Η συμφωνία κατοχής της Κρήτης μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας, ήρθε στις 3 Φεβρουαρίου 1897.Η αρχική κατάληψη των παραλιακών πόλεων και οικισμών της Κρήτης, επεκτάθηκε με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού κατοχής υπό τον Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο (Σεπτέμβριος 1836 - Οκτώβριος 1929), σ’ ολόκληρη την ενδοχώρα, χωρίς να υπάρξει αντίδραση από τον χριστιανικό πληθυσμό, ο οποίος είχε υποστεί τις μεγαλύτερες καταστροφές και επιζητούσε προστασία. Το κενό εξουσίας, οι διοικητικές δυσλειτουργίες, οι καταστροφές των επαναστατικών αναταραχών, καθώς και ο φόβος της αναρχίας-φόβος αμοιβαίος για Χριστιανούς και Μουσουλμάνους-προκάλεσαν την υποχώρηση του ενωτικού αιτήματος και τη δρομολόγηση από το Μάρτιο του 1897 της αυτονομίας της Κρήτης. Η προκήρυξη των πολυεθνικών ενόπλων Δυνάμεων προς τους κατοίκους της Κρήτης στις 5/17 Μαρτίου 1897 ανέφερε μεταξύ άλλων «[…]αι Μεγάλαι Δυνάμεις έχουσιν λάβει την αμετάκλητον απόφασιν να εξασφαλίσωσι την πλήρη αυτονομίαν της Κρήτης, υπό την επικυριαρχίαν του Σουλτάνου[…]». Παρέμεινε, όμως, μετέωρο το αίτημα για την αποχώρηση του τουρκικού στρατού, πράξη που θα μετέβαλε την οθωμανική επικυριαρχία σε κενό γράμμα.
Τα γεγονότα της 25 Αυγούστου 1898 στο Ηράκλειο προκάλεσαν ενίσχυση των δυνάμεων κατοχής.[1] Το Ηράκλειο σημαδεύτηκε τότε από ένα βίαιο πογκρόμ Οθωμανών μουσουλμάνων κατά των χριστιανών κατοίκων, που οδήγησε στο θάνατο εκατοντάδες άτομα (χριστιανούς και Βρετανούς στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένου του Βρετανού Υποπροξένου) και στην καταστροφή μέρους της πόλης, επιταχύνοντας το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη.
Στο Ρέθυμνο στο ένα τάγμα πυροβολικού, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Τομασέβσκυ, μαζί με ένα τάγμα του 14ου συντάγματος των σκοπευτών, με διοικητή τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Δε Χιόστακ (Σοστάκ), που βρίσκονταν από το Μάρτιο του περασμένου χρόνου στο Ρέθυμνο, προστέθηκαν καινούργιες δυνάμεις.[2] Στις 12 Οκτωβρίου αναχώρησε από την Οδησσό εκστρατευτικό σώμα με δύναμη ενός συντάγματος υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Βαρόνου Κενέ. Ανάμεσα στους στρατιώτες, πριν καν ξεκινήσουν την κάθοδο στο Ρέθυμνο, υπήρχε διάχυτη η ιδέα της σταυροφορίας «[…]εμπρός διά την χριστιανικήν ιδέαν, διά την απελευθέρωσιν των ορθοδόξων αδελφών[…]».[3] Η ισχυροποίηση των δυνάμεων κατοχής δημιούργησε de facto τις αναγκαίες εκείνες προϋποθέσεις για την καθολική ανάληψη κάθε εξουσίας από τις δυνάμεις κατοχής στις υπό την αρμοδιότητά τους περιοχές της Κρήτης. Το κενό εξουσίας πληρώθηκε από μια στρατιωτικοπολιτική διοικητική μηχανή, που είχε ως σημείο αναφοράς το συμβούλιο των Ναυάρχων και τις στρατιωτικές διοικήσεις στις τέσσερις ζώνες κατοχής.[4] Το προσωρινό της κατάστασης, μέχρι το διορισμό του Ύπατου Αρμοστή και την ενεργοποίηση της Αρμοστείας, δεν αναιρούσε τις διαδικασίες για την επιβολή ενός αυταρχικού και συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης, κάτω από την απειλή της στρατιωτικής επέμβασης.[5] Η επιτακτική ανάγκη επιβολής της τάξης και η αποτροπή της κοινωνικής αναρχίας δικαιολογούσαν ως ένα βαθμό τη δεσποτική διοίκηση, αλλά η υπέρβαση κάποιων ορίων, χωρίς την αντίδραση του χριστιανικού πληθυσμού έδειχνε με αποκαλυπτικό τρόπο τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την τραγικότητα των καταστάσεων.
