ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις των καπνεργατών τον Ιούνιο του 1928

0

Ι. Ο καπνός σε ολόκληρη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου υπήρξε το βασικότερο εξαγωγικό προϊόν της χώρας, κατείχε δηλαδή, κεντρική θέση στην ελληνική οικονομία του μεσοπολέμου και επηρέαζε σημαντικά τις συναλλαγματικές εισροές. Η εξαγωγή του επέτρεπε στο κράτος την αγορά συναλλάγματος και είχε επιπτώσεις τόσο στην προσπάθεια σταθεροποίησης του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών, όσο και στη σταθερότητα της εξωτερικής αξίας της δραχμής[1]. Η ζήτηση του προϊόντος από τις μεγάλες καπνοβιομηχανίες του εξωτερικού ήταν αυτή που σε τελική ανάλυση διαμόρφωνε τον όγκο του εξαγόμενου προϊόντος και την τιμή των ελληνικών καπνών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών καπνού κατευθυνόταν στις μεγάλες καπνοβιομηχανίες σε χώρες όπου δεν υπήρχε κρατικό μονοπώλιο καπνού, όπως ήταν οι Η.Π.Α., η Γερμανία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο[2]. Οι καπνοβιομηχανίες των χωρών αυτών έκαναν παραγγελίες σε εγχώριες εταιρίες και σε ξένους οίκους, οι οποίοι αναλάμβαναν μέσω των καπνεμπόρων τη συγκέντρωση της πρώτης ύλης και την εξαγωγή της στις χώρες παραγγελίας. Από ένα σημείο και μετά, οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες διεύρυναν την άμεση παρουσία τους μέσω εμπορικών επιχειρήσεων εγκατεστημένων στους λιμένες εξαγωγής[3]. Για λογαριασμό των εμπορικών αυτών εταιριών, κυρίως, αναλάμβαναν οι καπνέμποροι τη συγκέντρωση από τους καπνοπαραγωγούς της πρώτης ύλης και την υποβολή της σε ένα πρώτο στάδιο επεξεργασίας με τη χρήση των καπνεργατών, ώστε ο καπνός, αφού πρώτα δεματοποιηθεί, να φορτωθεί στα πλοία με προορισμό τις αγορές του εξωτερικού.

Η καπνεργατική απεργία του Ιουνίου του 1928 εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του «καπνικού ζητήματος» και των συνεπειών που αυτό συνεπάγονταν για τον κλάδο των καπνεργατών. Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια και η εντεινόμενη ανασφάλεια των καπνεργατών από την πολιτική του κράτους και των καπνεμπόρων προδιέγραφαν μία κατά μέτωπο σύγκρουση. Η απειλή των «ερυθρών αποστόλων» προσδιόριζε και τη στάση του αστικού τύπου απέναντι στους καπνεργάτες˙ «κατά την γνώμη μας μέση λύση δεν χωρεί: ή φοβούμεθα τον κομμουνισμόν (βλ. «καπνεργατικόν κομμουνισμό») και τον εκριζώνομεν ή δεν τον φοβούμεθα και τον ανεχόμεθα… η κυβέρνησις αχθείσα εις την πρώτην κατεύθυνσιν, ευρίσκεται εν απολύτω συμφωνία προς το δημόσιο αίσθημα»[4]. Για τους καπνεργάτες η απεργία δεν υπήρξε μόνο μία απλή έκφραση αιτημάτων, αλλά και μία πράξη αντίστασης με διάθεση ανατροπής του κοινωνικού καθεστώτος, τουλάχιστον, από τις πιο εξειδικευμένες στην καπνεργασία ομάδες εργατών. Αλλά και οι καπνέμποροι δεν ήταν διατεθειμένοι να προβούν σε παραχωρήσεις που θα αναιρούσαν τις επιδιωκόμενες από το κεφαλαίο ισορροπίες. Συνεπώς η επιδιωκόμενη σύνδεση της απεργίας με τον κομμουνιστικό κίνδυνο εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντά τους.

