ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

O Υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, οι πολιτικές του απόψεις και οι οικονομικές του δραστηριότητες

0

Ο οικονομικός και πολιτικός ρόλος των Υποπροξένων έχει μελετηθεί όσον αφορά την περίπτωση των Κυκλάδων.[1] Τα προξενικά ιδρύματα στην Οθωμανική αυτοκρατορία σχετίζονταν με ένα περιφερειακό εμπορικό σύστημα, που αποτελούνταν από ένα δίκτυο λιμανιών. Στα λιμάνια υπήρχαν αποθήκες και καταλύματα για τους καπετάνιους και τους εμπόρους. Η νεότερη ιστοριογραφία παρουσιάζει τους Υποπρόξενους ως μέρος των εγχώριων ελίτ. Οι Υποπρόξενοι σε αντίθεση με τους Προξένους υπήρξαν πρόσωπα των τοπικών εμπορικών elite, που εγκαθίσταντο σε λιμάνια ήσσονος σημασίας σε μια περιορισμένη απόσταση από το Προξενείο.[2] Οι Υποπρόξενοι συμμετέχουν και επιδρούν στην τοπική πολιτική σκηνή και αναπτύσσουν οικονομικές δραστηριότητες σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο. Αλληλεπιδρούν με τους τοπικούς φορείς εξουσίας άλλοτε αναπτύσσοντας συνεργασίες και άλλοτε σε σύγκρουση με αυτούς. Έτσι οι Υποπρόξενοι παρουσιάζονται ως φορέας εγχώριας εξουσίας με καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τοπικών πολιτικών σχέσεων. Δεν αποτελούν μόνο τους εκπροσώπους των ξένων δυνάμεων, αλλά είναι παράλληλα και φορείς τοπικών εξουσιών. Ως εκπρόσωποι των ξένων δυνάμεων οι Υποπρόξενοι αποτελούν τους ενδιάμεσους για τις εμπορικές δραστηριότητες των δυνάμεων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Με την πολιτική και διπλωματική ιδιότητά τους παρεμβαίνουν στους τοπικούς οικονομικοπολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων μέσα από τοπικές πολιτικές συμμαχίες. Ο Υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ρέθυμνο αναπτύσσει έντονη εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα, εμφανίζει επενδύσεις σε αστικά ακίνητα, σε αγρούς με αμπέλια και ελαιόδεντρα, ενώ παράλληλα υπήρξε πράκτορας ναυτιλιακής εταιρείας.

Ο Γεώργιος Ιωσήφ Χατζηγρηγοράκης διορίστηκε αρχικά με τηλεγραφική διαταγή του Προξενείου των Χανίων στις 24 Απριλίου 1891,[3] ενώ με το υπ’ αριθμόν 113 προξενικό έγγραφο της 11ης  Σεπτεμβρίου 1891 τοποθετήθηκε επίσημα προσωρινός Υποπρόξενος. Ο Χατζηγρηγοράκης είχε διατελέσει αρχικά  Διερμηνέας του Υποπροξενείου με το υπ’ αριθμόν 36 προξενικού εγγράφου της 25ης Μαρτίου 1885. Θα μονιμοποιηθεί ως Υποπρόξενος και θα παραμείνει στη θέση του έως το 1919 οπότε και θα καταργηθεί το Υποπροξενείο. Ο ίδιος υπήρξε ένας κρητικός της διασποράς, αφού έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του και σπούδασε εκτός Κρήτης.

