Στην αρθρογραφία της περιόδου 1928-1932 το Ρέθυμνο χαρακτηριζόταν ως «η πόλις που σβύνει[1]», ενώ σε μια προσπάθεια στήριξης της ελαιοπαραγωγής δημοσιεύονταν άρθρα με επιστημονικό περιεχόμενο για το ελαιόλαδο[2]. Η διαπίστωση, όμως, της αδυναμίας αντίδρασης στην οικονομική κρίση δημιούργησε έντονες ανησυχίες και πιέσεις σε ένα νομό που περίμενε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του μόνο από το ελαιόλαδο. Μέσα στο διογκωμένο κλίμα ανησυχίας διατυπώθηκαν προτάσεις για την σε επίπεδο νομού ανάκαμψη, που είναι ενδεικτικές των επιπτώσεων της κρίσης στους παραγωγούς και, γενικότερα, στην τοπική οικονομία. Χαρακτηριστική είναι η πρόταση της κτηνοτροφίας ως εναλλακτικής διέξοδος από την κρίση: «Νομίζομεν ότι δεν είναι δύσκολον και πιστεύομεν σταθερώς ότι δια της προβατο-κτηνοτροφίας συνεταιρικώς αναπτυσσομένης θα λυθή το ζήτημα και της συντηρήσεως των ανθρώπων και της ενισχύσεως των ελαιοδέντρων άτινα στερούνται των φυσικών λιπασμάτων[3]».
Ο εμποροπαραγωγικός κόσμος του νομού αντέδρασε, κυρίως, με την εκμετάλλευση των δικτύων πελατείας προς την κατεύθυνση της επίτευξης μιας έγκαιρης κρατικής παρέμβασης, ώστε να σταθεροποιηθεί σε ικανοποιητική τιμή διάθεσης το ελαιόλαδο. Η επίτευξη μιας τέτοιας σταθεροποίησης θα ωφελούσε περισσότερο τους λαδέμπορους, που πιέζονταν από την ανάγκη ρευστοποίησης των αδιάθετων πλεονασμάτων. Ο παραγωγός, ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης, προσδοκούσε τη βελτίωση των χρηματικών του εισροών με τη συγκράτηση της πτώσης της τιμής του λαδιού[4], που έτσι κι αλλιώς υπήρξε ασύμφορη γι’ αυτόν. Η διαμόρφωση ενός κλίματος δυσαρέσκειας, ήδη από το 1928, οδήγησε και σε αντιδράσεις που παρέκαμπταν τα δίκτυα κομματικής πελατείας του νομού και αντανακλούσαν την έκφραση των ταξικών συμφερόντων με πιο δυναμικό τρόπο. Ένα μέρος της αγροτικής δυσαρέσκειας εκφραζόταν με την υποστήριξη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας (Α.Κ.Ε.), που παρά την αμελητέα κοινωνική βάση του στο νομό, ασκούσε έντονη κριτική στην αγροτική πολιτική της κυβέρνησης.Το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος, που ιδρύθηκε το 1923, αυτοπροσδιοριζόταν ως το ταξικό κόμμα της αγροτικής τάξης.
Ως εκπρόσωποι του αγροτισμού στο νομό εμφανίζονται οι Γ. Κωνσταντουδάκης, Γ. Γιακουμογιανάκης και ο Ιω. Ρουκούνης[5]. Η κριτική των εκπροσώπων του Α.Κ.Ε. στο νομό εστιαζόταν στην κατηγορία προς την κυβέρνηση για εγκατάλειψη των γεωργών και υπερφορολόγησή τους. Σε επιστολή του ο Γ. Κωνσταντουδάκης αναφέρει ότι «αφού απαιτείται από τον γεωργόν να μην μπολσεβικίζη έχει βεβαίως και ούτος το δικαίωμα να είπη εις την Κυβέρνησιν του να παύση τον προς αυτόν μπολσεβικισμόν της[6]». Στην αστική τάξη του νομού επικρατούσε έντονη ανησυχία για τις συνέπειες της κρίσης και ως προς το ζήτημα της αυξανόμενης ριζοσπαστικοποίησης των αγροτών. Υπήρχε και το προηγούμενο της 24 Αυγούστου 1921, όταν οι αγρότες συγκρούστηκαν με την αστυνομία έξω από το Ρέθυμνο, καθώς και τα συλλαλητήρια του Φεβρουαρίου του 1928, που, ενδεχομένως, να ενέτειναν το φόβο μιας επικείμενης δυναμικής κινητοποίησης των αγροτικών πληθυσμών.