Η δική μας ιστορία ξεκινά τον Οκτώβριο του 1898 στην πόλη του Ρεθύμνου. Εκεί κατά το φθινόπωρο του 1898 υπήρχαν ισχυρές δυνάμεις του Αυτοκρατορικού Ρωσικού Στρατού, που αποτελούνταν από ένα σύνταγμα πεζικού, ένα τμήμα πυροβολικού με οχτώ τηλεβόλα, ένα τμήμα πολεμικής χωροφυλακής και εκατό Μαυροβούνιους της βασιλικής φρουράς.[6] Η απέραντη χαοτική ασιατική δύναμη που άκουγε στο όνομα αγία και μεγάλη αυτοκρατορική Ρωσία έστειλε και αυτή τη δική της «αντιπροσωπεία» για την δια της στρατιωτικής ισχύος άσκησης της εξουσίας στο Νομό Ρεθύμνης και την προπαρασκευή του εδάφους για την κάθοδο και ανάληψη της εξουσίας από τον Ύπατο Αρμοστή, δηλαδή, για την δια της αυτονομίας επίλυσης του Κρητικού Ζητήματος. Το παρόν σημείωμα θα προσπαθήσει να αναδείξει και να παρουσιάσει εκείνες τις πτυχές της ρωσικής κατοχικής διοίκησης στο Νομό Ρεθύμνης, που υπήρξαν χαρακτηριστικές των μηχανισμών άσκησή της, του τρόπου διοίκησης και της γενικότερης στρατηγικής που ακολούθησαν οι ρωσικές δυνάμεις. Τα ερωτήματα που τίθενται αφορούν το πώς στήνεται ο κατοχικός μηχανισμός, ποια ήταν η σχέση του με την τοπική κοινωνία Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ποια η πολιτική πρακτική του και τα όρια του ελέγχου του. Ως terminus ante quem των παραπάνω ερωτημάτων ορίζεται η 12η Ιουλίου 1899, οπότε και έγινε η απεμπλοκή των Ρώσων από την πολιτική διοίκηση του νομού. Η εποχή δράσεως του στρατού κατοχής συνεχίστηκε μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 1899, ημερομηνία αναχώρησης του 1ου τάγματος του 59ου συντάγματος «Λιούμπλιν» για την Οδησσό, με επικεφαλή τον διοικητή των δυνάμεων κατοχής του Ρεθύμνου συνταγματάρχη Θεόδωρου ντε Χιόστακ.[7]
Στο Ρέθυμνο έκανε την εμφάνισή της όχι η “ασιανίζουσα” Ρωσία,η πάσχουσα και διεφθαρμένη, με τα ηφαιστειακά σπλάχνα της να προαναγγέλλουν την κοντινή έκρηξη,αλλά η “ευρωπαίζουσα” όψη της δεσποτικής Ρωσίας.Παρουσιάστηκε μια στρατιωτική αριστοκρατία ανώτερων αξιωματούχων με επικεφαλή τον Χιόστακ, χωρίς έκδηλα τα συμπτώματα της ρωσικής άρχουσας τάξης. Ο τοπικός τύπος εξήρε σε κάθε ευκαιρία το κοινωφελές έργο του Χιόστακ, τη φιλάνθρωπο διάθεση των Ρώσων αξιωματικών, τα δημόσια έργα της διοίκησης, τους ωραίους τρόπους συμπεριφοράς και ότι «κατά τό χρονικόν διάστημα της ενταύθα παραμονής του ρωσικού στρατού δέν έλαβεν χώραν το ελάχιστον παράπτωμα προς πολίτην ανεξαρτήτως θρησκεύματος σπάνιον και είς στρατούς ευρωπαικών κρατών».[8] Η εικόνα αυτή της Ρωσικής διοίκησης περιοριζόταν μόνο στο πεδίο των λόγων και όχι της καθημερινής πολιτικής πρακτικής. Δεν αμφιβάλουμε ότι η διοίκηση κατοχής μερίμνησε για την πόλη και ανέπτυξε ωφέλιμη δραστηριότητα· εξωραϊσμός της πόλης, βελτίωση της υγειονομικής κατάστασης, ίδρυση αγαθοεργού ταμείου παροχής βοήθειας στους φτωχούς, οδοποιία, ανέγερση και επισκευή κτιρίων.