Ο Χατζηγρηγοράκης υποστήριζε μετριοπαθείς θέσεις ως προς την επίλυση του «Κρητικού Ζητήματος». Φαίνεται πως ανήκε στην πλειοψηφία των Κρητών που ήθελαν την αυτονομία του νησιού και όχι την ένωση με την Ελλάδα.[4] Ήταν από εκείνους που μέχρι την τελευταία στιγμή έβλεπε ένα κοινό μέλλον για τους χριστιανούς και μουσουλμάνους κατοίκους της Κρήτης, ήθελε, όμως, και την με κάθε μέσο απομάκρυνση του τουρκικού στρατού από το νησί.[5] Από το 1895 το ρωσικό Υποπροξενείο Ρεθύμνης γίνεται ο αγωγός διά του οποίου φτάνουν στο Γενικό Πρόξενο στα Χανιά οι ανησυχίες του χριστιανικού πληθυσμού για την πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται στον απόηχο των γεγονότων της μεταπολιτευτικής Επανάστασης. Στο Ρέθυμνο διατυπώνεται το γενικότερο αίτημα για την ενεργοποίηση της Σύμβαση της Χαλέπας, η οποία παρέμενε ανενεργή μετά την  αποτυχημένη Επανάσταση του 1889. Ήδη από το τέλος της Επανάστασης του 1889 μέχρι το 1895 παρατηρείται μια συνεχώς αυξανόμενη συσσώρευση δυσαρέσκειας απέναντι στην οθωμανική εξουσία, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται ένα σαφές αίτημα για αυτονομία ή ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η άνιση μεταχείριση των  χριστιανών προκαλούνταν από αποφάσεις της  Πύλης και της Διοίκησης από το καλοκαίρι του 1889 έως το 1895.[6]  Την ίδια περίοδο η οικονομική κρίση διαμόρφωνε μια αντιοθωμανική συνείδηση στις κατώτερες τάξεις των χριστιανών στην ύπαιθρο.[7]

Σε περιόδους ρευστότητας, ανασφάλειας και επαναστατικών συνθηκών οι γραφειοκρατικές και οικονομικές λειτουργίες του Υποπροξενείου περιορίζονταν, τόσο γιατί οι προστατευόμενοι του προξενείου αποχωρούσαν από την περιοχή όσο και γιατί δυσχεραίνονταν η ομαλή λειτουργία των εμπορικών συναλλαγών. Η τελευταία θα επανέλθει με την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας, οπότε και σταδιακά θα παρουσιαστεί αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου της Κρήτης και προς την Ρωσία, όπου εξάγονταν χαρούπια, δέρματα και ελαιόλαδο. Στα χρόνια αυτά θα υπάρξει και ακτοπλοϊκή σύνδεση των λιμανιών της Κρήτης με την Οδησσό με πλοίο που έφευγε από την Τεργέστη. Μέχρι, όμως, την ομαλοποίηση των συνθηκών το υποπροξενείο της Ρεθύμνης θα γίνει το διπλωματικό καταφύγιο για τον υποπρόξενο και του υπόλοιπους υπηκόους και προστατευόμενους της Ρωσίας. Η παρεχόμενη διπλωματική ασυλία θα λειτουργήσει ως ασπίδα για τα συμφέροντα του ίδιου του Υποπρόξενου Χατζηγρηγοράκη και των υπολοίπων  υπαλλήλων του Υποπροξενείου, τη στιγμή που η ένταση ανάμεσα στη χριστιανική και μουσουλμανική κοινότητα κλιμακωνόταν με την ανοχή της οθωμανικής εξουσίας.  Στις 27 Οκτωβρίου 1896 και ενώ η ένταση που επικρατούσε στο νησί το διάστημα μετά την παραίτηση του χριστιανού Γενικού Διοικητή Κρήτης Αλέξανδρου Καραθεοδωρή πασά το Μάρτιο του 1896 έθετε ζήτημα ασφάλειας της ζωής των ξένων υπηκόων για το Γενικό Προξενείο στα Χανιά, ο Πρόξενος Δεμερίκ ζητά από τον Υποπρόξενο Χατζηγρηγοράκη να μάθει πόσοι είναι οι υπήκοοι και οι προστατευόμενοι της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, ώστε να προστατευτεί η ζωή και η περιουσία τους. Ο Υποπρόξενος αναφέρει τα εξής ονόματα: Γεώργιος Σκουλούδης, ο επί έτη Υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, Μαρίνος Μοάτσος, Διερμηνέας του Υποπροξενείου, Χαράλαμπος Μελισσινός, κλητήρας, Σπυρίδων Γεωργ. Παπουτσιδάκης, κλητήρας, και ο Φεϊζουλλάχ Ιρανλής ή Κιούρτης, Πέρσης υπήκοος. Ακολουθούν οι αιτήσεις αυτών, εκτός του Φειζουλλάχ για ιδιαίτερους λόγους -ήταν υπόδικος με σοβαρές κατηγορίες εναντίον του-, σχετικά με τις ζημιές που έχει υποστεί η κινητή και η ακίνητη περιουσία τους, ώστε να καταβληθούν οι αντίστοιχες αποζημιώσεις από την Γενική Διοίκηση.[8]