Στο γειτονικό νομό του Ηρακλείου, άλλωστε, μέσα στο Νοέμβριο και στις 9 Δεκεμβρίου του 1929 είχαν γίνει δύο συλλαλητήρια οπλισμένων αγροτών[7]». Το ζήτημα, λοιπόν, της «κίνησις προς τα ταξικά κόμματα των αγροτών[8]» απασχόλησε την αστική τάξη, όμως, αφ’ ενός η ιδεολογική ετερογένεια του Α.Κ.Ε. και αφ’ ετέρου η απορρόφηση της αγροτικής δυσαρέσκειας από τους μηχανισμούς κάθετης ενσωμάτωσης, καθιστούσε το φόβο τους αβάσιμο, τουλάχιστον, για το νομό Ρεθύμνης. Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 ο συνδυασμός του Αγροτικού Κόμματος απέσπασε 273 σε σύνολο ψηφισάντων 13.580[9].
Η πολιτική του Α.Κ.Ε. σε τοπικό επίπεδο υπήρξε ευνοϊκή των ταξικών συμφερόντων των αγροτικών εν γένει πληθυσμών του νομού, όμως, τα εκλογικά αποτελέσματα επαλήθευσαν την ισχυρή κίνηση του αγροτικού πληθυσμού προς τα δυο αστικά κόμματα και , κυρίως, προς το κόμμα των Φιλελευθέρων. Η ψήφιση των δυο αστικών κομμάτων δεν συνεπάγεται ότι η υποστήριξη του ενός ή του άλλου κόμματος δεν έγινε με κριτήρια ταξικά[10]. Από την άλλη η ψήφος δεν αποτελεί και την ασφαλέστερη ένδειξη για την έκφραση ή μη της κοινωνικής ταξικότητας. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού πληθυσμού έκρινε ότι η πολιτική των Φιλελευθέρων ικανοποιούσε ή δυνητικά θα μπορούσε να ικανοποιήσει τα συμφέροντά του, γι’ αυτό η εκμετάλλευση των πελατειακών δικτύων από τους αγρότες ήταν επιλογή που δεν αναιρούσε την ταξικότητά τους. Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 το Κόμμα των Φιλελευθέρων πλειοψήφησε στο νομό με συνολική εκλογική δύναμη 26.198 ψήφων[11]. Η μάζα των αγροτών, παρά τις δυναμικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων μηνών και τη συσσωρευμένη δυσαρέσκειά τους, ψήφισε το κόμμα των Φιλελευθέρων με την προσδοκία της επίλυσης των αγροτικών τους προβλημάτων. Οι απειλές έδωσαν τη θέση τους στην προσδοκία της έλευσης καλύτερων ημερών για τη γεωργία του τόπου.
