκε η Κατοχή ήταν βοσκός πάνω στο βουνό. Εκεί έμενε, εκεί συναντούσε τους αντάρτες. Θυμάται τη γερμανική παρουσία στο χωριό με πέντε-έξι στρατιώτες. Οι  αντάρτες μαζί με τους Εγγλέζους βρίσκονταν στον Κούμο το σπήλιο, στο μιτάτο της Κορακιάς, στου Βασίλη τη Ρίζα και στου Κάτσω τη ρίζα. Περιοχές και τοπωνύμια που βρίσκονταν στο βουνό. Μια φορά στην περιοχή της Όχρας μια γερμανική διμοιρία τον έπιασε κοντά σε μέρος όπου οι αντάρτες είχαν κρύψει όπλα, όμως, παρά την έρευνα που έκαναν στην περιοχή δεν τα ανακάλυψαν. Τον ίδιο τον άφησαν να φύγει. Σε άλλη περίσταση, τον καιρό που οι Εγγλέζοι νύχτα έριχναν με αεροπλάνα εφόδια («τροφίματα»), μια γερμανική περίπολος έκανε επιδρομή στην Κορακιά και «ανακάτωσαν» το μιτάτο ψάχνοντας πάλι για όπλα. Όμως και οι αντάρτες και ο οπλισμός τους είχαν μεταφερθεί σε άλλη περιοχή του βουνού. Οι επαφές του Πανταλού με τους αντάρτες ήταν συχνές και θυμάται καλά τον Τομ Νταμπάμπιν, «κοντός χωρίς να λέει πολλά», ο οποίος ήταν αγαπητός, είχε μάλιστα βαφτίσει το μικρό Γεώργιο Πανταλό.

Ο Ανδρόνικος Πανταλός είχε συχνές επαφές, άλλωστε συγγένευαν κι όλας, με τους Κατσαντώνηδες από το Άνω Μέρος. Πολλές φορές έσμιγαν τα κοπάδια τους στη μέση της διαδρομής μεταξύ των δύο χωριών. Οι Κατσαντώνηδες μαζί με τους εδώ αντάρτες «μόλαραν» σε γκρεμό στη Σάμιτο τον προδότη -κατάσκοπο των Γερμανών- που άκουγε στο όνομα Αρμένης. Αυτός ο Αρμένης κατάφερε να μάθει πολλά για τις κρυψώνες των ανταρτών, ερχόμενος μαζί με Φουρφουριανούς από το Τυμπάκι και τη Σάτα, αφού αρχικά δεν τον είχαν ανακαλύψει.

Ε. Μαρτυρία Εμμανουήλ Μαράκη του Στυλιανού.[12]

Ο Εμμανουήλ Μαράκης γεννήθηκε το 1924 στο Φουρφουρά. Ο πατέρας του Στυλιανός Μαράκης του Νικολάου (1879-1958) υπήρξε αγροφύλακας επί Κρητικής Πολιτείας και στα κατοπινά χρόνια. Συνομήλικος με το Στέφανο Σημαντήρα, εντάχθηκε στην Εθνική Οργάνωση Ψηλορείτης (Ε.Ο.Ψ.) το 1943. Στην αποστολή της ομάδας στο σαμποτάζ το θέρος του 1944 δε συμμετείχε, σε αντίθεση με το Σημαντήρα που πήρε ενεργό μέρος. Ο Μαράκης πλαισίωσε εκείνους που αποστολή τους είχαν τη φύλαξη του ασυρμάτου στο βουνό πάνω από τον Φουρφουρά. «Ήμασταν αγγελιαφόροι», αναφέρει.

Τον καιρό πριν ανέβει στο βουνό ο Μαράκης δεινοπάθησε, όπως αναφέρει, στις αγγαρείες μαζί και με άλλους συγχωριανούς του.

Θυμάται τη συνάντησή τους μαζί με το Σημαντήρα με τον Πετρακογιώργη στον Ψηλορείτη στα αμαριώτικα. Τους αποκάλεσε «σπανοπαρέα» μόλις τους είδε και γέλασε με το νεαρό της ηλικίας τους. Μετά, όμως, τους είπε: «έτσα διαόλου παρέα θέλει αυτή η δουλειά!».

ΙΙΙ. Σε περιόδους που στην ιστορική βιβλιογραφία η προφορική ιστορία είναι στο προσκήνιο λόγω των βιολογικών ορίων των μαρτύρων, είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα σε μια ιστορική έρευνα και στην χρήση της προφορικής καταγραφής μιας μαρτυρίας που αποτελεί μόνο μέρος της έρευνας και κομμάτι της ιστορικής γραφής. Επομένως η τεκμηρίωση μέσα από τη βιβλιογραφία και τη χρήση και άλλων πρωτογενών πηγών αποτελεί τη μόνη ασφαλή οδό προς την ιστορική γραφή. Σε διαφορετική περίπτωση η σχετικοποίηση των ιστορικών γεγονότων, οι δαιδαλώδεις διαδρομές της προφορικής ιστορίας, καθώς και ο επικίνδυνος εξισωτισμός αποτελούν εργαλεία η χρήση των οποίων ανοίγει το δρόμο προς το φασισμό.