Με την προξενική αυτή παρέμβαση ικανοποιήθηκε το αίτημα που διατύπωσαν οι προστατευόμενοι του ρωσικού Υποπροξενείου από το Μάιο του 1896 για την προστασία της ζωής τους και των συμφερόντων τους από τη Ρωσία.[9] Όμως, για την οθωμανική διοίκηση η αναγνώριση της διπλωματικής ασυλίας δεν ήταν κάτι αυτονόητο, ούτε πολλές φορές η ίδια μπορούσε να ελέγξει τις διαθέσεις του μουσουλμανικού όχλου. Έτσι οι καταστροφές των περιουσιών των προστατευομένων του Υποπροξενείου, ιδιαίτερα κατά το 1897, θα είναι σημαντικές ή έτσι, τουλάχιστον, παρουσιάζονταν να είναι. Το Φεβρουάριο του 1897, μετά και τις σφαγές στην πόλη των Χανίων στα τέλη του προηγούμενου μήνα, οι συγκρούσεις χριστιανών και μουσουλμάνων στις επαρχίες του Ρεθύμνου θα γενικευτούν και η κατάσταση στην πόλη θα γίνει έκρυθμη. Τότε οι προστατευόμενοι της Ρωσίας θα υψώσουν τη ρωσική σημαία σε κάθε οίκημα που τους ανήκει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σώζουν τις περιουσίες τους ακόμα και την ίδια τη ζωή τους.[10] Στο εξής  το Υποπροξενείο θα γίνει ο αποδέκτης και των διαμαρτυριών, των αιτήσεων και των αναφορών της χριστιανικής κοινότητας του «Τμήματος (σαντζακίου) Ρεθύμνης», που και αυτή επιζητούσε την προστασία της Ρωσίας από την αυθαιρεσία της οθωμανικής εξουσίας και τις εχθρικές διαθέσεις μέρους του μουσουλμανικού πληθυσμού. Το Γενικό Προξενείο παρακολουθεί την κατάσταση όπως αυτή παρουσιαζόταν από τις αναφορές του Υποπρόξενου, την μοναδική πηγή ενημέρωσής του, μέχρι την άφιξη των ρωσικών στρατευμάτων στην πόλη του Ρεθύμνου το Μάρτιο του 1897. Με την εγκαθίδρυση της ρωσικής στρατιωτικής διοίκησης η πολιτική θέση του Υποπροξενείου θα ενισχυθεί, τουλάχιστον, μέχρι τον Οκτώβριο του 1898, οπότε και ο στρατιωτικός διοικητής των ρωσικών στρατευμάτων της Κρήτης θα αναλάβει την πολιτική διοίκηση του Τμήματος Ρεθύμνης.[11]

