Ο θεσμός της αδελφοποίησης είναι αναμφισβήτητα πολυσήμαντος. Και σ’ αυτό δεν θα αποτελούσε φυσικά εξαίρεση η αδελφοποίηση του Κρυονερίου (πρώην Ασσυρώτων) του Δήμου Μυλοποτάμου Ρεθύμνου και του Κρασίου του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου. Τόσο μάλλον, που ο βασικότερος συνδετικός κρίκος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, ο εμβληματικός και πολύτροπος Κρητικός συγγραφέας, λογοτέχνης και φιλόσοφος, που η εμβέλειά του κάλυψε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.
Η κατάληξη των «Δρόμων Πολιτισμού», που διανύουμε σήμερα θα επικυρώσει αυτοδίκαια και τελεσίδικα τη σχέση αυτή…
* * *
Για τα στοιχεία που στοιχειοθετούν τη σχέση του Ν. Καζαντζάκη με το Κράσι πολλά θα μπορούσαμε να πούμε. Περιορίζομαι, όμως, στα παρακάτω:
Είναι γνωστό ότι το Κράσι ήταν ο τόπος καταγωγής της πρώτης συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη, της λογοτέχνιδας Γαλάτειας Αλεξίου, και ότι κατά τη δεκαετία 1910-1920 ξεκαλοκαίριαζε εκεί ο συγγραφέας. Το ευνοημένο από τη φύση ορεινό χωριό αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες πηγές έμπνευσης και ψυχοπνευματικής ανάπαυσης και ανάτασης για τον Νίκο Καζαντζάκη. Και όχι μόνο αυτού, αλλά και της λογοτεχνικής συντροφιάς του, που απαρτιζόταν από σημαντικούς πνευματικούς προσκεκλημένους του, όπως ο Μάρκος Αυγέρης, η Έλλη Αλεξίου, ο Λευτέρης Αλεξίου, ο Κώστας Βάρναλης ή ο Νίκος Βέης. Είναι πολύ ισχυρή η σημειολογία του εντοιχισμού τριών προσωπογραφιών -του Ν. Καζαντζάκη και των δύο τελευταίων- στο μεσαίο τόξο της εμβληματικής πέτρινης θολωτής βρύσης του χωριού.
Τον φανταζόμαστε, όπως άλλωστε μαρτυρείται, κάτω από το βαθύ ίσκιο του πελώριου και αιωνόβιου πλάτανου της κεντρικής πλατείας, τοπόσημου και ταυτοτικού στοιχείου του χωριού, να διαβάζει, να μελετά και να επεξεργάζεται στις μυλόπετρες του νου του και στα πλατιά φύλλα της καρδιάς του τις «πρώτες ύλες» της συγγραφής του, μετατρέποντάς τις σε αιώνια πνευματικά έργα…
Ποια όμως είναι τα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία της ισχυρής συγγενοποίησης των δύο τόπων;
Μα ποια άλλα εκτός από τη μάνα που τον γέννησε και τον ανέθρεψε μέχρι τα επτά του χρόνια και το περιβάλλον του Κρυονερίου, όπου συνέβησαν αυτά τα τόσο καθοριστικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου σύμφωνα με τους ψυχοπαιδαγωγούς;
* * *
Η άσημη μάνα του διάσημου αργότερα Ν. Καζαντζάκη, η Μαργή Χριστοδουλάκη, ήταν το δωδέκατο παιδί του Ασσυρωτιώτη Γεωργίου Χριστοδουλάκη και της Σισανής Ελένης Ρασούλη.
Η όμορφη Μαργή δεν βύζαξε μόνο γάλα το Νίκο, το πρωτότοκο παιδί που απέκτησε μόλις στα εικοσιένα της από το γάμο της με το Μιχάλη Καζαντζάκη [(1856-1932), τον έμπορο και κτηματία από τους Βαρβάρους (σημερινή Μυρτιά) Πεδιάδος Ηρακλείου].
Μέσα από τα νανουρίσματά της ή το σιγοτραγούδισμά της την ώρα της λάτρας του σπιτιού ή της ύφανσης στον αργαλειό εναπέθετε το σπόρο της ποίησης και της μουσικότητας στην ψυχή του λατρευτού σπλάχνου της.
Με τα λαϊκά παραμύθια που του αφηγούνταν λίγο αργότερα «για να τρώει το φαΐ του» η στις κρύες νύχτες του χειμώνα και μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης του ενστάλαξε το μυθοπλαστικό σπόρο, που θα βλαστήσει θα καλοκορμίσει, θα πολυκλαδίσει, θα πολυκαρπίσει και προπαντός θα ευκαρπίσει μυθιστορηματικά.