[9] Και οι «ημερήσιαι διατάξεις» εξέφραζαν την απόφαση του Χιόστακ για πολιτική «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα στο χριστιανικό και το μουσουλμανικό στοιχείο και ως προς τη μη ένδειξη μεροληπτικής συμπεριφοράς των για τη διατήρηση της τάξεως κατασταλτικών μηχανισμών και ως προς την προστασία και παροχή υπηρεσιών στις δύο κοινότητες, που είχαν τα όπλα «παρά πόδας» και όχι σπάνια «εφ’ όπλου λόγχην».[10]
Η ρωσική στρατιωτική διοίκηση ανέλαβε το δύσκολο έργο να επιβληθεί και να ελέγξει μια κοινωνία όπλων, στην οποία εκδηλώνονταν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε δύο αλλόθρησκες κοινότητες. Η πολιτική της χωρίς διακρίσεων διοίκησης του νομού, αφενός δεν εξασφάλιζε μια πειθαρχημένη συμπεριφορά χριστιανών και μουσουλμάνων, αφετέρου δεν συμφωνούσε με την πάγια πολιτική πρακτική του ρωσικού στρατού κατοχής να προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τους χριστιανούς κατοίκους του νομού. Ο σταθερός προσανατολισμός της πολιτικής διοίκησης προς τους ομόδοξους χριστιανούς Κρήτες σε βάρος της οθωμανικής κοινότητας της πόλης μπορεί να μην αποκαλυπτόταν άμεσα στις «ημερήσιες Διατάξεις», στα επίσημα κείμενα και στις διακηρύξεις προς το ντόπιο πληθυσμό, όμως, υπήρξε ο κεντρικός άξονας των περισσότερων διοικητικών μέτρων, κάθε εκδήλωσης και επέμβασης του κατοχικού στρατού. Η γενικότερη υποστήριξη των ομόδοξων Ρώσων προς τους Χριστιανούς κατοίκους, αν και οι τελευταίοι αποτελούσαν τη μειοψηφία του πληθυσμού του αστικού χώρου (με την απογραφή του 1900 υπήρχαν στην πόλη 5575 Μουσουλμάνοι και 3717 Χριστιανοί)[11] εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, από το Μάιο του 1897. Τότε, στις 19 Μαΐου, ο διοικητής Χιόστακ, ο υποπρόξενος της Ρωσίας Γεώργιος Ιωσήφ Χατζηγρηγοράκης αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν τον πρώτο -από τους συνολικά, μέχρι τις 31 Ιουλίου 1897, επτά-στρατιωτικό περίπατο με σκοπό να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του επαναστατημένου χριστιανικού πληθυσμού και να τον πείσουν να δεχτεί την αυτονομία. Σε κάθε χωριό της πορείας οι Ρώσοι επισκέπτονταν τις βεβηλωμένες και καμένες εκκλησίες, παρουσία του ντόπιου πληθυσμού, που ζητωκραύγαζε υπέρ της Α. Α. Μ. του Νικολάου Β΄.[12] Έγινε, λοιπόν φανερό για τον πληθυσμό της κατεστραμμένης ενδοχώρας ότι μπορούσε να στηριχτεί στην Ορθόδοξη Ρωσία, γεγονός που επέδρασε άμεσα, αφενός στην αποδοχή της αυτονομίας και αφετέρου στη χωρίς αντιδράσεις δημιουργία ενός συγκεντρωτικού διοικητικού συστήματος διαχείρισης των πηγών πλουτισμού φυλετικά και ταξικά προσδιορισμένου.
