ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Παρουσίαση βιβλίου: Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, Η Αθήνα και οι αθηναίοι πολιτικοί στην Επανάσταση του '21

0

Η επιλογή της Αθήνας ως αντικείμενο μελέτης έγινε για δύο βασικούς λόγους: πρώτον γιατί η περιοχή της διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, όχι μόνο ως πεδίο μαχών αλλά και ως τροφοδότης υλικής και συμβολικής δύναμης. Η πόλη ήταν έτοιμη να δεχτεί τους νεοτερικούς θεσμούς και ένα δίκτυο ανθρώπων είχε ήδη αυτόν τον υλικό και ιδεολογικό προσανατολισμό. Δεύτερον γιατί έχουμε στη διάθεσή μας έναν αρχειακό πλούτο που μπορεί να υποστηρίξει με τα κατάλληλα ερωτήματα τις υποθέσεις μας και τους στόχους.

Χρησιμοποιώντας ως κύρια πηγή της έρευνάς μας τα νοταριακά αρχεία της Αθήνας την περίοδο της Επανάστασης, που αποτελούν μια σημαντική αρχειακή ενότητα για την πόλη, αφού το αρχείο της δημογεροντίας ή άλλα κοινοτικά αρχεία δεν έχουν διασωθεί παρά μόνο αποσπασματικά,  προσπαθήσαμε να δείξουμε τις αγοραστικές κινήσεις, τις χρηματικές συναλλαγές και τις μεταβιβάσεις περιουσιών μέσω των αγοραπωλησιών. Σημαντικό ρόλο για την περίοδο 1830-1832 έχει το αρχείο της Μικτής Οθωμανικής Επιτροπής, το οποίο καλύπτει χρονολογικά μια περίοδο ανακατατάξεων στην πόλη. Βασικό σημείο της διατριβής μας αποτέλεσε η ανάδειξη των νέων προσώπων που συμμετέχουν στην πολιτική ζωή της πόλης μέσα στην Επανάσταση, η κοινωνική και οικονομική τους συγκρότηση, καθώς και η αντιπαράθεσή τους με όσους κατείχαν την πολιτική διαχείριση της κοινότητας κατά την προεπαναστατική περίοδο.

Μετά το 1822 η Αθήνα θα είναι η μοναδική πόλη στην «Ανατολική Χέρσο Ελλάδα» που ήταν υπό την κυριαρχία των επαναστατών και της «Προσωρινής του Έθνους» Διοίκησης. Από μόνο του αυτό ήταν πολύ σημαντικό για την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ανατολική Ρούμελη. H επιβολή της Διοίκησης στο γεωγραφικό αυτό χώρο δεν ήταν αυτονόητη, ούτε θα μπορούσε να συμβεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της Αθήνας. Ό,τι συνέβαινε στην Κοινότητα Αθηνών επηρέαζε συνολικά τις πολιτικές διεργασίες σε ολόκληρη την Ανατολική Ελλάδα. Μέσα στο 1821, στα τέλη του, δημιουργείται μια πολιτική αρχή, η Εφορία Αθηνών, ως προέκταση των εξουσιών του Αρείου Πάγου στην Επαρχία Αθηνών. Από την εξουσία των καπεταναίων περνάμε στην εξουσία των πολιτικών αρχών, που ελέγχονταν από το προεστικό στοιχείο της πόλης. Ήδη, όμως, είχαν εκκινήσει οι πολιτικές διεργασίες για τη συμμετοχή και νοικοκυραίων στην πολιτική διοίκηση της πόλης. Η παρουσία τους αποτυπώθηκε στα κοινοτικά συμβούλια και στις κοινοτικές συνελεύσεις.

