Ι. Η Αμερικανική Επανάσταση ήταν ένας αγώνας των δεκατριών αγγλικών αποικιών της Βόρειας Αμερικής εναντίον του βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας. Ξεκίνησε το 1775 και οδήγησε στη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Οι άποικοι υπήρξαν δυσαρεστημένοι με τη βρετανική κυβέρνηση, επειδή πλήρωναν φόρους χωρίς να έχουν εκπροσώπους στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Το σύνθημα «καμία φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση» εξέφραζε την αντίδρασή τους. Σημαντικό γεγονός ήταν το Boston Tea Party το 1773, όταν άποικοι πέταξαν φορτία τσαγιού στο λιμάνι της Βοστώνης. Το 1775 άρχισαν οι πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στους αποίκους και τον βρετανικό στρατό. Στις 4 Ιουλίου 1776, οι εκπρόσωποι των αποικιών ψήφισαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, με την οποία ανακοίνωσαν ότι οι αποικίες ήταν πλέον ανεξάρτητες από τη Μεγάλη Βρετανία. Ηγέτης του αγώνα αναδείχτηκε ο Τζορτζ Ουάσινγκτον (George Washington (1732-1799). Στον πόλεμο οι Αμερικανοί ενισχύθηκαν σημαντικά από τη Γαλλία, η οποία ήταν αντίπαλος της Βρετανίας. Η τελική νίκη των Αμερικανών ήρθε το 1781 στη μάχη του Γιόρκταουν. Το 1783, με τη Συνθήκη των Παρισίων, η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισε επίσημα την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Αμερικανική Επανάσταση αποτέλεσε σημαντικό γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας, καθώς διέδωσε ιδέες όπως η ελευθερία, η ισότητα και τα δικαιώματα του ανθρώπου και επηρέασε μεταγενέστερες επαναστάσεις, ιδιαίτερα τη Γαλλική Επανάσταση.
II. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήδη από την εποχή του Αλέξη Ντε Τοκβίλ αποτελούσαν ένα παράδειγμα για τον τρόπο δημιουργίας και συγκρότησης ενός έθνους-κράτους με θεσμούς δημοκρατικούς και πολιτειακή συγκρότηση στη βάση της ισότητας, που έχει τις ρίζες της στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και στις αξίες της γηραιάς Ηπείρου. Ήταν η Ευρώπη που για διάφορους λόγους τροφοδοτούσε με πληθυσμούς τις νέες περιοχές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και μαζί με αυτούς μεταλαμπάδευε ό, τι μπορούσε να θεωρηθεί ευρωπαϊκό, μαζί και την ιδέα του έθνους-κράτους. Εκεί, λοιπόν, στη γη των Ινδιάνων οι αποικιοκρατικές δυνάμεις, Άγγλοι, Γάλλοι, Ισπανοί, οργάνωσαν ένα σύστημα εμπορίου που στηριζόταν στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων της γης αυτής, το οποίο στη συνέχεια τροφοδοτούσε τις μητροπόλεις με τα αγαθά των αποικιών. Το σύστημα αυτό έμελλε να διαταραχθεί από τους αποικιακούς ανταγωνισμούς και τις σφοδρές συγκρούσεις σε περιοχές μακριά από την Ευρώπη μα και τόσο συνδεδεμένες με αυτήν. Μετά το 1750 οι αποικιοκρατικές δυνάμεις της Γηραιάς Ηπείρου αναμετρώνται μακριά από αυτή στις Φιλιππίνες, τη Σενεγάλη και τα λιμάνια των σκλάβων στην δυτική Αφρική, μέχρι και την βόρεια Αμερική. Οι επιπτώσεις ωστόσο των συγκρούσεων αυτών θα έχουν τεράστιο αντίχτυπο τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ίδιες τις αποικίες, όπως στη βρετανική βόρεια Αμερική. Σύντομα οι ταπεινωμένοι Ισπανοί καθώς και οι Γάλλοι θα έχουν την ευκαιρία να πάρουν εκδίκηση από τη Βρετανία για την ήττα τους στον επταετή πόλεμο. Οι πόλεμοι των βρετανικών στρατευμάτων εναντίον των Γάλλων και των Ινδιάνων στη βόρεια Αμερική (1754-1761), το οικονομικό κόστος των οποίων μέσω της φορολογίας μετακυλώνταν στις ίδιες τις βρετανικές αποικίες, είχαν σαν αποτέλεσμα το συνασπισμό ετερόκλητων δυνάμεων εναντίον του βρετανικού στέμματος. Παρά τα πρόσκαιρα εδαφικά κέρδη για την Αγγλία οι πόλεμοι αυτοί σηματοδοτούν την αλλαγή στάσης των αποικιών απέναντι στη μητρόπολη. Στον πόλεμο αυτό θα ανδρωθεί ο Ουάσιγκτον, όπως θα δούμε παρακάτω.