Ο Χιόστακ επιδίωξε με κάθε τρόπο να κερδίσει την υποστήριξη του ορθόδοξου πληθυσμού της πόλης, ο οποίος ζητούσε «άμεσα ανταλλάγματα», δηλαδή, ήθελε μια διοίκηση που να διευκόλυνε και ενίσχυε την επικράτηση των Χριστιανών πάνω στο μουσουλμανικό στοιχείο. Ο κατάλογος των δημοσίων υπαλλήλων της διοίκησης Ρεθύμνου δείχνει μια σαφή ενίσχυση των Χριστιανών σε σύγκριση με τις προεπαναστατικές συνθήκες αλλά και την πληθυσμιακή αναλογία. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το γραφείο της Διοίκησης και το λογιστήριο στελεχώθηκαν αποκλειστικά με Χριστιανούς και, φυσικά με Ρώσους, ενώ στο τελωνείο Ρεθύμνου οι θέσεις ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς ήταν μοιρασμένες (8 και 8).[13] Στα υποτελωνεία Καστελίου, Αγίας Γαλήνης και Δαμνωνίου όλοι οι διορισμένοι υπό τη ρωσική διοίκηση υπάλληλοι ήταν Χριστιανοί. Χριστιανοί εισέπρατταν και το φόρο της δεκάτης, πάνω στον οποίον στηρίχθηκε μεγάλο μέρος της δημοσιονομικής πολιτικής των Ρώσων.[14]
Ο διοικητικός μηχανισμός που δημιούργησαν οι Ρώσοι εξοβέλισε σ’ ένα μεγάλο βαθμό τη μουσουλμανική άρχουσα τάξη του Ρεθύμνου από τα πεδία εξουσίας και ανέδειξε μια διοικητική αριστοκρατία ρεθεμιωτών από τα ανώτερα αστικά στρώματα. Οι Ρώσοι πλήρωσαν ένα κενό εξουσίας και εκμεταλλεύτηκαν την ασάφεια των ορίων της πολιτικής εξουσίας. Έτσι είχαν τη δυνατότητα να ενισχύσουν εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θα μπορούσαν να τους είναι χρήσιμα στο να ασκούν την εξουσία με μεγαλύτερη ευκολία ή καλύτερα με μεγαλύτερη αυθαιρεσία. Όπως θα δούμε παρακάτω, τα πεδία της αυθαιρεσίας εις βάρος του μουσουλμανικού στοιχείου ήταν πολλά. Ακόμα και το φαινομενικό πλεονέκτημα των Οθωμανών να ελέγχουν το δημοτικό συμβούλιο με δήμαρχο τον Γιουσούφ Βέη Αληγιατζιδάκη, ακυρωνόταν από την πολιτική υποβάθμισης του ρόλου της δημοτικής αρχής, που εκπορευόταν από ένα συγκεντρωτικό και αυταρχικό σύστημα διοίκησης. Άλλωστε, ήδη από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 1898 η θέση των Χριστιανών μέσα στο δημοτικό συμβούλιο είχε βελτιωθεί (από τους οκτώ δημοτικούς συμβούλους οι τέσσερις ήταν Χριστιανοί, καθώς και ο πάρεδρος Δημήτριος Λεφάκις).[15] Η συρρίκνωση του μουσουλμανικού στοιχείου ενισχύθηκε με την αποχώρηση του τουρκικού στρατού και την μεροληπτική επιβολή της έννομης τάξης στους μουσουλμάνους κατοίκους.
Στις 31 Οκτωβρίου 1898 οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το φρούριο της πόλης (Φορτέτζα), διώχνοντας όχι μόνο την μικρή τουρκική φρουρά, αλλά και τους μωαμεθανούς κατοίκους της, τις οικίες των οποίων κατέλαβαν χριστιανοί.[16] Η συνεργασία των Ρώσων με τους Χριστιανούς δεν περιορίστηκε μόνο στο να αγνοεί προκλητικά το μουσουλμανικό στοιχείο. Προχώρησε ακόμα περισσότερο, στη δημιουργία ενός κλίματος τρομοκρατίας και ανασφάλειας παρά τις διαβεβαιώσεις των «ημερησίων διατάξεων» και των ανακοινώσεων του τύπου για «πολιτική ίσων αποστάσεων». Σε τακτά χρονικά διαστήματα ο ικανός διοικητής Χιόστακ με την τακτική των προκηρύξεων καθησύχαζε τον ανάστατο και υπό διωγμόν μουσουλμανικό πληθυσμό. Στις 21 Μαΐου 1899, για παράδειγμα, ο Χιόστακ προειδοποιούσε ότι «όστις ενεργεί εναντίον των Μουσουλμάνων ενεργεί εναντίον του Υπάτου Αρμοστού».