Μέσα, λοιπόν, στην Επανάσταση αναδεικνύεται η κοινωνική κατηγορία των «νοικοκυραίων», όπως ονομάσαμε τις νέες αυτές κοινωνικές δυνάμεις, με πολιτική συμμετοχή για πρώτη φορά στο κοινοτικό συμβούλιο της πόλης. Οι «νοικοκυραίοι» θα τοποθετηθούν στην ανώτερη κοινωνική ιεραρχία, δίπλα στους προεστούς και τους σημαντικούς οπλαρχηγούς. Ως προεστοί χαρακτηρίζονται όσοι προεπαναστατικά ήλεγχαν τις πολιτικές και οικονομικές λειτουργίες της κοινότητας. Όλοι τους επενδύουν στην αγορά ακινήτων μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που δίνει αξία στην πρόσκτησή τους, ιδιαίτερα της γης. Ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια οι νοικοκυραίοι συμμετείχαν στην εκλογή δημογεροντίας, δεν φαίνεται, όμως, να είναι μέλη των κοινοτικών συμβουλίων και του «κοινού των Αθηνών». Αυτό προεπαναστατικά απαρτιζόταν μόνο από προεστούς, η σύνθεσή του, όμως, αλλάζει κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

            Στο κεφάλαιο Α΄ του βιβλίου παρουσιάσαμε την πολιτική σύσταση της Κοινότητας Αθηνών μέσα στην Επανάσταση, καθώς και την σύνθεση και κατανομή των μελών του κοινοτικού συμβουλίου και της κοινοτικής συνέλευσης σε προεστούς και νοικοκυραίους. Τα νέα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων και συνελεύσεων μέσα στην Επανάσταση διακρίνονται σε αυτά που είχαν συγγενικούς δεσμούς με το προεστικό στοιχείο της προεπαναστατικής περιόδου και σε όσα εμφανίζονται για πρώτη φορά, άρα απουσιάζουν από τις κοινοτικές συνελεύσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Μέσα στην Επανάσταση η διάκριση προεστός/νοικοκυραίος δεν αντανακλούσε πάντοτε και μια πολιτική διάκριση και αντιπαράθεση. Τα κοινά συμφέροντα ανάμεσά τους ήταν περισσότερα από τις όποιες πολιτικές διαφωνίες. Οι αποφάσεις στα πολιτικά όργανα της κοινότητας αποτυπώνουν μια κοινή σχέση απέναντι στα προβλήματα της κοινότητας, χωρίς ωστόσο να λείπουν και οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις.

            Το ξέσπασμα της Επανάστασης βρήκε απροετοίμαστες τις παραδοσιακές δυνάμεις της πόλης, οι οποίες γρήγορα συστρατεύτηκαν στον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Ενώ διαπιστώνεται ο έλεγχος της Εφορίας Αθηνών από τους προεστούς στα τέλη του 1821, η δυναμική της Επανάστασης φέρνει στο προσκήνιο  νέες δυνάμεις που διεκδικούν πολιτικό ρόλο σε ένα παραδοσιακό πλαίσιο που μετασχηματίζεται τόσο από την παρουσία του Αρείου Πάγου όσο και από την ανάγκη της Κοινότητας Αθηνών να ενδυθεί και νέους ρόλους, όπως αυτούς της επιστράτευσης και της συντήρησης των ενόπλων. Η Εφορία ως όργανο του Αρείου Πάγου βασιζόταν στις προεπαναστατικές παραδοσιακές πολιτικές δομές της κοινότητας, ενώ θεωρητικά τις αναιρούσε. Ωστόσο στην κοινοτική συνέλευση που συγκλήθηκε στην Σαλαμίνα το 1822 η πολιτική παρουσία των νοικοκυραίων ήταν δυναμική. Η αμφισβήτηση του Αρείου Πάγου συνιστούσε και αμφισβήτηση του κύρους της τοπικής Εφορίας των προεστών. Καταλύτη των πολιτικών εξελίξεων στο εσωτερικό της Κοινότητας Αθηνών θα αποτελέσει η έλευση στην πόλη του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ήδη, όμως, η εξουσία των προεστών είχε αμφισβητηθεί στο εσωτερικό της κοινότητας. Προεστοί και νοικοκυραίοι συναινούν στην αποδοχή των αποφάσεων της «συνέλευσης των Αθηνών» και στην ανάληψη της φρουραρχίας από τον Ιωάννη Γκούρα.