Μέσα στο γενικό πλαίσιο των αποικιοκρατικών συγκρούσεων ο πόλεμος της αμερικανικής ανεξαρτησίας αποτελούσε στη βαθύτερη ουσία του μέρος των συγκρούσεων αυτών, αφού υπήρξε το αποτέλεσμα των αποικιακών ανταγωνισμών και οι συνέπειές του επηρέασαν την παγκόσμια κατανομή δυνάμεων ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Από τη μια μεριά οι αυτοκρατορίες που απομυζούσαν τις αποικίες και από την άλλη οι αποικιακές δυνάμεις που τελικά αντέδρασαν στην αύξηση των φόρων και στην ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις μητροπόλεις, ιδιαίτερα από τη βρετανική αυτοκρατορία. Ήταν η στιγμή που η Γαλλία και η Ισπανία άρχισαν να παρέχουν κάθε είδους στήριξη στους αμερικανούς επαναστάτες στον ανηλεή αγώνα τους εναντίον των βρετανικών δυνάμεων το 1776. Η συνδρομή των γαλλικών πλοίων στο πλευρό των αμερικανών επαναστατών μετά το 1778 υπήρξε καθοριστική στην έκβαση της Επανάστασης σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στάδιό της.
Αλλά και στα πεδία των μαχών, στην πολιορκία του Γιόρκταουν (Yorktown, 28/9-19/10 1781) για παράδειγμα, ο στρατηγός Τζωρτζ Ουάσινγκτον είχε υπό τις διαταγές του 16.000 στρατιώτες, οι μισοί από τους οποίους ήταν Γάλλοι. Είχε προηγηθεί, όπως είπαμε, ο επταετής πόλεμος μέχρι το 1762-63, μια σύγκρουση με έναν φαινομενικά αποικιακό χαρακτήρα που σύντομα θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα που θα πυροδοτούσε συγκρούσεις σε μια παγκόσμια κλίμακα με την εμπλοκή των δυνάμεων των αυτοκρατοριών. Αυτό που συνέβαινε στην Αμερική σκορπούσε τον τρόμο στη βρετανική αυτοκρατορία. Ο φόβος πως θα απλωνόταν και σε άλλες βρετανικές αποικίες μία αντίδραση των τοπικών πληθυσμών, ιδιαίτερα στην Ινδία, παρέλυε το στέμμα και ανασύντασσε τις στρατιωτικές δυνάμεις με αυτή τη λογική. Η σημασία της Ινδίας για το Στέμμα και το βασιλιά Γεώργιο βάρυνε περισσότερο από τις δεκατρείς βρετανικές αποικίες στη βόρεια Αμερική τη στιγμή που έπρεπε να ληφθεί η απόφαση για απεμπλοκή από τον πόλεμο με τους αμερικανούς.