[1] Ενδεικτικά βλ., Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η απαγωγή του Στρατηγού Κράιπε, πρώτη έκδοση Φεβρουάριος 2016, Wes Davis, Επιχείρηση «Αριάδνη». Ο μυστικός πόλεμος για τη σωτηρία της Κρήτης από τους Ναζί, Αθήνα 2014, σ. 139, 157, Rick Stroud, Kidnapin in Crete, The true story of the abduction of a nazi General, Bloomsbury, 2014  και Tom J. Dunbabin, Ένας αρχαιολόγος στον πόλεμο, Από τη σειρά  ''Μαρτυρίες '', αριθμός 6, Ελληνο-αγγλική έκδοση, Ε.Κ.Ι.Μ. Ηράκλειο 2015.

[2] Προφορική μαρτυρία του Παντελή Γ. Γιακουμάκη και της Νικοδημείας Γ. Γιακουμάκη-Ιερωνυμάκη, Φουρφουράς, 17 και 24 Απριλίου 2016. Αναφέρει ο Παντελής Γιακουμάκης  (γεν. 1932): «Του Μανέλη η γυναίκα Δέσποινα και ο πατέρας μου ήσαν πρώτα ξαδέρφια». Στον τότε αχεριώνα με τα σανά των ζώων κρύβονταν οι Εγγλέζοι που ο Μανέλης έφερνε στου Γιώργη Γιακουμάκη. Το σπίτι του Μανέλη ήταν στόχος και χρησιμοποιούσαν ως κρυψώνες συγγενικά σπίτια. Ο τοίχος του μέσα δωματίου-αχεριώνα ήταν από τα νότια κοινός με τον τοίχο της οικίας του Τυρομανέλη. Υπήρχε μάλιστα σχέδιο διαφυγής σε περίπτωση που προδιδόταν η κρυψώνα: Ο ανατολικός τοίχος του αχεριώνα  ήταν πιο λεπτός και σε περίπτωση επιδρομής θα τον γκρέμιζαν και θα διέφευγαν από το πέρασμα μέσα από τον γειτονικό  στάβλο δίπλα στην οικία Μανέλη. Εγγλέζοι-Νεοζηλανδοί κρύβονταν και στο σπίτι του Νικόλαου Γιακουμάκη, ο υιός του οποίου Εμμανουήλ Γιακουμάκης ήταν στην Αντίσταση μαζί με τον Τυρογιώργη. Ο Παντελής Γιακουμάκης αναφέρει ένα περιστατικό μέσα στην κατοχή. Μια μέρα ο πατέρας του έκαιγε χόρτα (λινόξυλα) και ήρθε ένα γερμανικό απόσπασμα από το φυλάκιο. Με τη μεσολάβηση του Κωστογιάννη δεν υπήρξαν δυσάρεστες συνέπειες.

[3] Μαρτυρία της αδερφής του Γεωργίου Τυράκη (Τυρογιώργης) Ευαγγελίας (Βαγγέλας) Τυράκη - Αντωνάκη, 94 ετών (γεν. 1921), σύζυγος του Ιπποκράτη Αντωνάκη. Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στις παρακάτω τοποθεσίες και ημερομηνίες: Φουρφουράς, 3 Ιανουαρίου και 2 Μαΐου 2016, Ρέθυμνο, 20 και 26 Μαρτίου 2016.

[4] Για το Φουρφουρά βλέπε και Dunbabin, 2015, ό.π., σ. 226-231.

[5] Μανόλης Παντινάκης, Νικητές στο απόσπασμα… το Αμάρι στις φλόγες, Ρέθυμνο 2008, σ. 553-557.

[6] Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στο Φουρφουρά στις 24 και 27 Απριλίου 2016, καθώς και στις 22 και 24 Μαΐου 2016.

[7] Για το Γεώργιο Τυράκη του Μιχαήλ βλέπε, Σανουδάκης, 1985, ό.π., σ. 103-114. Επίσης, βλ. την απομαγνητοφωνημένη μαρτυρία της Δέσποινας Τυράκης το γένος Γιακουμάκη (1924-2015), Φουρφουράς, 3 και 9 Σεπτεμβρίου 2014.

[8] Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στο Φουρφουρά στις 27 Απριλίου 2016.

[9] Παντινάκης,  2008,  ό.π., σ. 550-551 και 566-567.

[10] Η Νικοδημεία Ιερωνυμάκη το γένος Γιακουμάκη (γεν. 1926) μνημονεύει τους Ιταλούς Φράνκο και Μάριο. Θυμάται μια μέρα πως ήρθαν οι Ιταλοί την ώρα που ζύμωναν και ξεφούρνιζαν στην πατρική της οικία του Γεώργιου Εμμ. Γιακουμάκη. Μέσα στην οικία, στο μέσα δωμάτιο κρύβονταν Εγγλέζοι. Οι Ιταλοί κάθησαν όλη μέρα, έφαγαν και αποχώρησαν τη νύχτα, χωρίς να αντιληφθούν την παρουσία των Εγγλέζων. Γενικά η συμπεριφορά των Ιταλών στο Φουρφουρά ήταν φιλική προς τους κατοίκους. Μια άλλη φορά οι Ιταλογερμανοί έκαναν γλέντι στου Τρουλινακιού τον οντά και αναγκαστικά όλα τα ενήλικα κορίτσια του χωριού έπρεπε να πάνε. Όμως κανείς δεν τα πείραξε παρά το φόβο για κάτι τέτοιο.  Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στο Φουρφουρά στις 2 Μαΐου 2016.

[11] Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στο Φουρφουρά στις 2 Μαΐου 2016.

[12] Η καταγραφή με την τήρηση σημειώσεων έγινε στο Φουρφουρά στις 24 Μαΐου 2016.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμάρι 1941-1944: πέντε μαρτυρίες

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