[17] Παρά τις προειδοποιήσεις οι καταγγελίες των μουσουλμάνων προς το ρωσικό στρατιωτικό δικαστήριο για καταστροφές ελαιοδέντρων πλήθαιναν, χωρίς αυτό να προκαλεί την κινητοποίηση των ρωσικών αρχών. Η παράκαμψη των διαταγών από τους χριστιανούς έμενε ατιμωρητί από την με δικαστικές αρμοδιότητες στρατιωτική επιτροπή. Μόνο στις 19 Νοεμβρίου 1898 η στρατιωτική επιτροπή συνήλθε για να δικάσει 28 χριστιανούς με την κατηγορία της κοπής και καταστροφής ελαιών και βελανιδιών. Οι ποινές κυμάνθηκαν από 8 έως 11 μήνες φυλάκιση.[18] Στις 26 Νοεμβρίου 1898 ο για φόνου μουσουλμάνου κατηγορούμενος Δημήτριος Λιάπης καταδικάστηκε σε 6 χρόνια καταναγκαστικών έργων , αλλά με πρόταση της Α.Ε του ναυάρχου Σκρύλδωφ η ποινή μειώθηκε σε 5 έτη.[19] Ο ποινικός στρατιωτικός νόμος της Ρωσίας εφαρμόστηκε σ’ όλο το διάστημα της ρωσικής διοίκησης μεροληπτικά σε βάρος ενός διαρκώς συρρικνωμένου μουσουλμανικού στοιχείου.[20]
Ο εκλεκτικισμός και η στρατηγική των διακρίσεων της ρωσικής διοίκησης με τη στήριξη του ορθόδοξου στοιχείου είχε σαν αποτέλεσμα την κοινωνική περιθωριοποίηση των μη εχόντων μουσουλμάνων, τον αποκλεισμό τους από τα πεδία εξουσίας και οικονομικής διαχείρισης χωρίς να έχουν τη δυνατότητα αντίδρασης και διεκδίκησης. Η εποπτεία του χώρου από τις ρωσικές δυνάμεις και τη χωροφυλακή εκμηδένιζε κάθε περίπτωση αντίστασης του ανίσχυρου και εξαθλιωμένου οθωμανικού πληθυσμού. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που οι Ρώσοι στρατιώτες ξυλοφόρτωναν μουσουλμάνους χωρίς αιτία.[21] Και αν κάπου έπρεπε η ρωσική διοίκηση να πληρώσει μουσουλμάνο, είτε δεν το έκανε, είτε του έδινε λιγότερα χρήματα. Ήταν χαρακτηριστικό ότι οι μισθοί των μουσουλμάνων δασκάλων ήταν πολύ κατώτεροι από τους αντίστοιχους μισθούς των χριστιανών διδασκάλων της πόλεως.[22] Οι δαπάνες της διοίκησης σε μισθούς χριστιανών διδασκάλων των σχολείων της πόλης ανέρχονταν στο ποσό των 6,375 γροσίων μηνιαίως, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για τους μουσουλμάνους διδασκάλους ήταν 3,960 γρόσια.[23] Για παράδειγμα, ο Ιωάννης Βογιατζάκης, ελληνοδιδάσκαλος έπαιρνε 720 γρ.(160) φράγκα το μήνα, ενώ ο Αχμέτ Σαμπρής, με τίτλο διευθυντή μόλις 387,30 γρ., αγγίζοντας τους μισθούς των κατώτερων στην ιεραρχία χριστιανών διδασκάλων.
Στις 12 Ιουλίου 1899 ο Χιόστακ παρέδωσε τη διοίκηση του νομού στον Αντώνιο Βορεάδη πρώτο νομάρχη Ρεθύμνης.[24] Η μεγαλύτερη δύναμη του ρωσικού στρατού κατοχής αποχώρησε από το λιμάνι της πόλης και τη Σούδα με προορισμό την Οδησσό. Η παραμονή του τα δύο αυτά χρόνια στο Ρέθυμνο δεν ήταν και τόσο ευχάριστη, όχι όσο παρουσιάστηκε από τον τοπικό τύπο, χριστιανικό στο σύνολό του. Ο Ιωσήφ Κοβάλσκι κάνει λόγο στα «απομνημονεύματά» του για πάνω από εκατό νεκρούς στρατιώτες του κατοχικού στρατού με κύριες αιτίες θανάτου την ελονοσία και τον κοιλιακό τύφο.[25] Οι θάνατοι αυτοί προσδιορίζονταν ανάμεσα στους απλούς στρατιώτες, Ρώσους ορθόδοξους και Πολωνούς καθολικούς. Η μετά το 1899 περίοδος διαμονής των πέντε λόχων του 60ου συντάγματος πεζικού και μιας ομάδας χωροφυλακής υπό τη διοίκηση του νέου αρχηγού του ρωσικού τομέα υποσυνταγματάρχη Κ. Ουρμπάνοβιτς, χαρακτηρίζεται ως περίοδος ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στον πληθυσμό και τα στρατεύματα κατοχής, τουλάχιστον μέχρι το 1904.