Από τα περιουσιακά στοιχεία που παραθέτει ο Υποπρόξενος μπορούμε να συμπεράνουμε τα πεδία των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, καθώς και τις κύριες πηγές των εσόδων του.[12] Στην πόλη του Ρεθύμνου  η κινητή και ακίνητη περιουσία του υπολογιζόταν από τον ίδιο στο ποσό των 1.413.124 γροσίων και στην εκτός της πόλεως περιοχή Τοπαλτί τα περιουσιακά του στοιχεία εκτιμούνταν στο ποσό των 68.500 γροσίων, συνολικά 1.481.624 γρόσια. Όσο κι αν μία τέτοια εκτίμηση μπορεί να ήταν εσκεμμένα υπερβολική, η καταγραφή των περιουσιακών του στοιχείων μας δίνει μια σαφή εικόνα της οικονομικής κατάστασης του Υποπρόξενου. Διέθετε αποθήκες που, είτε τις ενοικίαζε, είτε τις χρησιμοποιούσε για τις δικές του εμπορικές δραστηριότητες (αποθήκες βελανιδιών, ελαιολάδου και χαρουπιών), οικίες και μαγαζιά προς ενοικίαση, ατμοκίνητο ελαιοπιεστήριο, το ένα τέταρτο ενός φούρνου με τα εργαλεία του, ενώ ήταν ιδιοκτήτης του πρακτορείου της ελληνικής ακτοπλοΐας και της επιχείρησης πρακτόρευσης υπέρ αυτής, διαφόρων αγρών, μιας ασβεστοκαμίνου, ακόμη και ιδιωτικής εκκλησίας. Σημαντικά περιουσιακά στοιχεία διέθετε και σε άλλες περιοχές της Επαρχίας Ρεθύμνης, όπως στα χωριά Επισκοπή, Πρινέ, Ατσιπόπουλο, Γάλλο, Κάστελλο, Αρμένους, Ρουσοσπίτι, Αμνάτο, Αγία Παρασκευή, Παγκαλοχώρι και Λούτρα (οικίες, ελαιόδεντρα και σπαρτά). Ιδιαίτερα στο Ατσιπόπουλο ο Υποπρόξενος είχε τρεις οικίες και σημαντικές εκτάσεις με βελανίδια. Στην Επαρχία Αγίου Βασιλείου κατείχε εκτάσεις με ελαιόδεντρα και χαρουπιές. Στην Επαρχία Σφακίων, τέλος, τόπο καταγωγής του η αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ανερχόταν στο ποσό των 337.800 γροσίων.

Τον Οκτώβριο του 1897 ο Διοικητής Χουσνή κατηγορούσε τον Χατζηγρηγοράκη ότι χρησιμοποιεί τη διπλωματική του ιδιότητα για προσωπικά του οφέλη. Επιπλέον αναφέρεται ότι οι βασιβουζούκοι τον κατηγορούν για παράνομες αγορές στο παζάρι της πόλης. Ο Υποπρόξενος απάντησε άμεσα στον Δεμερίκ, αντικρούοντας μία προς μία όλες τις κατηγορίες.[13] Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν έκανε ούτε εισαγωγές, ούτε εξαγωγές προϊόντων από το λιμάνι του Ρεθύμνου, ότι έδωσε πιστοποιήσεις εκτελωνισμού όχι μόνο για το στρατό, αλλά και για τα πολεμικά πλοία που ελλιμενίζονταν ανοιχτά του Ρεθύμνου και τέλος ότι στο παζάρι δεν είχε δικούς του διαμεσολαβητές. Τα προβλήματα και οι κατηγορίες θα λάβουν οριστικά τέλος για τον Υποπρόξενο το πρωινό της 23ης Οκτωβρίου 1898, όταν θα υψωθεί η ρωσική σημαία στο τελωνείο και το διοικητήριο της πόλης.[14] Ήδη από τις 15 Οκτωβρίου 1898 το τελωνείο είχε στελεχωθεί με χριστιανούς υπαλλήλους.[15]