Είναι χαρακτηριστική η αποτύπωση μιας τέτοιας προσδοκίας στο εκλογικό αποτέλεσμα της επαρχίας Αμαρίου, όπου τα ¾ των ψηφοφόρων υποστήριξαν τους υποψήφιους βουλευτές του Κόμματος των Φιλελευθέρων Ιωάννη Γοβατζιδάκη και Νικόλαο Ασκούτση. Η προεκλογική υπόσχεση της επίσπευσης των διαδικασιών για την ίδρυση Πρακτικής Γεωργικής Σχολής στο χώρο της Μονής των Ασωμάτων υπήρξε ο καταλύτης για την στήριξη του φιλελεύθερου συνδυασμού. Από την άλλη, η στήριξη του Λαϊκού Κόμματος μπορεί, ενδεχομένως, να είναι μία ένδειξη αντίδρασης στην διαγραφόμενη ίδρυση της Σχολής, όπως ευκρινέστερα συμπεραίνεται στις εκλογές του 1932. Στις εκλογές αυτές παρατηρείται μια ισχυρή δυναμική του Λαϊκού Κόμματος στα χωριά γύρω από τη Σχολή, όπως για παράδειγμα στο Μοναστηράκι, αλλά και στο χωριό Αποδούλου[12]. Η τοπικότητα των αιτημάτων προσδιόρισε και τις εκλογικές συμπεριφορές, χωρίς να εννοούμε ότι τα πελατειακά δίκτυα απορρόφησαν την αγροτική δυσαρέσκεια. Υπάρχουν συγκρούσεις τοπικές και δυσαρέσκειες που δεν εκφράζονται με την ψήφο, αλλά όταν οι συγκρούσεις υπερβούν το επίπεδο του χωριού, όπως στο ζήτημα της ίδρυσης της Σχολής ή το «ζήτημα του ελαίου», τα πελατειακά δίκτυα μπορεί να αποτελέσουν έκφραση των συγκρούσεων αυτών. Δε μας λένε, όμως, τίποτα για τις κοινωνικές ιεραρχήσεις και τις ταξικές αντιθέσεις στην ύπαιθρο.
Σε υπόμνημα των προέδρων των συλλόγων και των σωματείων Νομού Ρεθύμνης προς τον πρόεδρο της Κυβερνήσεως Αλέξανδρο Ζαΐμη στις 5 Φεβρουαρίου 1928 εκφράζεται ο διάχυτος φόβος των ανθρώπων της πόλης για μια ενδεχόμενη ριζοσπαστικοποίηση των ανθρώπων της υπαίθρου[13]. Διατυπώνουν το αίτημα της δραστικής παρέμβασης της Κυβέρνησης, ώστε να προληφθούν γεγονότα ανάλογα με εκείνα της Μεσαράς[14]. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της πρόληψης μιας επικείμενης εκτροπής και αποφόρτισης του κλίματος δυσαρέσκειας, οι πρόεδροι των συλλόγων και Σωματείων του νομού ζητούν την ικανοποίηση των κυριότερων αγροτικών αιτημάτων, που συνοψίζονται στα παρακάτω: α) αναστολή πιέσεων για καθυστερημένους φόρους λόγω της οικονομικής δυσπραγίας, β) κατάργηση του δημευτικού φόρου υπερτιμήματος ή τουλάχιστον τη δικαιότερη ρύθμιση του, γ) απαγόρευση αναμίξεως σπορέλαιου με ελαιολάδου, δ) κατάργηση του εξαγωγικού φόρου ελαίου και ε) να απαλλαγούν από κάθε φόρο τα εκ του εξωτερικού εισαγόμενα γεωργικά και βιομηχανικά εργαλεία, καθώς και τα χημικά λιπάσματα. Η απόφαση των προέδρων των συλλόγων και των σωματείων να μη γίνει κανένα συλλαλητήριο «προς αποφυγή εκτρόπων σκηνών και υπερβασιών» δεν είχε καμία επιρροή στους ανθρώπους της υπαίθρου.