Με την αμερικανική Επανάσταση ξεκινά η διαμόρφωση όλων εκείνων των εννοιών και των ιδεών, των ευρωπαϊκών κληρονομιών που θα αναμορφωθούν στην αμερικανική γη και που στο μακρύ 19ο αιώνα θα εμπλουτιστούν για να δημιουργήσουν τελικά τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.[1] Χωρίς την κατανόηση της ιστορικής διαδρομής των ιδεών αυτών πολλά πράγματα της αμερικανικής ιστορίας, ανάμεσά τους και η ίδια η πολιτική του Αβραάμ Λίνκολν, δεν θα μπορούσαν να ερμηνευτούν σωστά. Η σημαντικότερη ίσως συνέπεια της Επανάστασης ήταν η δημιουργία ενός νέου αυτοπροσδιορισμού μέσα από τη διακυβέρνησή τους, καθώς και η ευκαιρία για επέκταση σε νέες περιοχές προς τη δύση εκτοπίζοντας τους γηγενείς πληθυσμούς σταδιακά, χωρίς πια τους βρετανικούς περιορισμούς. Τη στιγμή που το έθνος δημιουργείται ανοίγονται τεράστιες ευκαιρίες για επέκταση των ζωνών επιρροής, για διεύρυνση του εμπορίου και για την πρόοδο της κοινωνίας των πρώην ευρωπαίων αποίκων μέσα σε ένα πλαίσιο φιλελεύθερων αξιών, που θα στηρίζονταν στην ελεύθερη βούληση και στην αίσθηση της κοινής μοίρας, των ίσων ευκαιριών και της ισονομίας. Το 1781 οι βρετανικές δυνάμεις παραδόθηκαν στο Γιορκτάουν, γεγονός που ουσιαστικά οδήγησε στο τέλος του πολέμου. Το 1783 η Βρετανία αναγνώρισε επίσημα την ανεξαρτησία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αμερικανική Επανάσταση είχε σπείρει την ιδέα της ελευθερίας, καθώς και την ιδέα της απελευθέρωσης των σκλάβων όχι χωρίς αντιδράσεις. Στις 4 Ιουλίου 1776 με τη διακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας ένα νέο έθνος γεννιόταν και συνάμα μια νέα μορφή διακυβέρνησης. Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθετήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1787· η επικύρωσή του το επόμενο έτος έκανε τις πολιτείες μέρος μιας ενιαίας δημοκρατίας με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση. Το 1791 με την Χάρτα των Δικαιωμάτων κατοχυρώθηκαν πολλά θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες. Έτσι είχαν τα πράγματα στην ανατολική ακτή. Δυτικότερα η γη έπρεπε να κατακτηθεί και να δημιουργηθεί, να σπαρθεί και να αποδώσουν οι σοδειές καρπούς, πράγμα που ήταν ταυτόσημο με την εξάρτησή της από την Ένωση και την κεντρική κυβέρνηση. Ένα νέο έθνος ανέτελλε που έπρεπε να δημιουργήσει το ίδιο την εικόνα του, καθώς και τον πολίτη των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ίδια περίοδο αποφασιζόταν η επέκταση προς τα δυτικά στις περιοχές των ιθαγενών όπου υπήρχε γη μόνο για αυτή τη μοίρα: να γίνει γη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Διακρίνονται δύο τάσεις της αμερικανικής Επανάστασης: η αποκεντρωτική και η συγκεντρωτική. Επικρατεί η συντηρητική τάση που προέτασσε την εξουσία έναντι της ελευθερίας. Η Επανάσταση αν και τόνιζε το φιλελεύθερο χαρακτήρα της πήρε μέτρα υπέρ της διατήρησης της τάξης προτάσσοντας το πολιτικό έναντι του κοινωνικού. Η δημιουργία κεντρικής διοίκησης, όπως ήθελαν οι φεντεραλιστές, έδινε προτεραιότητα στο πολιτικό και όχι στο κοινωνικό. Ήταν μια δημοκρατία που απεχθανόταν τις ανατροπές και προάσπιζε με το Νόμο τα συμφέροντα των ανώτερων τάξεων. Η Επανάσταση στην Αμερική δεν οδήγησε σε κοινωνικές ανατροπές, αλλά σε μια δημοκρατία των ισχυρών που δικαιολογούσε και την επέκταση στη Δύση σε βάρος των ινδιάνικων πληθυσμών. Ο φόβος των αστών Αμερικανών υπήρξε η ασύδοτη Δημοκρατία, που θα ριζοσπαστικοποιούσε τον όχλο. Το Σύνταγμα με την καθιέρωση της ισχυρής κεντρικής εξουσίας έχει ως βασικό στόχο αυτό, στο όνομα πάντα της Δημοκρατίας. Οι Φεντεραλιστές αμερικανοί τη δεκαετία του 1790 θα επιθυμούσαν μία ανεξαρτησία χωρίς την Επανάσταση, φοβούμενοι τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.