Ως προς τη διαμόρφωση των νέων δεδομένων στη λειτουργία του Υποπροξενείου της Ρωσίας και συνεπώς και στο ρόλο του Υποπρόξενου Χατζηγρηγοράκη αυτά επικεντρώνονταν στις οικονομικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνταν για την τροφοδοσία και τη συντήρηση του ρωσικού στρατού κατοχής. Την όλη διαδικασία  επωμιζόταν το Υποπροξενείο και ο Υποπρόξενος. Το Υποπροξενείο μετά από άνωθεν διαταγές εκτελούσε τις παραγγελίες και παραλάμβανε όσα προϊόντα έρχονταν στο λιμάνι για τις ανάγκες του ρωσικού στρατού. Ο Χατζηγρηγοράκης απόστελλε στο Τελωνείο Ρεθύμνης τα πιστοποιητικά εκτελωνισμού και οι εντεταλμένοι τροφοδότες παραλάμβαναν για λογαριασμό του Υποπροξενείου τα προϊόντα εκείνα που αφορούσαν τον εφοδιασμό του στρατού. Κατόπιν, ο Διοικητής των ρωσικών στρατευμάτων πιστοποιούσε δια του αρμοδίου αξιωματικού της διαχειρίσεως την παραλαβή από τους τροφοδότες του ρωσικού στρατού. Το διάστημα Σεπτεμβρίου - Νοεμβρίου 1897 θα προκύψουν προβλήματα στην όλη διαδικασία που για μία ακόμη φορά φαίνονταν να εκκινούν εξαιτίας των ισχυρισμών του Τελωνείου Ρεθύμνης και της Διοίκησης Ρεθύμνης. Δύο θα είναι οι κατηγορίες που θα διατυπωθούν και θα αφορούν τον Υποπρόξενο Χατζηγρηγοράκη: πρώτον ότι προσκόμιζε στο Τελωνείο πιστοποιητικά εκτελωνισμού και για εμπορεύματα που δεν κατευθύνονταν στο ρωσικό στρατό, αλλά σε εμπόρους του Ρεθύμνου και στον ίδιο προσωπικά, αποκομίζοντας κέρδος από τη διαδικασία αυτή και δεύτερον ότι θα έπρεπε να είχε καταβάλει τον τελωνειακό φόρο και το φόρο εισαγωγής για εμπορεύματα και προϊόντα που ναι μεν παρελήφθησαν από τους τροφοδότες, όμως, δεν είχαν συμπεριληφθεί στις πιστοποιήσεις εκτελωνισμού και στους καταλόγους παραλαβής του Διοικητή του ρωσικού στρατού Συνταγματάρχη Σόστακ (Χιόστακ). Ο Διευθυντής του Τελωνείου εξέδωσε πόρισμα προς το Διοικητή Ρεθύμνης Χουσνή πασά και ενημερώθηκαν οι αρμόδιες προξενικές αρχές και ο αρχηγός του ρωσικού στρατού.

Ο Σόστακ πιστοποίησε ότι όλα είχαν γίνει με βάσει τις ισχύουσες διατάξεις, όμως, ο Διευθυντής του Τελωνείου αρνήθηκε την βεβαίωσή του. Άλλωστε ο ίδιος ο Συνταγματάρχης επικύρωνε τους καταλόγους των προϊόντων τα οποία κατέφθαναν με ρωσικά πλοία στο λιμάνι του Ρεθύμνου ακριβώς για να μην πληρώνονται οι τελωνειακοί δασμοί που σε άλλη περίπτωση θα καταβάλλονταν‧ ο στρατός και ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων δεν υπόκειντο σε δασμούς. Ο Υποπρόξενος  εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του υποστηρίζοντας πως ήταν άδικο να λάβει ο Τελώνης τελωνειακό δικαίωμα για όσα πράγματα είχαν παραδοθεί από το Τελωνείο διότι, εάν υπήρξε παράβαση, δεν θα έπρεπε να έχουν δοθεί τα εμπορεύματα στους τροφοδότες.[16] Ο Διευθυντής του Τελωνείου θα επιμείνει στις κατηγορίες του, ζητώντας από το Υποπροξενείο την καταβολή των τελωνειακών δασμών.[17] Στις 10 Οκτωβρίου 1897 ο Χατζηγρηγοράκης ενημερώνει τον Πρόξενο Νικόλαο Δεμερίκ ότι έχει σταματήσει να υποβάλει δηλώσεις στο Τελωνείο για τις παραλαβές του στρατού.[18] Το ζήτημα θα διευθετηθεί με την παροχή εγγυήσεων από το Προξενείο της Ρωσίας ότι ακολουθήθηκε η νομότυπη διαδικασία. Από δω και στο εξής το Προξενείο θα παρακολουθεί από κοντά όλες τις συναλλαγές με το τελωνείο Ρεθύμνης και θα ελέγχει όλες τις παραλαβές. Βέβαια τα προβλήματα που προέκυπταν από τη συμπεριφορά του Οθωμανού Διευθυντού του Τελωνείου δεν θα παύσουν να υπάρχουν,[19] παρά το γεγονός πως η τροφοδοσία του ρωσικού στρατού συνεχιζόταν κανονικά.