Μια εβδομάδα αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου 1928, οι κάτοικοι του χωριού Μέλαμπες συγκεντρώθηκαν σε κεντρικό σημείο του χωριού για να διαμαρτυρηθούν για την εφαρμοζόμενη αγροτική πολιτική και την εκμετάλλευση των γεωργών. Η εκδήλωση των διαμαρτυριών συμπίπτει –όχι τυχαία– με την παρουσίαση της νέας κυβέρνησης στη Βουλή, που παρουσιάστηκε χωρίς ιδιαίτερες αλλαγές από την προηγούμενη. Στο υπουργείο της Γεωργίας τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου διαδέχτηκε ο Γεώργιος Εξηντάρης[15]. Οι κάτοικοι του χωριού αφού πρώτα δηλώνουν στο ψήφισμά τους ότι έχουν συγκεντρωθεί «αυθορμήτως και άνευ ουδεμίας υποκινήσεως ή προσχεδιασμένως», ζητούν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, τα οποία δεν αποκλίνουν από τα αιτήματα που προβάλλονται στο υπόμνημα των προέδρων συλλόγων και σωματείων του νομού. Ανάμεσα στα άλλα απαιτούν την αύξηση του μη φορολογουμένου ποσού κληρονομιάς μέχρι 200.000 δρχ. και το διορισμό εκτιμητικής επιτροπής από γεωργούς σε κάθε ειρηνοδικειακή περιφέρεια προς εκτίμηση και καθορισμό του κληρονομικού φόρου. Θεωρούν, τέλος, πως η χορήγηση δανείων από τη Κτηματική Τράπεζα θα αμβλύνει τις οικονομικές πιέσεις που δέχονταν οι παραγωγοί[16].
Στην περίπτωση του προαναφερομένου χωριού η κοινωνική διαμαρτυρία εμφανίζεται να υπερβαίνει τα όρια της τοπικότητας και να αντιπαρατίθεται στις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης και κυρίως στους τοπικούς εκπροσώπους της εξουσίας, με τους οποίους, άλλωστε, έρχονται σε άμεση συνδιαλλαγή. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πρωτοβουλία των ανθρώπων της υπαίθρου απέναντι στις επιλογές της πόλης, έστω κι αν τα αιτήματά τους απαιτούν την κρατική παρέμβαση. Δεν πρέπει, σ’ ένα γενικότερο επίπεδο, να αναζητήσουμε πίσω από τέτοιας μορφής αγροτική διαμαρτυρία την ύπαρξη ενός μαζικού αγροτικού κινήματος. Για παράδειγμα, τις κινητοποιήσεις των ελαιοπαραγωγών της Κέρκυρας με αίτημα τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις[17] και τις κινητοποιήσεις των ελαιοπαραγωγών της Κρήτης δεν μπορούμε να τις εντάξουμε σ’ ένα ενιαίο αγροτικό κίνημα με κεντρική διεύθυνση και στόχους, αν και η πηγή δυσαρέσκειας είναι κοινή. Η συγκέντρωση των αγροτών στις Μέλαμπες παρά τη διατύπωση αιτημάτων που απαιτούν την κρατική παρέμβαση, διατηρεί τον τοπικό χαρακτήρα της και στρέφεται κατά των τοπικών εκπροσώπων της εξουσίας στο νομό.
Μια άλλη περίπτωση παράκαμψης των πελατειακών δικτύων αναφέρεται στην επαρχία Αμαρίου. Στις 6 Φεβρουαρίου 1928 πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή Ασωμάτων πάνδημο ένοπλο συλλαλητήριο των κατοίκων της επαρχίας[18]. Ο τόπος διεξαγωγής τους συλλαλητηρίου κάθε άλλο παρά τυχαίος ήταν. Το συλλαλητήριο πραγματοποιήθηκε στο χώρο όπου επρόκειτο σύμφωνα με απόφαση της Γενικής Διοίκησης Κρήτης να ιδρυθεί η Γεωργική Σχολή Ασωμάτων. Η παρουσία των ενόπλων αγροτών έδινε ένα σαφές μήνυμα σ’ όσους είχαν συμφέρον να αντιταχθούν στην επικείμενη λήψη της τελικής απόφασης για την ίδρυση της Σχολής. Επιπλέον, μια τέτοια κινητοποίηση ασκούσε πίεση προς τους τοπικούς φορείς εξουσίας για την επίσπευση των διαδικασιών ίδρυσης, η οποία καθυστερούσε σημαντικά.