Και όλα αυτά χωρίς φυσικά να έχει καμιά αίσθηση ή διαίσθηση για τη συμβολή της στην επώαση και εκκόλαψη του έργου του γιού της, για τον οποίον θα μίλαγε κάποτε όλος ο κόσμος και μαζί του θα μνημονευόταν και εκείνη η ταπεινή, η αγράμματη μάνα των απλών λέξεων και των σεμνών νοημάτων. Η αγράμματη αλλά όχι αμόρφωτη μάνα!
O ίδιος ο Καζαντζάκης επηρεασμένος από την ψυχανάλυση δίνει μεγάλη σημασία στην παιδική του ηλικία: «…Στορώ με λεπτομέρειες την παιδική μου ηλικία, όχι γιατί είναι μεγάλη η γοητεία από τις πρώτες θύμησες, παρά γιατί στην ηλικία αυτή, όπως και στα ονείρατα, ένα ασήμαντο φαινομενικά περιστατικό ξεσκεπάζει, όσο καμιά αργότερα ψυχολογική ανάλυση, χωρίς φτιασίδια, το αληθινό πρόσωπο της ψυχής». («Αναφορά στον Γκρέκο»)
* * *
Ο Ν. Καζαντζάκης είναι ένας… τροφοσυλλέκτης της ιστορίας, ελληνικής -τοπικής ή εθνικής- και παγκόσμιας, ένας ευαίσθητος παλμογράφος των αλληλοδιαδεχόμενων γεγονότων της εποχής του και κυρίως η ηχώ, η συνήχηση ή η αντι-ήχηση των πολιτικών και ιδεολογικών αντιθέσεων και αντιφάσεων του 20ού αιώνα, που λειτούργησαν ως κινητήρια δύναμη για την πνευματική του δημιουργία.
Μέσα, όμως, στις δημιουργικές επιδράσεις του μικρόκοσμου του μικρού Καζαντζάκη πρέπει ασφαλώς να εντάξουμε -αν όχι να προτάξουμε- και την έντονη αντίθεση μεταξύ της ήπιας και στωικής μητέρας του και του υπερβολικά αυστηρού πατέρα του Μιχάλη Καζαντζάκη, που τον περιγράφει μεταπλασμένο λογοτεχνικά στο έργο του «Ο Καπετάν Μιχάλης», που ο αρχικός του τίτλος ήταν «Mon Pere» ( «ο πατέρας μου»).
Πιο άμεσα, στο έργο του «Συμπόσιον» γράφει: «Δε θυμούμαι ποτέ να μου ’πε λόγο τρυφερό, ποτέ να με χαδέψει. μου παρέδινε τη φλόγα της γενεάς αγέλαστος, σκληρός και με πρόσταζε να τους ξεπεράσω όλους σε δύναμη, σε περηφάνια και σε πείσμα…». Επίσης, στην «Αναφορά στο Γκρέκο» γράφει: «Ο πατέρας μου σπάνια μιλούσε, δε γελούσε, δε μάλωνε - κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια του ή έσφιγγε τη γροθιά του, κι αν τύχαινε να κρατάει πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάχτυλά του και το έκανε σκόνη (...) βαρύσκιωτος, αβάσταχτος».
Αντίβαρο στον βαρύ και οργίλο πατρικό χαρακτήρα, θα είναι η μητρική στοργή. Στην «Αναφορά στο Γκρέκο» λέει για τη μητέρα του:
«Η μάνα μου ήταν μια άγια γυναίκα. Πώς μπόρεσε πενήντα χρόνια (...) να νιώθει πλάι της την αναπνοή του Λιόντα (...)Είχε την υπομονή και τη γλύκα της γης. Ποτέ δεν είχα δει την μάνα μου να γελάει - χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους, γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη».
* * *
Επίσης στην «Αναφορά στο Γκρέκο» (το τελευταίο -θυμίζω- έργο του και απολογισμό της ζωής του στο συμπατριώτη του Δομίνικο Θεοτοκόπουλο), γράφει: «Μια λέξη πάντα, σε όλη μου τη ζωή, με τυραννούσε και με μαστίγωνε· η λέξη Ανήφορος». Και παρακάτω «Τι φοβερός Ανήφορος από τον πίθηκο στον άνθρωπο, από τον άνθρωπο στο Θεό»!
Αλλά και στην «Ασκητική» του επισημαίνει: «Στο Σύμπαν δυο δρόμοι υπάρχουν: Ο Ανήφορος, που οδηγεί στη Αθανασία και ο Κατήφορος, που οδηγεί στο Θάνατο… Ακολούθα μόνο τον Ανήφορο. Έτσι ξεκινά η Πορεία… Ο Θεός ανεβαίνει τον Ανήφορο… Χρέος μας να ακολουθούμε το Θεό στην Ανηφόρα».