Η εμπλοκή των διοικητικών μηχανισμών του Υποπροξενείου και του Υποπρόξενου προσωπικά στη διαδικασία της τροφοδοσίας των ρωσικών δυνάμεων κατοχής θα πρέπει να απέφερε κάποια έσοδα στον προϋπολογισμό του Υποπροξενείου. Η αποχώρηση του τουρκικού στρατού και η ανάληψη της διοίκησης του Τμήματος Ρεθύμνης από τους Ρώσους δημιούργησαν ακόμη πιο ευνοϊκούς όρους για το Υποπροξενείο και τον Υποπρόξενο Χατζηγρηγοράκη. Πριν τη μεταβίβαση των εξουσιών, έγινε συμφωνία με τον ναύαρχο Νικόλαο Ιλαρίωνα Σκρύδλωφ, τον Πρόξενο Δεμερίκ και τον Συνταγματάρχη Σόστακ (Χιόστακ) να αποδίδεται στον Υποπρόξενο το 2% επί των τροφίμων που θα αγόραζε  από το Ρέθυμνο ο ρωσικός στρατός, όπως ακριβώς οριζόταν και από το ναυτικό νόμο για τους άμισθους Υποπρόξενους.[20] Η απόφαση αυτή απλά νομιμοποιούσε τα συμφέροντα του Υποπρόξενου και στη διάδοχη κατάσταση της ρωσικής διοίκησης και της Αυτονομίας. Και αυτό γιατί υπήρξε και στο προηγούμενο διάστημα συνήθης πρακτική να λαμβάνει ο Υποπρόξενος την προμήθεια 2%  ανά μήνα από όσα προϊόντα αγόραζε ο ρωσικός στρατός.[21]


[1] Ενδεικτικά βλέπε Maria Spiliotopoulou & Eleftheria  Zei, “New Perspectives in Local Societies during the Greek War of Independence: the Consular Experience in the Aegean”, Yanni Cartledge and Alekos Varnava (eds), New Perspectives on the Greek War of Independence: Myths, Realities, Legacies and Reflections, Palgrave Macmillan, 2022, σ. 45-66 και Μ. Oikonomou, O θεσμός του προξένου των Ελλήνων εμπόρων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το εμπόριο του Αρχιπελάγους και το ελληνικό προξενείο της Βενετίας, Ph.D. dissertation, Athens 1990. Για το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο βλέπε Halvard Leira & Iver B. Neumann, “Judges, merchants and envoys; The growth and development of the consular institution”,  Paper presented at the 47th annual ISA convention, San Diego, Ca., αδημοσίευτη μελέτη.

[2] Βλ. Eleftheria Zei, “New perspectives in local politics before and during the Greek Revolution. Consular Institutions in Greek Archipelago (late eighteenth-early nineteenth century)”, αδημοσίευτη μελέτη.

[3] Αρχείο ρωσικού Υποπροξενείου Ρεθύμνου (εφεξής Α.Ρ.Υ.Ρ.), αρ. σχεδίου 16, Χατζηγρηγοράκης  προς Λ. Νεάγα, Γενικό Πρόξενο Ρωσίας, 26 Απριλίου 1891. Ο Χατζηγρηγοράκης αναφέρεται στην κηδεία του προϊσταμένου του Μαυραντζάκη. Με το ίδιο έγγραφο αποδέχεται το διορισμό του στη διεύθυνση του Υποπροξενείου Ρεθύμνης. Ο Μαυραντζάκης απεβίωσε στις 23 Απριλίου 1891.

[4] Περάκης, 2008, ό.π., σ. 75-76.

[5] Η απόδοση της αυτονομίας κάτω από την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν έγινε στη βάση ενός ελληνικού εθνικισμού, αλλά στην προοπτική της ισότητας μεταξύ των χριστιανών και των μουσουλμάνων στο νησί,  βλέπε σχετικά Elektra Kostopoulou, “Multiple Faces of Autonomy: Ottoman Reform and 19th Century Crete”, Κρητικά Χρονικά, τόμος ΛΣΤ΄, 2016, σ. 46.

[6] Kostopoulou, 2016, ό.π., σ. 44-45. Οι κρητικές επαναστάσεις δεν ήταν μόνο μία σύγκρουση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά και μία εναντίωση στα μεταρρυθμιστικά σχέδια της Πύλης και στην διεκδίκηση μιας αποκεντρωμένης διοίκησης από τη μεριά των χριστιανών. Βλέπε και Perakis, 2016, ό.π., σ. 103.

[7] Perakis, 2016, ό.π., σ. 105-113.