             Μέσα στην Επανάσταση οι νοικοκυραίοι διεκδικούν συμμετοχή στην ενοικίαση του εθνικού ελαιώνα και των εθνικών περιβολιών, στην αγορά κτημάτων, εθνικών σπιτιών και εργαστηρίων, επιζητούν, δηλαδή, συμμετοχή στον έλεγχο των οικονομικών λειτουργιών της κοινότητας και στο εμπόριό της. Αλλά και στην κεντρική Διοίκηση, στις εθνοσυνελεύσεις, οι πολιτικές αυτές δυνάμεις των νοικοκυραίων θα έχουν παρουσία και λόγο. Από ένα σύνολο δεκαεννέα δημογερόντων μέσα στην Επανάσταση οι δεκατέσσερις θα είναι προεστοί και οι πέντε νοικοκυραίοι

            Τέλος, οι στρατιωτικοί συμπληρώνουν τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της Αθήνας, η παρουσία των οποίων ενδυναμώνεται με την άφιξη στην πόλη του Οδυσσέα Ανδρούτσου στα τέλη Αυγούστου του 1822 μετά την εκδήλωση του κινήματος του 1822. Στόχο του κινήματος του 1822 αποτέλεσε ο έλεγχος των λαφύρων της Ακρόπολης, που άφησαν πίσω τους οι Οθωμανοί. Η πολιτική ενδυνάμωση δεν ήταν άσχετη με τον οικονομικό έλεγχο του φρουρίου, που τελικά μόνο στα χαρτιά θα περνούσε στην κυριότητα της επαναστατικής Διοίκησης.

              Εξετάζοντας την πολιτική και οικονομική ισχύ των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Αθήνας ορίσαμε τους νοικοκυραίους και ως μία οικονομική κατηγορία. Αποτελούσαν την πλειοψηφία εκείνων που αγοράζουν ιδιόκτητες και εθνικές περιουσίες μέσα στην Επανάσταση. Μπορεί η ανάλυσή μας να υιοθετεί τη διάκριση προεστός/νοικοκυραίος, ωστόσο και τα δύο μέρη αναπτύσσουν στρατηγικές που υπερβαίνουν τη διάκριση αυτή και προβάλλουν σε μία κοινή οικονομική στρατηγική. Προεστοί και νοικοκυραίοι επενδύουν στην αγορά γης, στις εμπορευματικές καλλιέργειες, ενώ προχωρούν και σε αστικές επενδύσεις, όπως ήταν οι αγορές εργαστηρίων και οικιών. Τα ανώτερα, λοιπόν, κοινωνικά στρώματα δεν διαφοροποιούν τις επενδυτικές τους επιλογές σε σχέση με την προεπαναστατική περίοδο.

               Συνολικά εμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο εκατό ενενήντα ένα πρόσωπα που τους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «προεστός». Από αυτούς προχωρούν σε αγορές μέσα στην Επανάσταση οι εξήντα τέσσερις ή το 33.5%. Οι υπόλοιποι εκατόν είκοσι επτά ή το 66.5% δεν επενδύουν σε αγορές. Αντίστοιχα τριακόσιοι νοικοκυραίοι καταγράφονται να έχουν πολιτικό ρόλο. Οι νοικοκυραίοι, λοιπόν, με πολιτικό ρόλο είναι περισσότεροι από τους προεστούς. Η αλλαγή αυτή συντελείται μέσα στην Επανάσταση, όπου αποχτούν πολιτικό λόγο και ρόλο ευρύτερες μάζες, που αριθμητικά τουλάχιστον, ανατρέπουν τους προεπαναστατικούς συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στην Αθήνα. Εξήντα επτά νοικοκυραίοι ή το 22.3% θα προχωρήσουν σε καταγεγραμμένες αγορές μέσα στην Επανάσταση. Οι διακόσιοι τριάντα τρεις ή το 77.7% δεν θα προχωρήσουν σε αγορές.