[2] Αλλά και η ίδια η Επανάσταση δημιούργησε πολλές εσωτερικές αντιστάσεις στο στρατόπεδο των «πατριωτών» ή ακόμη οδήγησε πολλούς στην υποστήριξη της Βρετανίας, όπως έκαναν οι φτωχοί αγρότες του Μέρυλαντ, του Ντέλαγουερ και της Βιρτζίνιας. Αντίθετοι με την Επανάσταση υπήρξαν γενικά οι φτωχοί αγρότες που είχαν διαφορές με τα αριστοκρατικά-γαιοκτητικά στρώματα που επένδυσαν στην Ανεξαρτησία.[3]
Στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας η επιμελητεία του επαναστατικού στρατού αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις θα αλλάξει και την αντίληψη του Κογκρέσου για τον πόλεμο, επιτρέποντας τις κατασχέσεις. Ο ίδιος ο Ουάσινγκτον στα τέλη του 1777 επισημαίνει πως η έλλειψη των αναγκαίων προμηθειών φέρνει το στρατό αντιμέτωπο με τρία ενδεχόμενα: «είτε να πεθάνει από την πείνα, είτε να διαλυθεί, είτε να διασκορπιστεί».[4]
Η αμερικανική Κυβέρνηση με τη Συνθήκη Ειρήνης επιδίωξε να κλείσει δικαστικά κάθε εκκρεμότητα με τους νομιμόφρονες, αυτούς που δήλωναν πίστη στο αγγλικό στέμμα. Τους δόθηκε η δυνατότητα να εξαγοράσουν τις χαμένες ιδιοκτησίες τους, δίνοντας τους πολλές φορές διαφορετικές εκτάσεις μη αποδοτικές. Στη Δύση οι κτηματομεσιτικές εταιρίες ήλεγχαν τις πωλήσεις γης σε μετόχους τους.
ΙΙΙ. Ο George Washington υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Αμερικανικής Επανάστασης (1775–1783). Ανέλαβε την ηγεσία του Ηπειρωτικού Στρατού των Αμερικανών αποίκων και πολέμησε εναντίον της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Ουάσινγκτον αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες κατά τη διάρκεια του πολέμου, όμως, ο στρατός του κατάφερε τελικά να επικρατήσει, ιδιαίτερα μετά τη γαλλική υποστήριξη προς τους Αμερικανούς. Μετά την Επανάσταση, ο Ουάσινγκτον συνέβαλε στη δημιουργία του νέου αμερικανικού κράτους και το 1789 έγινε ο πρώτος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Ρόμπερτ Ντίνγουιντι (Robert Dinwiddie (Οκτώβριος 3, 1692 – Ιούλιος 27, 1770), Άγγλος Υποδιοικητής της Αποικιακής Βιρτζίνια, διατάχθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση για τη φύλαξη των βρετανικών εδαφικών διεκδικήσεων, όπως το Οχάιο. Στα τέλη του 1753, έστειλε τον νεαρό Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο οποίος τον προηγούμενο χρόνο έλαβε τη θέση του νεκρού, ετεροθαλή αδερφού του, ως Γενικός Υπασπιστής της Πολιτοφυλακής της Βιρτζίνια. Διατάχθηκε να παραδώσει στους Γάλλους μια επιστολή, ζητώντας τους την εκκένωση της κοιλάδας του Οχάιο. Ταξίδεψε και συνάντησε τον Τανασάρισον (Tanacharison ή Tanaghrisson, περ. 1697-1754) και άλλους Ιροκέζους αρχηγούς, συμμάχους της Μεγάλης Βρετανίας, για να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους στο ενδεχόμενο γαλλικής επίθεσης. Ο Ουάσινγκτον παρέδωσε την επιστολή στον Γάλλο Διοικητή Jacques Legardeur de Saint-Pierre, ο οποίος αρνήθηκε να φύγει από την περιοχή. Ο ίδιος κράτησε ημερολόγιο κατά τη διάρκεια της αποστολής του, που τυπώθηκε με εντολή του Ντίνγουιντι και έκανε το όνομά του διάσημο σε όλη τη Βιρτζίνια. Αυτό τον βοήθησε να ξεκινήσει την στρατιωτική του καριέρα.