[8] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 154, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 27 Οκτωβρίου 1896.

[9] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 73, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 23 Μαΐου 1896.

[10] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 34, Χατζηγρηγοράκης προς  Δεμερίκ, 17 Φεβρουαρίου 1897. Αναφέρεται ότι από όργανο της εξουσίας έγινε απόπειρα βίαιης εισόδου στην οικία του πρώην πράκτορα της Ρωσίας Γεώργιου Σκουλούδη. Ο Υποπρόξενος παρακαλεί να επιτραπεί η ύψωση ρωσικών σημαιών από το Γενικό Προξενείο. Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 37, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 20 Φεβρουαρίου 1897.

[11] Ειδικότερα για τη ρωσική διοίκηση στο Τμήμα Ρεθύμνης την περίοδο 23 Οκτωβρίου 1898 έως 12 Ιουλίου1899, βλ., Ζαχαρίας Αντωνάκης, «Η παρουσία των Δυνάμεων Κατοχής στην Κρήτη (1898-1909). Η περίπτωση των Ρωσικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων», Ελλωτία, τόμος 10 (2002), σ.125-147.

[12] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 72, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 22 Μαΐου 1896.

[13] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 110, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 2 Οκτωβρίου 1897.

[14] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 128, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 23 Οκτωβρίου 1898. Βλέπε και  Andriotis, 2016, ό.π., σ. 267-268. Στις 5 Οκτωβρίου 1898 το Συμβούλιο των Ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων απαίτησε από την Πύλη την απόσυρση των στρατευμάτων της και του διοικητικού της προσωπικού στο νησί. Η αναχώρηση του οθωμανικού στρατού ολοκληρώθηκε μέχρι τις 15 Νοεμβρίου.

[15] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 124, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 16 Οκτωβρίου 1898. Μέχρι τότε οι τελωνειακοί υπάλληλοι ήταν μουσουλμάνοι και τα τελωνεία υπάγονταν απευθείας στη διεύθυνση εσόδων στην Κωνσταντινούπολη, βλέπε Περάκης, 2008, ό.π., σ. 169, 172.

[16] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 108, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 27 Σεπτεμβρίου 1897.

[17] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 116, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 1 Νοεμβρίου 1897. Τα έσοδα από τους τελωνειακούς δασμούς πήγαιναν στο αυτοκρατορικό ταμείο εάν ο προϋπολογισμός του νησιού ήταν πλεονασματικός, ενώ στην περίπτωση που ήταν ελλειμματικός τα τελωνειακά έσοδα έμπαιναν στο κρητικό ταμείο, βλέπε σχετικά Περάκης, 2008, ό.π., σ. 156-157.

[18] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 111, Χατζηγρηγοράκης προς Δεμερίκ, 10 Οκτωβρίου 1897.

[19] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 93, Χατζηγρηγοράκης προς Χουσνή πασά, Διοικητή Ρεθύμνης, 22 Ιουνίου 1898.

[20] Α.Ρ.Υ.Ρ., αρ. σχεδίου 4, Χατζηγρηγοράκης προς Γιέρς, 22 Ιανουαρίου 1900.

[21] Α.Ρ.Υ.Ρ., Μαρίνος Μοάτσος προς Χατζηγρηγοράκη, 6 Ιουλίου 1897.

Γεώργιος Ι. Χατζηγρηγοράκης
Νικόλαος Ιλαρίωνα Σκρύδλωφ, Nikolai Illarionovich Skrydlov, 1844–1918)
Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής (ή Ισκεντέρ πασάς) υπήρξε Γενικός Διοικητής Κρήτης από τον Μάρτιο του 1895 έως τον Ιούνιο του 1896.
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

O Υποπρόξενος της Ρωσίας στο Ρέθυμνο, οι πολιτικές του απόψεις και οι οικονομικές του δραστηριότητες

0
Γεώργιος Ι. Χατζηγρηγοράκης
Νικόλαος Ιλαρίωνα Σκρύδλωφ, Nikolai Illarionovich Skrydlov, 1844–1918)
Ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής (ή Ισκεντέρ πασάς) υπήρξε Γενικός Διοικητής Κρήτης από τον Μάρτιο του 1895 έως τον Ιούνιο του 1896.
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