Το 1929 υπολογίστηκε ότι ο αριθμός των καπνεμπόρων και του υπαλληλικού τους προσωπικού ανερχόταν στους 15.000. Ο αριθμός των καπνεργατών και των καπνεργατριών ανερχόταν περίπου στους 40.000, χωρίς σ’ αυτούς να προστεθούν οι 2.650 εργάτες και υπάλληλοι της εγχώριας βιομηχανίας. Το 1931 αποζούσαν από το καπνεργατικό επάγγελμα  25.000 οικογένειες με 85.000 μέλη[5]. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι στις αρχές του αιώνα ο αριθμός των καπνεργατών ήταν περίπου 80.000, διαπιστώνουμε ότι κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου το κύριο χαρακτηριστικό του καπνεργατικού κλάδου ήταν η αριθμητική του συρρίκνωση με παράλληλη αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Η αριθμητική αυτή μείωση των καπνεργατών εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του «καπνικού ζητήματος» και της προσπάθειας αντιμετώπισης του από το κράτος. Οι καπνεργάτες απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς, που σήμαινε για αυτούς άλλοτε υπερπροσφορά εργατικών χεριών και άλλοτε υψηλή ανεργία και στις επιλογές εργοδοτών και κράτους, είχαν να αντιτάξουν την συλλογική διαπραγμάτευση των συμφερόντων τους μέσω του μεγάλου βαθμού συνδικαλιστικής τους οργάνωσης[6]. Από την άλλη, οι καπνέμποροι υπολόγιζαν στην κατασταλτική συνδρομή του κράτους, η οποία πήγαζε όχι τόσο από το φόβο της κοινωνικής ανατροπής και του κομμουνισμού, όσο και από την ανάγκη για συνάλλαγμα[7].

ΙΙ. Η αναμενόμενη από τις αρχές απεργία εκδηλώθηκε αρχικά στις 11 Ιουνίου στην πόλη της Καβάλας και στο Πράβι (σημερινή Ελευθερούπολη). Την επομένη η απεργία επεκτάθηκε και στα υπόλοιπα καπνεργατικά κέντρα, τη Δράμα, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Σύντομα η απεργία υπήρξε η κυρίαρχη κατάσταση σε όλα τα καπνεργατικά κέντρα της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης[8]. Στον αστικό τύπο  παρουσιαζόταν μία κατάσταση αναρχίας και πανικού: «Οι απεργοί ήρχισαν πυροβολούντες προς πάσα τας διευθύνσεις ενσπείραντες απερίγραπτον πανικόν καθ΄ όλην την πόλην της οποιας οι κάτοικοι παραμένουν κλεισμένοι εις τας οικίας των. Επίσης τα καταστήματα μένουν κλειστά. Η πόλις της Καβάλας στρατοκρατείται συνεπεία των γεγονοτων, υπό του Δ΄ Σώματος Στρατού. Διετάχθη ωσαύτος η μετακίνησις ιππικού και πεζικού εκ Δράμας, προς αντιμετώπισιν των αποθρασυθέντων καπνεργατών»[9]. Στην κατάσταση που περιγράφεται το βέβαιο είναι πως οι απεργοί καπνεργάτες από την πρώτη στιγμή της απεργίας και σε όλες τις προαναφερόμενες πόλεις ήρθαν αντιμέτωποι με αδίστακτους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς και κυρίως, με τις στρατιωτικές μονάδες που συνέδραμαν στις επιχειρήσεις της χωροφυλακής[10]. Το αιματοκύλισμα των απεργιακών κινητοποιήσεων, με νεκρούς και τραυματίες ανέργους, έδειξε από τις πρώτες μέρες των κινητοποιήσεων αφενός την πρόθεση των καπνεργατών να διεκδικήσουν μέχρις εσχάτων την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, αφετέρου την απροθυμία των καπνεμπόρων για οποιαδήποτε παραχώρηση.

Οι καπνεργάτες έθεσαν ως βασικότερο αίτημά τους την αύξηση του καπνεργατικού ημερομισθίου με βάση τον τιμάριθμο της ζωής. «Δια τους σπιβαδόρους και γκιουμπεκτσήδες το ημερομίσθιον να είνε 10 δραχμές επί πλέον του κεκανονισμένου πρώτου των ντενξήδων…. των παστελτζήδων ίσου με τα 60% του ημερομισθίου των ντενξήδων…. των αρχιεργατών και των αρχισπιβαδόρων να κανονίζηται ίσον με το ενάμισυ του πρώτου ντενξήδων (δηλαδή 50% επιπλέον)». Επιπλέον απαίτησαν την ανάληψη από τους μετόχους της διοίκησης του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών (εφεξής ως Τ.Α.Κ.), την αποκλειστική επιβάρυνση των καπνεμπόρων και του κράτους με τα έξοδα του Τ.Α.Κ. και συνακόλουθα την κατάργηση των κρατήσεων 6% επί του ημερομισθίου τους, την παροχή επιδομάτων ανεργίας, την αναγνώριση των «επιτροπών  σαλονιών», την ελεύθερη λειτουργία των εργατικών σωματείων, την ακύρωση των αποφάσεων του Πρωτοδικίου Καβάλας και Δράμας για τη διάλυση της «Καπνεργατικής Ένωσης Καβάλλας» και «Ευδαιμονίας» Δράμας και την απόρριψη του νομοσχεδίου «περί  Ιδιωνύμων αδικημάτων»[11].

