Η παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση με το Ιράν αρχίζει να δοκιμάζει σοβαρά τα αποθέματα προηγμένων πυρομαχικών των Ηνωμένων Πολιτειών, προκαλώντας ανησυχία για την ικανότητα της χώρας να αποτρέψει ή ν' αντιμετωπίσει παράλληλες απειλές από την Κίνα και τη Ρωσία.
Οι ΗΠΑ έχουν μεταφέρει τόσο μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών στη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα η απώλεια διαθέσιμης ισχύος πυρός επηρεάζει πλέον τον αμερικανικό σχεδιασμό σε άλλες, κρίσιμες περιοχές του πλανήτη. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση των αποθεμάτων στην Ευρώπη, όπου οι διαθέσιμοι αναχαιτιστικοί πύραυλοι PAC-3 για τα συστήματα αεράμυνας Patriot και οι πύραυλοι εδάφους-εδάφους ATACMS χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς αξιωματούχους «πέρα από το κρίσιμο επίπεδο».
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τα συγκεκριμένα οπλικά συστήματα θεωρούνται καθοριστικά τόσο για την προστασία αμερικανικών δυνάμεων και βάσεων όσο και για την υποστήριξη των συμμάχων της Ουάσινγκτον. Οι Patriot χρησιμοποιούνται για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων και άλλων εναέριων απειλών, ενώ οι ATACMS επιτρέπουν πλήγματα σε στόχους που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση.
Για την ενίσχυση των επιχειρήσεων κατά του Ιράν, η Ουάσινγκτον έχει μετακινήσει πυρομαχικά και συστήματα αεράμυνας από αποθέματα που βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ιαπωνία, στη Νότια Κορέα και στη Γερμανία. Η ανακατανομή αυτή έχει δημιουργήσει κενά σε περιοχές, οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο του στρατηγικού ανταγωνισμού με τη Ρωσία και την Κίνα.
Στους κόλπους του αμερικανικού Πενταγώνου εντείνονται οι φόβοι ότι, εάν ξεσπάσει νέα κρίση στην Ασία ή την Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να μη διαθέτουν τις ποσότητες πυρομαχικών που προβλέπουν τα επιχειρησιακά τους σχέδια.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ταϊβάν. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα χρειάζονταν σημαντικό αριθμό πυραύλων και αναχαιτιστικών συστημάτων σε περίπτωση σύγκρουσης με την Κίνα, την ώρα που το Πεκίνο συνεχίζει να ενισχύει τις στρατιωτικές του δυνατότητες και να αυξάνει την πίεση γύρω από το νησί.
Ανάλογες ανησυχίες καταγράφονται και στην Ευρώπη, όπου το ΝΑΤΟ επιχειρεί να διατηρήσει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στη Ρωσία. Η Συμμαχία υποστηρίζει ότι η συνολική αμυντική της στάση παραμένει ισχυρή, ωστόσο η μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων περιορίζει τα περιθώρια ταχείας αντίδρασης, σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.
Επιπτώσεις και στον ανεφοδιασμό της Ουκρανίας
Η πίεση στα αμερικανικά οπλοστάσια επηρεάζει και τη δυνατότητα συνέχισης της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία. Το Κίεβο έχει επανειλημμένα ζητήσει περισσότερα συστήματα αεράμυνας και πυραύλους Patriot, καθώς αντιμετωπίζει εντεινόμενες ρωσικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Όσο περισσότερα αμερικανικά συστήματα και πυρομαχικά κατευθύνονται στη Μέση Ανατολή, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση Τραμπ να καλύψει ταυτόχρονα τις ανάγκες της Ουκρανίας και των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ και το Πεντάγωνο διαβεβαιώνουν δημοσίως ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή αποθέματα για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στους συμμάχους της. Εσωτερικές εκτιμήσεις, ωστόσο, περιγράφουν μια πιο ανησυχητική εικόνα, ιδιαίτερα ως προς ορισμένες κατηγορίες προηγμένων πυραύλων.
Το «βιβλίο παραγγελιών» του Πενταγώνου
Την ανακατανομή των πυρομαχικών επιβλέπει ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, μέσω ενός συστήματος γνωστού ως «βιβλίο παραγγελιών», το οποίο εντάσσεται στις πάγιες διαδικασίες του Πενταγώνου. Μέσω αυτού καθορίζεται ποιες στρατιωτικές διοικήσεις θα λάβουν κατά προτεραιότητα τα διαθέσιμα όπλα και πυρομαχικά.
Η διαδικασία αυτή έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς οι ανάγκες στη Μέση Ανατολή ανταγωνίζονται πλέον ευθέως τις απαιτήσεις των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη και στον Ινδοειρηνικό.
Παράλληλα, οι παρατεταμένες αναπτύξεις προσωπικού και οπλικών συστημάτων αυξάνουν την πίεση στη συνολική στρατιωτική ετοιμότητα των ΗΠΑ. Η παραγωγή προηγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων απαιτεί χρόνο, ενώ οι γραμμές παραγωγής δεν μπορούν να αναπληρώσουν άμεσα τις ποσότητες που καταναλώνονται στις επιχειρήσεις.
Η Ουάσινγκτον επιχειρεί ταυτόχρονα να εντείνει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, ώστε να αποφύγει μια ακόμη μεγαλύτερη και μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει κυρώσεις και άλλα οικονομικά μέτρα, που αποσκοπούν στο να αναγκάσουν το Ιράν να μεταβάλει τη στάση του.
Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν, ωστόσο, ότι η οικονομική πίεση μπορεί να προκαλέσει νέα ιρανική αντίδραση και να οδηγήσει σε περαιτέρω πολεμική κλιμάκωση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι ανάγκες για αναχαιτιστικά συστήματα και πυρομαχικά θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο.
Το πρόβλημα υπερβαίνει, επομένως, τα όρια της σύγκρουσης με το Ιράν. Αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής, η οποία βασίζεται στη δυνατότητα των ΗΠΑ να διαχειρίζονται ταυτόχρονα κρίσεις σε διαφορετικά μέτωπα.
Με τη Μέση Ανατολή να απορροφά ολοένα περισσότερους στρατιωτικούς πόρους, η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με το ερώτημα εάν μπορεί πράγματι να διατηρήσει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία, στηρίζοντας παράλληλα την Ουκρανία.
protothema.gr