Αργότερα, η αναβλητικότητα των αρμοδίων ως προς την έναρξη λειτουργίας της Σχολής θα προκαλέσει νέες κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες των κατοίκων και προέδρων των χωριών της Επαρχίας. Για κάποια χωριά του ανατολικού διαμερίσματος της Επαρχίας Αμαρίου η ίδρυση της Σχολής στην περιοχή των Ασωμάτων έγινε η αφορμή για την εκδήλωση της δυσαρέσκειάς τους ως προς την εφαρμοζόμενη κρατική πολιτική στο νομό. Προχώρησαν, μάλιστα, στη διατύπωση του αιτήματος της διοικητικής απόσπασης των χωριών τους στο νομό Ηρακλείου. Το αίτημα αυτό που διατυπώνεται στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, περισσότερο μοιάζει με απειλή, που έχει ως αποδέκτες τους τοπικούς βουλευτές. Μια τέτοια απόσπαση θα μείωνε την εκλογική τους δύναμη και τις τοπικές τους επιρροές, θα οδηγούσε, δηλαδή, στην ακύρωση των υφιστάμενων σχέσεων πατρωνίας. Η απειλή τους έμεινε στη σφαίρα της διαμαρτυρίας και δεν έγινε πράξη[19].
Σε όλη την περίοδο που εξετάζουμε το πρόβλημα της οδοποιίας απασχόλησε τους αγροτικούς πληθυσμούς της περιοχής, κυρίως γιατί, το ζήτημα της κατασκευής οδικών αξόνων είχε άμεση σχέση με τη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη της Επαρχίας. Ένας δρόμος που θα συνδέει τα χωριά με το αστικό κέντρο σημαίνει, για παράδειγμα, λιγότερο χρόνο και κόστος μεταφοράς του ελαιολάδου. Στο ψήφισμα των ενόπλων αγροτών της 6ης Φεβρουαρίου 1928 γινόταν ιδιαίτερη αναφορά στα συγκοινωνιακά προβλήματα της Επαρχίας. Απαιτούσαν την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Διοίκησης Κρήτης περί συμψηφισμού του ποσού του 1.430.000 δραχμών στα χρέη που όφειλε το Κράτος στην Εταιρεία Δερμιτζάκη - Φωτιάδη, ώστε το παραπάνω χρηματικό ποσό να επενδυθεί στα έργα συγκοινωνίας της Επαρχίας. Οι ένοπλοι διαδηλωτές ζητούν «την απεινή δίωξιν των ζωοκλεπτών και καταχραστών του δημοσίου πλούτου και αυστηρωτάτην τιμωρίαν αυτών»[20] και θέτουν προθεσμία οχτώ ημερών για την αποδοχή και ικανοποίηση των αιτημάτων τους.
Οι μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας που περιγράψαμε, είτε εκδηλώνονται μέσα στα πλαίσια των πελατειακών σχέσεων, είτε αυτονομούνται από τις σχέσεις εξάρτησης και έχουν έναν πιο εμφανή ταξικό χαρακτήρα. Πρέπει, όμως, να έχουμε υπόψιν ότι ο τοπικός χαρακτήρας της διαμαρτυρίας δεν μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για την ύπαρξη αγροτικού κινήματος. Μια τέτοια άποψη μπορεί να έχει γενικότερη εφαρμογή για την περίπτωση της Ελλάδας την περίοδο του μεσοπολέμου. Ακόμη και στη δεύτερη περίπτωση κοινωνικής διαμαρτυρίας, όπου οι αγρότες εμφανίζονται να έχουν περισσότερη ταξική συγκρότηση, η παράκαμψη των πελατειακών δικτύων λειτουργεί ως μια μορφή πίεσης για την καλύτερη λειτουργία τους, αφού η διαμαρτυρία απευθύνεται στον ίδιο τον πάτρωνα-βουλευτή. Για τον γεωγραφικό χώρο στον οποίο αναφερόμαστε, λοιπόν, οι πελατειακές σχέσεις προβάλλονται ως ο κυρίαρχος μηχανισμός συσσωμάτωσης των αγροτικών πληθυσμών στο εθνικό κράτος μέσα από μια συνεχή διαπραγμάτευση της ψήφου.