[1] Για τις πριν την 25η Αυγούστου 1898 δυνάμεις των κατοχικών στρατευμάτων Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Ministere des Affaires Etrangeres, Documents Diplomatiques, Affaires D’Orient, Autonomie Gretoise, Janvier-Octobre 1898, Paris Imprimerie Nationale, M.DCCC XCVIII, No 69, p.46, οι Ρώσοι διέθεταν δύναμη 1620 ανδρών.
[2] Μιχάλης Τρούλης, “Ρωσικοί στρατιωτικοί περίπατοι στο Ρέθυμνο (19 Μαΐου – 31 Ιουλίου 1897)”, ανάτυπο από το διεθνές επιστημονικό συνέδριο, Η τελευταία φάση του Κρητικού Ζητημάτος, Ηράκλειο, 21-23 Αυγούστου 1998, σ.2.
[3] Εμμανουήλ Ζαμπετάκη, «Οι Ρώσοι στην Κρήτη», Κρητικά Χρονικά , τχ.18(1964), σ. 60-61. Είναι γνωστός ο ρόλος της Ορθοδοξίας ως «Δουρείου Ίππου» ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
[4] Henri Courturier, Η Κρήτη, η θέσις αυτής εξ απόψεως του Διεθνούς Δικαίου, κατά μετάφρασιν αρχιμ. Τιμοθέου Βενέρη, καθηγητού, Ηράκλειον 1912, σ. 188-191.
[5] Affaires D’ Orient, ό.π, Νο144, σ. 97.
[6] Ζαμπετάκης, 1964. ό.π, σ. 60.
[7] Όλγα Σοκολόνσκαυα, «Ρωσικό εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη», ανάτυπο από το συνέδριο «Η τελευταία φάση του Κρητικού Ζητήματος», 1998, ό.π, σ. 2. Για τη γενικότερη πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ανατόλικο Ζήτημα, βλ.G.D. Clayton, Britain and the Eastern Question: Missolongi to Gallipoli, London History studies, Num.8, University of London Press,1971, p.184-192 και Alan Palmer, The decline and fall of the Ottoman Empire, Barnes & Nomble, New York, 1994, κεφ.12.
[8] Επιθεώρησις, Εφημερίς Πολιτική κοινωνική εμπορική και των ειδήσεων, εκδίδεται κατά Σάββατον, υπεύθυνος εκδότης Γ. Παππαδόπετρος, Διευθυντής και Συντάκτης Θεμ. Γ. Παπαδάκης, πρώτο φύλλο 31 Δεκ. 1900, 27 Απριλίου 1902, Ρέθυμνον, εφημερίς των ειδήσεων εκδιδομένη δις της εβδομάδος, διευθυντής και εκδότης Στ. Καλαϊτζάκης, πρώτο φύλλο 24 Νοεμβρίου 1898. Ο ορθόδοξος πληθυσμός αντιμετώπιζε τους Ρώσους ως σωτήρες και η υπέρ της ορθοδοξίας πρακτική των Ρώσων επικαλύπτει και την παραμικρή εκδήλωση δυσαρέσκειας του χριστιανικού στοιχείου τουλάχιστον μέχρι το 1905. Χαρακτηριστικές είναι οι αναμνήσεις του Περβολιανού Γιωργάκη «Καπνουτζή» στο Γιάννης Γ. Κωνσταντουδάκης, «Αναμνήσεις του Περβολιανού Γιωργάκη «Καπνουτζή» από τις τελευταίες επαναστάσεις της Κρήτης και τη Μεταπολίτευση», Κρητολογικά Γράμματα, 13, 1997, σ. 251 κ.ε..