Στη διατύπωση των παραπάνω αιτημάτων μπορούμε να διακρίνουμε την προσπάθεια των καπνεργατών να εξασφαλίσουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωσή τους στο χώρο της καπνεργασίας. Στο χώρο αυτό εγγράφονταν και τα όρια της κοινωνικής τους επιβίωσης, αφού η απώλεια της ιδιότητας του καπνεργάτη με την απομάκρυνσή του από το χώρο της καπνεργασίας σήμαινε και την κοινωνική του έκπτωση[12]. Με την απεργία οι καπνεργάτες επιδίωξαν να αντισταθούν στον υπαρκτό κίνδυνο της απώλειας της εργασίας τους με τη μετατροπή τους σε ανενεργό εργατικό δυναμικό και, παράλληλα, να διεκδικήσουν καλύτερες αποδοχές και τις συνδικαλιστικές ελευθερίες που είχαν περισταλθεί. Το αίτημα, για παράδειγμα, των καπνεργατών για τη διαχείριση από τους ίδιους του Τ.Α.Κ. μπορούμε να το εκλάβουμε και ως μια αντίδραση απέναντι στην ρυθμιστική παρέμβαση του Τ.Α.Κ. στην αγορά εργασίας. Ο στόχος των καπνεργατών ήταν σε τελική ανάλυση να αποτρέψουν την πρόσληψη ανειδίκευτων εργατών στο χώρο της καπνεργασίας τη στιγμή που η ανεργία του κλάδου και το διαθέσιμο ευκαιριακό εργατικό δυναμικό έκαναν το στόχο αυτό ανέφικτο[13].

Στην αντίπερα όχθη οι καπνέμποροι υπήρξαν ανένδοτοι στην παραχώρηση οποιασδήποτε αύξησης του ημερομισθίου των καπνεργατών σε όλη τη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων. Ο γενικός γραμματέας της Καπνεμπορικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (εφεξής ως Κ.Ο.Ε.) Αχιλλέας Μάντζαρης ήδη από τις πρώτες μέρες της απεργίας ζήτησε από τη Γ.Σ.Ε.Ε. να επέμβει και να νουθετήσει τις καπνεργατικές οργανώσεις, θεωρώντας αδικαιολόγητη την καπνεργατική πίεση και υπερβολικά τα αιτήματά τους[14]. Στον τύπο επαναλαμβανόταν συνεχώς η προνομιακή θέση των καπνεργατών έναντι των άλλων εργατών και των καπνοπαραγωγών. Παράλληλα, «καταναγκασμένος και εν βρασμώ διατελών σύμπας ο καπνεμπορικός κόσμος Μακεδονίας και Θράκης αξιοί παρά της Κυβερνήσεως Καφαντάρη την λήψιν αποφασιστικών και ριζικών μέτρων εναντίον των υπονομευτών της ασφαλείας του Κράτους καθ’ ότι η περαιτέρω ανεκτικότης εμβάλλει εις ανησυχίας τους φιλήσυχους πολίτας δια την τύχην της ζωής και της περιουσίας και δημιουργεί αναποτρέπτους κινδύνους εις το εμπόριον και γενικώς εις την οικονομίαν της χώρας»[15]. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Νικόλαος Βελέντζας θεωρώντας την απεργία ως «αποτέλεσμα μακράς και επιμόνου προπαρασκευαστικής εργασίας των κομμουνιστών και εχθρών εν γένει της εργατικής τάξεως»[16], δήλωσε ότι η κυβέρνηση δε θα διαπραγματευτεί τίποτα με τους καπνεργάτες εάν πρώτα δε λήξει η απεργία τους.