Πίσω από κάθε εκλογική συμπεριφορά μπορεί να λανθάνει ένα πλαίσιο ανταλλαγμάτων ευνοϊκών[21] για τον αγρότη ψηφοφόρο και αυτό το πλαίσιο είναι τελικά που καθορίζει και την εκλογική επιλογή του. Η μεταφορά ψήφων από το ένα αστικό κόμμα στο άλλο στην υπό εξέταση αγροτική περιοχή δεν αποκλείει την ύπαρξη αγροτικής δυσαρέσκειας, που να δικαιολογεί μια τέτοια μετατόπιση των εκλογέων στο χρονικό διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών διαδικασιών. Η έκφραση της δυσαρέσκειας με την υποστήριξη των ταξικών κομμάτων δεν έλαβε στην περίπτωσή μας ιδιαίτερες διαστάσεις. Το Α.Κ.Ε. και το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν απορροφούσαν παρά σε ελάχιστο βαθμό την αγροτική διαμαρτυρία, τόσο σε επίπεδο νομού, όσο και γενικότερα στην Κρήτη. Μόνη εξαίρεση και ένδειξη μιας πιο ριζοσπαστικής ρήξης των αγροτών με τον αστικό κόσμο, υπήρξε η εκλογή ενός βουλευτή του Α.Κ.Ε. το 1932 στο νομό Ηρακλείου. Το Α.Κ.Ε. στις εκλογές αυτές συγκέντρωσε το 17% των ψήφων και εξέλεξε τον Γ. Αγγελιδάκη. Το Αγροτικό Κόμμα στο Ηράκλειο υποστηρίχτηκε, κυρίως, από τους ελαιοπαραγωγούς, που με την ψήφο τους διαμαρτυρήθηκαν για την πολιτική του Κόμματος των Φιλελευθέρων ως προς το ελαιόλαδο[22]. Ενδεικτική του χαρακτήρα της ψήφου και των πολιτικών τοποθετήσεων του υποψηφίου καθίσταται η μετέπειτα προσχώρησή του στη φιλελεύθερη παράταξη. Εξάλλου στο νομό Ρεθύμνης η αγροτική διαμαρτυρία είχε μικρό βαθμό ριζοσπαστικοποίησης, αν εξαιρέσουμε, βεβαίως, τα ένοπλα συλλαλητήρια.
Συμπερασματικά, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η αγροτική διαμαρτυρία στο νομό Ρεθύμνης περιορίστηκε μέσα στα πλαίσια της πελατειακής διαπραγμάτευσης. Η πελατειακή σχέση δεν αποτελούσε και εγγύηση ότι τα αιτήματα των αγροτικών πληθυσμών θα ικανοποιηθούν, ακόμη και στην περίπτωση που ο βουλευτής ανήκε στο κυβερνών κόμμα. Άρα, στην περίπτωσή μας, οι αποφάσεις του κόμματος των Φιλελευθέρων δεν υπάκουαν αποκλειστικά σε επιλογές που καθορίζονταν από τα πελατειακά δίκτυα, αλλά αντιπροσώπευαν και μία πολιτική ισορροπιών ανάμεσα στα συγκρουόμενα συμφέροντα γύρω από τα αγροτικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, αυτό του ελαιολάδου.
[1]«Κρητική Επιθεώρησις», 13 Σεπτεμβρίου 1930, 14 Σεπτεμβρίου 1930.
[2]«Κρητική Επιθεώρησις», 9 Οκτωβρίου 1930, 10, Οκτωβρίου 1930.
[3]«Κρητική Επιθεώρησις», 5 Απριλίου 1931.
[4]«Κρητική Επιθεώρησις», 17 Νοεμβρίου 1929.