[9] Ημερησίαι Διατάξεις, Πολιτική Διοίκησις και Οικονομική Δικαιοδοσία του Τμήματος Ρεθύμνης, εν Ρεθύμνη, τύποις Στ. Καλαϊτζάκη, 1899, 5 τόμοι. Για διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πολιτική της διοίκησης και τα δημόσια έργα, βλ. Ημερησία διάταξις, αριθ.171, 6 Ιουλίου 1899, αριθ.39, 30 Νοεμβρίου 1898, αριθ.5, 6 Μαΐου 1899, αριθ.12, 14 Μαΐου 1899, αριθ.127, 18 Μαΐου 1899. Επίσης, Σοκολόνσκαϊα, 1998, ό.π, σ. 2.
[10] Ημερήσια Διάταξις, αριθ.1, 23 Οκτωβρίου 1898, παράρτημα αριθ. 8.
[11] Ευγενία Μπουρνόβα, Εξέλιξη του πληθυσμού, Ρέθυμνο 1898-1913. Από την Αυτονομία στην Ένωση, επετειακή έκδοση Δήμου Ρεθύμνης, 1898.
[12] Τρούλης, 1998, ό.π..
[13] Ημερ. Διάταξις, αριθ.1, 23 Οκτ. 1898, παράρτημα αριθ. 4. Επίσης, Ζαμπετάκης, 1964, ό.π, σ.70.
[14] Ημερ. Διάταξις, αριθ.5, 27 Οκτ. 1898, παράρτημα Α9.
[15] Ημέρ. Διάταξις, αριθ.2, 24 Οκτ. 1898, Ζαμπετάκη, 1964, ό.π, σ.70.
[16] Ζαμπετάκης, 1964, ό.π, σ. 56-57. Ο Ζαμπετάκης δημοσίευσε στο άρθρο αυτό το «Απομνημονεύματα Ι. Κοβάλσκι, Ρέθυμνον 1930. Ο Ιωσήφ Κοβάλσκυ υπήρξε ανθυπολοχαγός του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού, μέλος της δύναμης κατοχής από το 1898 έως το 1900. Για την ζωή του Κοβάλσκυ δες, Μαρία Τσιριμονάκη, Εν Ρεθύμνω. Αφηγήματα, Ρέθυμνο 1997, σ. 78-83.
[17] Ημερ. Διάταξις, αριθ.130, 21 Μαΐου 1899.
[18] Ημερ. Διάταξις, αριθ.31, 22 Νοεμβ. 1898. Επίσης εφημερίδα Ρέθυμνον, 28 Νοεμβρίου 1898.
[19] Ημερ. Διάταξις, αριθ.35, 26 Νοεμβ. 1898.
[20] Affairs of Crete, Turkey No1 (1900). Presented to both Houses of Parliament by command of His Majesty, May 1901, London, Printed for His Majesty’s Stationery Office, by Harrison and Sons, St. Martin’s Lane. Η αναφορά του Γενικού Προξένου A.Biliotti προς τον κόμη Salisbury (1η Ιουλίου 1899) κάνει λόγο για 7500 Οθωμανούς πρόσφυγες από το νομό Ρεθύμνης, αριθμό που δεν παρέκκλινε πολύ από την πραγματικότητα. Η αναφορά του Biliotti στηρίζεται στους μετά την απογραφή του 1881 αποδημήσαντες μουσουλμάνους έως και το 1899. Ο αριθμός που δίνει επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της απογραφής του 1900. Το 1881 υπήρχαν στο νομό 13662 μουσουλμάνοι, ενώ το 1900 μόλις 6748. Για την απογραφή του 1881 βλ., Ν. Σταυρακάκης, Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, Αθήνα 1890.
[21] Επιθεώρησις, 5 Ιουνίου 1904.
[22] Για τους μισθούς των χριστιανών διδασκάλων, Ημερ. Διάταξις, αριθ.24, 15 Νοεμβρίου 1898, παράρτημα αρ.15.
[23] Για τους μισθούς των μουσουλμάνων διδασκάλων, Ημερ Διάταξις, αριθ.43, 4 Δεκεμβρίου 1898, παράρτημα αρ.18.
[24] Ημερ. Διάταξις, αριθ.177 (12 Ιουλίου 1899). Επίσης, Ζαμπετάκης, 1964, ό.π. σ.74-77.
[25] Ζαμπετάκης 1964, ό.π. σ.87.