Ως μέσο πίεσης των καπνεργατών πέρα από τη χρήση των πολυβόλων χρησιμοποιήθηκε και η πρόσληψη εργατών που δεν μετείχαν στο Τ.Α.Κ. ως απεργοσπαστικό δυναμικό στις καπναποθήκες. Το κράτος παρεμβαίνει και προστατεύει την ελευθερία της εργασίας, όμως, το απεργοσπαστικό φαινόμενο παρά τις μεγάλες διαστάσεις του, που αυξάνονταν με το πέρασμα των ημερών, δεν οδήγησε στον άμεσο τερματισμό της απεργίας, αλλά στον σταδιακό εκφυλισμό της[17]. Η άμεση απειλή της απώλειας της εργασίας έκανε διαλλακτικότερους τους καπνεργάτες, γεγονός που σε συνδικαλιστικό επίπεδο σήμαινε την προώθηση συμβιβαστικών προτάσεων, τουλάχιστον, από την προσκείμενη στη Γ.Σ.Ε.Ε. Ενωτική Καπνεργατική Ομοσπονδία[18] (Ε.Κ.Ο.).  Η επιμονή, όμως,  της Κυβέρνησης  Καφαντάρη να μην εξετάσει τα αιτήματα των απεργών πριν τον τερματισμό της απεργίας προκάλεσε την οξεία κριτική του αστικού τύπου, ο οποίος καταλόγισε στην Κυβέρνηση τις ευθύνες για την απειλή της «γενικής απεργίας»[19]. Μπροστά στο φόβο μιας πανεργατικής απεργίας «η δια του κομμουνισμού ερμηνεία παντός εργατικού αιτήματος» υποχώρησε και τη θέση της πήρε η εξέταση από την κυβέρνηση των «λογικών» αιτημάτων μέσα στα πλαίσια του καπνικού ζητήματος.

Η απειλή της γενικής απεργίας, τη στιγμή που είχαν ήδη εκδηλωθεί οι απεργίες των αρτεργατών και υδατεργατών Θεσσαλονίκης και η Γ.Σ.Ε.Ε. προετοίμαζε την κήρυξη πανεργατικής απεργίας σε Αθήνα και Πειραιά[20], τρομοκράτησε τον αστικό κόσμο, παρά το γεγονός ότι η καπνεργατική απεργία με τις απεργοσπαστικές πιέσεις σταδιακά εκφυλιζόταν. Για τον αστικό τύπο «η προστασία απεργίας γενικευομένης υπερβαίνει την βούλησιν του νομοθέτου, δια τον απλούν λόγον ότι η απεργία μιας μεμονωμένης εργατικής τάξεως στρέφεται αποκλειστικώς εναντίον της αντιστοίχου τάξεως των εργοδοτών, ενώ η γενική απεργία στρέφεται κατά του κοινωνικού συνόλου, του οποίου απειλεί την υπόστασιν»[21]. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρεμβαίνει για πρώτη φορά μετά την έναρξη της καπνεργατικής απεργίας δηλώνοντας ότι «η γενική απεργία είνε καθαρά επανάστασις, ήτις επιδιώκει να παραμερίσει τας νομίμους εξουσίας»[22]. Ασκεί κριτική στη στάση της Κυβέρνησης που επιμένει να μην αναγνωρίζει τον οικονομικό χαρακτήρα της απεργίας, τασσόμενος, ουσιαστικά, με το μέρος της Γ.Σ.Ε.Ε.  Κάτω από τις γενικότερες κατηγορίες περί αντεργατικής πολιτικής και τις πιέσεις του αστικού κόσμου η Κυβέρνηση Καφαντάρη εγκατέλειψε τις διακηρύξεις της 17ης Ιουνίου και αποφάσισε δύο εβδομάδες μετά την κήρυξη της απεργίας να εξετάσει τα αιτήματα των καπνεργατών «ασχέτως του εκφυλισμού της απεργίας»[23].