Ο Ντίνγουιντι έστειλε τον Ουάσινγκτον πίσω στο Οχάιο για την προστασία των εργατών της Εταιρίας Οχάιο, που κατασκεύαζαν ένα οχυρό στο σημερινό Πίτσμπεργκ της Πενσυλβάνια. Ωστόσο, πριν φτάσει στην περιοχή, ένα γαλλικό στρατιωτικό σώμα εκδίωξε τους εργάτες και άρχισε την κατασκευή του Οχυρού Ντουκέσν. Ένα μικρό απόσπασμα των Γάλλων, με επικεφαλής τον Ζοζέφ ντε Κουλόν Ζάμονβιλ (Joseph Coulon de Villiers, Sieur de Jumonville, 1718–1754), ανακαλύφθηκε από τον Τανασάρισον και τους πολεμιστές του. Μαζί με τον Ουάσινγκτον και ορισμένα μέλη από την Πολιτοφυλακή του, έστησαν ενέδρα στους Γάλλους. Ήταν 28 Μαΐου του 1754, όταν η πολιτοφυλακή της Βιρτζίνια υπό τον 22χρονο αντισυνταγματάρχη Ουάσιγκτον νικά μία γαλλική αναγνωριστική στρατιωτική περίπολο στη μάχη του Ζάμονβιλ Γκλεν στη νοτιοδυτική Πενσυλβάνια. Το τι ακριβώς σημαίνει κατά τη διάρκεια της μάχης αποτελεί αμφιλεγόμενο θέμα. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι ότι ο Ζάμονβιλ σκοτώθηκε.
Οι Γάλλοι απάντησαν αιχμαλωτίζοντας τον Ουάσινγκτον στο Οχυρό Νεσέσιτυ τον Ιούλιο του 1754. Ωστόσο, του επιτράπηκε να επιστρέψει με τα στρατεύματά του στη Βιρτζίνια. Από το χρονικό σημείο αυτό ξεκινά την αφήγησή της η ταινία του John Erwin «Ο Νεαρός Ουάσινγκτον» (Young Washington,2026). Η αποτυχία του άπειρου νεαρού Ουάσιγκτον μετατρέπεται σταδιακά στο αντίθετό της. Όταν ο Ουάσιγκτον ενημερώθηκε πως γαλλική αποστολή είχε στρατοπεδεύσει κοντά στους άνδρες του, πλησίασε και επιτέθηκε. Η μάχη εκείνη διήρκεσε μόλις δεκαπέντε λεπτά της ώρας και οι Γάλλοι τράπηκαν σε φυγή. Οι Γάλλοι θεώρησαν αυτή τη σύρραξη, αιτία πολέμου· έστειλαν σύντομα πολυπληθέστερη στρατιωτική δύναμη που υποχρέωσε τον Ουάσιγκτον να υποχωρήσει. Όταν έφθασαν στο Λονδίνο οι ειδήσεις για τη συμπλοκή, αποφασίστηκε να αποσταλεί εκστρατευτική δύναμη για να διασφαλιστεί ο τόπος. Και τότε κηρύχθηκε Γαλλοϊνδιανικός Πόλεμος που διεξήχθη μεταξύ σχεδόν όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και επηρέασε την Ευρώπη, τη Βόρεια και Νότια Αμερική, τη δυτική Αφρική και την Ασία (Ινδία και Φιλιππίνες).