Σ’ αυτό τον ανήφορο είχε συμπάσχοντα συνοδοιπόρο την άυλη παρουσία της μητέρας του, τη μορφή της οποίας είχε κλείσει αναλλοίωτη στην καρδιά του μαζί με τις παιδικές αναμνήσεις του από τη συμβίωσή τους, προβάλλοντας τον παρελθοντικό χρόνο στον παροντικό του.
Και δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα με τη μορφή της μάνας του τον ακολουθούσε στον ανήφορό του ο παιδικός του φόβος για την εγκατάλειψη της μητρικής αγκαλιάς, όπως προαναφέρθηκε.
Ούτε είναι τυχαία η τόσο βαριά βίωση του πένθους από την απώλειά της. Τον Απρίλιο του 1950, σε γράμμα του προς τον εμβληματικό Ρεθυμνιώτη συγγραφέα και λογοτέχνη Παντελή Πρεβελάκη, με τον οποίο τον συνέδεε μια μακρόχρονη και αγνή σχέση φιλίας και σχέση «διδάχου» και μαθητή, εκμυστηρεύεται: «Δεν περνά νύχτα και μέρα να μην έχω αμίλητα καρφωμένο το νου μου στον πρώτο θάνατο του Μάρτη του 1932, (θάνατο της μάνας του), που με χτύπησε και μου ράισε την καρδιά. Μεγαλύτερος πόνος στον κόσμο δεν υπάρχει» .
Όλα αυτά, βέβαια, καθόλου δεν υποβαθμίζουν την επίδραση του δυναμισμού ή της αγριάδας του πατέρα του στις στάσεις και αντιστάσεις της ζωής του. Δεν είναι τυχαίο ότι δανείζει, όπως προανέφερα, το πρόσωπο του ίδιου του τού πατέρα στον κεντρικό ήρωα του κορυφαίου μυθιστορήματός του «Καπετάν Μιχάλης», πολλές από τις εμβληματικές σκηνές του οποίου, βέβαια, εκτυλίσσονται κάτω από τη σκιά του αιωνόβιου πλατάνου του χωριού και γύρω από το βουνό Σελένα.
Απλώς εδώ το θέμα μου έχει άλλο κεντρικό πυρήνα…
* * *
Καλότυχος ο μαγευτικός τόπος του Κρυονερίου (πρ. Ασσυρώτων) Μυλοπο-τάμου Ρεθύμνου που αξιώθηκε να δεχτεί και να συντροφιάσει τις προτομές του Νίκου Καζαντζάκη και της μάνας του Μαργής προ επταετίας σε μια λαμπρή τελετή (Κυ. 20 Οκτωβρ.2019) ως επαναπατριζόμενους. Ο τόπος που πρωτοαντίκρυσαν και φωτογράφησαν τα μάτια του συγγραφέα επενδύοντας εικονογραφικά και φυσιολατρι-κά στο μέλλον. Ο τόπος και η μάνα που συνδιαμόρφωσαν τη λειτουργία του Καζαντζάκη ως… μέλισσας.
Καλότυχος και ο μαγευτικός αυτός τόπος του Κρασίου, για τους λόγους που προανέφερα και κυρίως επειδή πρόσφερε αφειδώς το… νέκταρ που ο Νίκος Καζαντζάκης ως πολυσυλλεκτική μέλισσα «τρυγούσε», μετουσιώνοντάς το σε… λογοτεχνικό μέλι.
Καλότυχοι και οι δύο παραδεισένιοι τόποι που έχουν την τύχη να αδελφοποιηθούν, χάρη στις άοκνες προσπάθειες Ανθρώπων αξιόλογων, φιλοπρόοδων, οραματιστών…
Σήμερα, στην αδελφοποιητική… κράση που γίνεται εδώ στο Κράσι, με κρασί και νερό κάνουμε χοές και σπονδές και αφήνουμε το βλέμμα μας να αναρριχηθεί στον εμβληματικό ιστορικό πλάτανο προς τον ουρανό, μαζί με την ευχή μας: Η αδελφοποίηση των δύο τόπων να «πιάσει τόπο» συν-γράφοντας Ιστορία, με στόχο, όπως αναγράφεται στην αφίσα του σημερινού φεστιβάλ, «την επανασύνδεση του ανθρώπου με τον τόπο, τη φύση, τον πολιτισμό»...
1. Διαβάστηκε στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Τεχνών & Πολιτισμού «ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», που πραγματοποιήθηκε στο Κράσι Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου στις 16 Αυγούστου 2026.
ΦΩΤΟ:
Ο Νίκος Καζαντζάκης και η μητέρα του Μαργή
Οι προτομές Ν. Καζαντζάκη και Μαργής στο Κρυονέρι Ρεθύμνου
Ο ιστορικός πλάτανος στο Κράσι Ηρακλείου.