ΙΙΙ. Σε μια περίοδο όπου η καπνεργασία διεξαγόταν ομαλά μετά και τη χρήση απεργοσπαστών και η διαπραγματευτική ισχύς των απεργών, υψηλόμισθων κυρίως, καπνεργατών, είχε εξασθενίσει η απόφαση της διαιτητικής μεσολάβησης πήγαζε περισσότερο από την ανάγκη ενός «φιλεργατικού» προφίλ της κυβέρνησης, παρά από την ανάγκη ουσιαστικής εξέτασης των καπνεργατικών προβλημάτων. Η σύσταση ειδικής επιτροπής καπνεμπόρων, καπνεργατών της Ε.Κ.Ο. και αντιπροσώπων των γραφείων προστασίας Καπνού Θεσσαλονίκης και Καβάλας, χωρίς τη συμμετοχή της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας (Κ.Ο.Ε.), είχε σαν αποστολή την εξέταση των καπνεργατικών αιτημάτων[24].  Η Καπνεμπορική Ομοσπονδία απέρριψε το αίτημα της αύξησης του ημερομισθίου θεωρώντας «ότι το καπνεργατικό ημερομίσθιο είνε το ανώτερον παντός άλλου εν Ελλάδι ημερομισθίου» και ότι τα προνόμια που απολαμβάνουν από το Τ.Α.Κ.  (π.χ. κατ’ έτος επίδομα ανεργίας, ανερχόμενο για τους άνδρες στις 22,80 δρχ. και για τις γυναίκες στις 10,80) καθιστούσαν την καπνεργατική τάξη προνομιούχο. Προς τη νέα κυβέρνηση Βενιζέλου οι καπνέμποροι ζήτησαν τη λήψη προστατευτικών μέτρων για τον εγχώριο καπνό, προτείνοντας και τη μείωση του υψηλού κόστους της καπνεργασίας. Ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Παναγιώτης Βουρλούμης μέσα από γενικές εξαγγελίες μετατόπισε την εξέταση των καπνεργατικών  αιτημάτων σε μια συνολικότερη εξέταση του «καπνικού ζητήματος»˙ «η κυβέρνησις θ’ ασκήση πάσαν αυτής την επίδρασιν προς βελτίωσιν των οικονομικών όρων των καπνεργατών είτε υπό την μορφήν της προσαρμογής του ημερομισθίου εις τας σημερινάς βιοτικάς ανάγκας είτε δια της επεκτάσεως της ήδη θεσπισμένης κοινωνικής υπέρ των καπνεργατών προνοίας κατ’ επιλογήν των ενδιαφερομένων»[25]. Η επιβολή της λήθης για τα θλιβερά γεγονότα της απεργίας από την Κυβέρνηση με το διάταγμα περί αμνηστίας συνοδεύτηκε και από τις εξαγγελίες «ανώδυνων» για τους εργοδότες παρεμβάσεων για την ανύψωση του επιπέδου της ζωής των εργαζομένων τάξεων[26]. Στο χώρο της καπνεργασίας η μέριμνα του κράτους περιορίστηκε, κυρίως, στον τρόπο οργάνωσης της παροχής ιατρικής περίθαλψης και στην αντιμετώπιση της αυξανόμενης ανεργίας δια μέσου του Τ.Α.Κ.[27]. Καμία, όμως, αναφορά δε γινόταν στο αίτημα των καπνεργατών για αύξηση των αποδοχών τους.

 

 

[1]Αριστοτέλης Ν. Κλήμης, Η αγροτική οικονομία  προ και μετά την ίδρυσιν της Α.Τ.Ε., Αθήναι 1961, σ. 112, Ανώτατον Οικονομικό Συμβούλιο (Α.Ο.Σ.). Επί του ζητήματος του Καπνού, Αθήναι, 1938, σ. 38, 42-43 και Ν.Η. Αναγνωστόπουλος, Ο ελληνικός καπνός και η καλλιέργεια αυτού, παράρτημα «Γεωργικού Δελτίου», Μάιος 1932, Εν Αθήναις, σ. 9-12.

[2] Βλέπε τον πίνακα εξαγωγών στο Ελεύθερον Βήμα,21 Σεπτεμβρίου 1930.

[3] Πριν το 1929 τα 75%-80% των ελληνικών εξαγωγών ελέγχονταν από τους εξαγωγικούς οίκους. Α.Ι. Μάντζαρης, Τα καπνά μας, έκδοση 3η, Αθήναι 1929, σ. 75-76.

[4] Ελεύθερον Βήμα, 31 Μαρτίου 1928. Παρόμοιες απόψεις διατυπώθηκαν από την συνομοσπονδία αστικών Οργανώσεων και την Ένωση Ελλήνων εφοπλιστών τον Ιανουάριο του 1928.