[5]«Κρητική Επιθεώρησις», 5 Σεπτεμβρίου 1932.
[6]«Κρητική Επιθεώρησις», 27 Μαΐου 1928, 29 Αυγούστου 1928.
[7]Seraphim Seferiades, «Small Rural Ownership, Subsistence Agriculture, and Peasant Protest in Interwar Greece: The Agrarian Question Recast», Journal of Modern Greek Studies,volume 17(1999), σ. 311-314. Ο Seferiades αναφέρει, επίσης, ότι το Φεβρουάριο του 1928 έγιναν αγροτικές κινητοποιήσεις στην Κρήτη.
[8]«Κρητική Επιθεώρησις», 17 Μαΐου 1931, 16 Ιουνίου 1931.
[9]«Κρητική Επιθεώρησις», 2 Οκτωβρίου 1932.
[10]Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ θεωρεί ότι «το μεσοπόλεμο η ταξική διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας έχει γίνει πιο ευκρινής και οι ταξικές αντιθέσεις εκφράζονται αμεσότερα στους πολιτικούς αγώνες, όπως μαρτυρά και η εμφάνιση κομμάτων με διακηρυγμένη ταξική τοποθέτηση», Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Δημοκρατία και πελατειακές σχέσεις. Τρεις πρόσφατες αναλύσεις της ελληνικής πολιτικής του 19ου αιώνα», Μνήμων, 1994, τ. 16, σ. 175-176.
[11]«Κρητική Επιθεώρησις», 29 Αυγούστου 1928.
[12]«Κρητική Επιθεώρησις», 2 Οκτωβρίου 1932. Κρητική Επιθεώρησις, 20 Μαΐου 1932. Στο χωριό Αποδούλου, που περιλαμβάνεται στα χωριά της Επαρχίας Αμαρίου που διαμαρτυρήθηκαν για την ίδρυση της Σχολής Ασωμάτων, οι Λαϊκοί εμφανίστηκαν πιο ισχυροί σε ψήφους έναντι των Φιλελευθέρων. Στο Αποδούλου το Αγροτικό Κόμμα εμφάνισε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων σε όλο το νομό το 1932.
[13]«Κρητική Επιθεώρησις», 5 Φεβρουαρίου 1928.
[14]Στις 18 με 30 Ιανουαρίου του 1927 το ένοπλο συλλαλητήριο των αγροτών της Μεσσαράς είχε ως τελική κατάληξη την κατάληψη του φορολογικού γραφείου και το κάψιμο εγγράφων.
[15]Γρηγορίος Δαφνής , Η Ελλάς μεταξύ δύο Πολέμων 1923-1940, τ.β, β’ έκδοσις, Ίκαρος, 1974.
τ. Α, σ. 360-362.
[16]«Κρητική Επιθεώρησις», 12 Φεβρουαρίου 1928.
[17]Seferiades, 1999, ό.π., σ. 314-315.
[18]«Κρητική Επιθεώρησις», 6 Φεβρουαρίου 1928.
[19]«Κρητική Επιθεώρησις», 20 Μαΐου 1932. Η κύρια αιτία της διαμαρτυρίας των χωριών του ανατολικού διαμερίσματος της Επαρχίας Αμαρίου υπήρξε η εγκατάλειψή τους από τους τοπικούς φορείς εξουσίας ως προς το ζήτημα κατασκευής δρόμου που να συνδέει τα χωριά τους με την πόλη. (βλ. περίπτωση Αποδούλου, ό.π.). Επίσης βλ. , «Ο Τύπος», 5 Απριλίου 1932, 11 Μαΐου 1932, 23 Ιουλίου 1932.
[20]« Κρητική Επιθεώρησις», 6 Φεβρουαρίου 1928.
[21]Χρήστος Λυριντζής, «Το Τέλος των «τζακιών». Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα», Θεμέλιο 1991, σ. 47.
[22]«Η Καθημερινή», 10 Ιανουαρίου 1932.