              Ο αριθμός των αγοραστών χωρίς πολιτική θέση ανερχόταν στους εξακόσιους δεκαεννιά. Σε αυτούς κάναμε τη διάκριση ανάμεσα σε όσους είχαν πάνω από μία αγορά και σε αυτούς που είχαν μία αγορά. Αναφορικά με τους πρώτους στους εκατόν σαράντα τρεις αγοραστές χωρίς πολιτική θέση και με πάνω από μία αγορά, χαρακτηρίζονται ως νοικοκυραίοι οι εκατόν είκοσι δύο ή το 85,3%, ενώ οι είκοσι ένας ή το 14,7% ως προεστοί. Αναφορικά με τους δεύτερους συνολικά, σε τετρακόσιους εβδομήντα έξι αγοραστές με μία αγορά και χωρίς πολιτική θέση μέσα στην Επανάσταση εμφανίζονται τετρακόσιοι έξι ως νοικοκυραίοι (ή το 85% του συνόλου) και εβδομήντα ως προεστοί (ή το 15%). Περίπου ίδιος αριθμός νοικοκυραίων και προεστών με πολιτική θέση επενδύει στην αγορά γης. Στους αγοραστές, όμως, χωρίς πολιτική θέση οι νοικοκυραίοι υπερτερούν των προεστών και αυτό όχι μόνο λόγο της αριθμητικής υπεροχής των πρώτων.

            Ως προς την εκποίηση των εθνικών φθαρτών διαπιστώσαμε πως το 37,8% (είκοσι οκτώ ονόματα) των αγοραστών ήταν Αθηναίοι. Από αυτούς οι δεκατρείς καταγράφονται ως νοικοκυραίοι χωρίς πολιτική θέση που δεν αγοράζουν μέσα στην Επανάσταση, ενώ πέντε ως νοικοκυραίοι χωρίς πολιτική θέση που, όμως, ήταν αγοραστές. Συνολικά δεκαοχτώ νοικοκυραίοι επενδύουν στην αγορά εθνικών φθαρτών, το 64.2% των γηγενών επενδυτών. Έξι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, οι Γκούρας, Μακρυγιάννης (αλλού τοποθετείται στους νοικοκυραίους αγοραστές), Λάμπρος Ηλιακόπουλος, Αντώνιος Γεωργαντάς, Σκουρτανιώτης Γεώργιος και Λουκάς, αγοράζουν εθνικά σπίτια. Πέντε μόλις προεστοί με πολιτική θέση επενδύουν στην αγορά εθνικών σπιτιών, από τους οποίους οι δύο, ο Παναγής Σκουζές και ο Κωνσταντίνος Ζαχαρίτζας (Ζαχαρίτσας), θα είναι και αγοραστές ιδιόκτητων περιουσιών μέσα στην Επανάσταση. Το 62.2% των αγοραστών εθνικών φθαρτών κτημάτων προερχόταν από άλλα μέρη του επαναστατημένου χώρου και έβλεπε στην Επαρχία Αθηνών μια σημαντική επενδυτική ευκαιρία. Τα ποσά ωστόσο που επενδύθηκαν στην αγορά ιδιόκτητων περιουσιών υπήρξαν πολλαπλάσια όσων επενδύθηκαν στην αγορά εθνικής περιουσίας. 

            Την περίοδο 1830-1832 θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για το σχηματισμό μεγάλων περιουσιών στην Αττική, καθώς οι μουσουλμάνοι αποχωρούν και πωλούν σε χαμηλές τιμές τις περιουσίες τους. Είδαμε στο αρχείο της μικτής οθωμανικής επιτροπής πως συνολικά εξήντα ένα πρόσωπα πραγματοποιούν πάνω από δύο αγορές. Από αυτούς λίγο πάνω από τους μισούς δεν θα είναι  γηγενείς. Από τους  είκοσι έξι γηγενείς αγοραστές οι δεκαπέντε καταγράφηκαν ως νοικοκυραίοι και οι έντεκα ως προεστοί. Τα ποσά που δαπανήθηκαν σε αγορές ιδιόκτητων περιουσιών την περίοδο 1830-1833 ανήλθαν στα 1.874.657 γρόσια. Τα μεγάλα τσιφλίκια της Αττικής που προεπαναστατικά ανήκαν σε μουσουλμάνους περνούν στην κυριότητα χριστιανών αγοραστών την περίοδο 1830-1832.