[5] Αντώνης Λιάκος, «Οι καπνεργάτες στο Μεσοπόλεμο. Μία «επικίνδυνη» τάξη», Εντευκτήριο, π.χ. 19 (1992), σ. 61.

[6] Λιάκος, 1992, ό.π., σ. 62, Θανάσης Αλεξίου, «Οι κοινωνικές αιτίες της καπνεργατικής διαμαρτυρίας στο μεσοπόλεμο», Τα Ιστορικά, τ.χ. 21, τ. 11, Δεκέμβριος 1994, σ. 342-343: «Το 1928  οι καπνεργάτες-σιγαροποιοί αποτελούσαν σχεδόν το ένα τρίτο των μελών της Γ.Σ.Ε.Ε., που  αριθμούσε τότε 167.209 μέλη, ήτοι 55.381».

[7] Βλ. Λιάκος, 1992, ό.π., σ. 64.

[8] Ελεύθερον Βήμα, 12 Ιουνίου 1928.

[9] Η  Καθημερινή, 12 Ιουνίου 1928.

[10] Ο στρατός ανέλαβε τη φρούρηση των καπναποθηκών και την εξασφάλιση της ελευθερίας της εργασίας με την προστασία των απεργοσπαστών. Ελεύθερον Βήμα, 14 Ιουνίου 1928.

[11] Η  Καθημερινή, 12 Ιουνίου 1928.

[12] Θανάσης Αλεξίου, «Μισθωτή εργασία και κοινωνικός αποκλεισμός», Θέσεις, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1999, τ.χ. 69, σ. 25-49.

[13] Ανάμεσα στα αιτήματα των καπνεργατών της Καβάλας, για παράδειγμα, ήταν και η υπογραφή συλλογικής σύμβασης, ώστε να αποτραπεί η είσοδος άλλου εργατικού δυναμικού.

[14] Ελεύθερον Βήμα, 13 Ιουνίου 1928.

[15] Η  Καθημερινή, 14 Ιουνίου 1928.

[16] Ελεύθερον Βήμα, 13 Ιουνίου 1928, δες και εφημ. Θάρρος, 15 Ιουνίου 1928.

[17]Ελεύθερον Βήμα, 15, 16, 17  Ιουνίου 1928. Στις 20 Ιουνίου αναφέρεται ότι «ο αριθμός των απεργοσπαστών καθημέραν αυξάνει και η συνθηκολόγησις θα είνε μοιραία».

[18] Ελεύθερον Βήμα, 17 Ιουνίου 1928.

[19] Ελεύθερον Βήμα, 19 Ιουνίου 1928: «Η στάσις της Κυβερνήσεως είνε, φρονούμεν, συνέχεια της εσχάτως και υπερβολικώς ασκηθείσης πολεμικής εναντίον του κομμουνιστικού φάσματος».

[20] Ελεύθερον Βήμα,  18 Ιουνίου 1928,19 Ιουνίου 1928.

[21] Η Καθημερινή, 22 Ιουνίου 1928.

[22] Ελεύθερον Βήμα, 14 Ιουνίου 1928, γενικότερα για τη στάση του κόμματος των Φιλελευθέρων απέναντι στην πολιτική της κυβερνήσεως βλ. Ελεύθερον Βήμα, 22 Ιουνίου 1928.

[23] Ελεύθερον Βήμα, 26 Ιουνίου 1928. Στην Καβάλα αναφέρονταν ότι εργάζονταν στα καπνεργοστασία από τις 24 Ιουνίου 1500 καπνεργάτες και τα ¾ των στιβαδόρων. Ο αριθμός των καπνεργατών φαίνεται πως ήταν επαρκής για την επανάληψη της καπνεργασίας στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο .

[24] Ελεύθερον Βήμα, 26 Ιουνίου 1928.

[25] Ελεύθερον Βήμα, 8 Ιουλίου 1928.

[26] Ελεύθερον Βήμα, 18 Οκτωβρίου 1928, διάταγμα περί αμνηστείας των μέχρι της 4ης Ιουλίου 1928 πολιτικών αδικημάτων .

[27] βλ. για παράδειγμα, Ελεύθερον Βήμα, 11 Ιανουαρίου 1929, 26 Ιουνίου 1929, 15 Ιουλίου 1929.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις των καπνεργατών τον Ιούνιο του 1928

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