            Οι επενδύσεις στην αγορά εθνικών φθαρτών (εθνικών σπιτιών, εργαστηρίων, μύλων, ερειπίων) ήταν περίπου ίδιες με τις αντίστοιχες επενδύσεις σε ενοικίαση των προσόδων εθνικών φθαρτών και άφθαρτων εθνικών γαιών. Στα τέλη του 1824 η πληρωμή διαφόρων χρεών της επαναστατικής Διοίκησης θα γινόταν περισσότερο με τα έσοδα της πώλησης των εθνικών κτημάτων παρά από τα έσοδα της ενοικίασης των προσόδων ή της πώλησης των «εθνικών γεννημάτων». Σημειώνουμε πως καμία δημοπρασία δεν έλαβε χώρα το 1824 για την πώληση/ενοικίαση των εθνικών προσόδων Αθηνών.

            Μία βασική πηγή εσόδων του Εθνικού Ταμείου, η ενοικίαση του «εθνικού» ελαιολάδου, απέδωσε τέλη του 1825 207.000 γρόσια στο Εθνικό Ταμείο. Η ενοικίαση των προσόδων της Επαρχίας Αθηνών με δημοπρασία το ίδιο έτος απέδωσε 220.500 γρόσια. Μπορούμε έτσι να αντιληφθούμε τη σπουδαιότητα του ελαιολάδου για τη Διοίκηση, αφού τα έσοδά του σχεδόν αντιστοιχούσαν στα έσοδα όλων των άλλων προσόδων μαζί, εξαιρουμένων των τελωνείων.

            Από τη σύγκριση των εσόδων που καταχωρούνταν και των υποθετικών εσόδων που εγκρίνονταν από τη Διοίκηση για το επόμενο έτος 1825-1826 προκύπτει πως ο Έπαρχος Μιχαήλ Σούτσος έκανε καλή δουλειά. Το ποσό των 227.250,02 γροσίων εισήλθε στο Εθνικό Ταμείο την περίοδο 1824 (α΄ Μαρτίου)- 1825 (α΄ Μαρτίου) από την ενοικίαση των προσόδων Αθηνών. Το Φεβρουάριο του 1826 γινόταν λόγος για 91.900 γρόσια, τα οποία εισήλθαν στο Εθνικό Ταμείο από την ενοικίαση των προσόδων σε Αθήνα, Σαλαμίνα και Αίγινα. Αθροιστικά για την περίοδο 1825-1826 έχουμε το ποσό των 519.400 γροσίων, τα οποία κατεβλήθησαν από τους ενοικιαστές των προσόδων στο Εθνικό Ταμείο, οπωσδήποτε μια τεράστια επένδυση από τους είκοσι ενοικιαστές των προσόδων Αθηνών. Το τελικό ποσό αυξανόταν και από τα ενοίκια των εθνικών περιβολιών που για την περίοδο 1824-1825 έφτασαν το ποσό των 38.964,2 γροσιών και έχουν αθροιστεί στο παραπάνω ποσό των εθνικών εσόδων για την ίδια χρονική περίοδο. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως το Εθνικό Ταμείο σε πραγματικά ποσά διπλασιάζει τα έσοδά του μέσα σε ένα χρόνο όσον αφορά την Επαρχία Αθηνών. Σε αυτή τη διαπίστωση προβάλλει η εδραίωση της πολιτικής παρουσίας των θεσμών της κεντρικής διοίκησης στην Επαρχία Αθηνών. Οι επενδύσεις στο δημόσιο πλούτο απέδιδαν στο Εθνικό Ταμείο ποσά μικρότερα από τα ποσά που οι επενδυτές αποκόμιζαν από τις κάθε είδους ενοικιάσεις.

              Στο κεφάλαιο A΄ παρακολουθήσαμε, επίσης, τις οικονομικές διαδικασίες της Κοινότητας Αθηνών και τη διαπλοκή μεταξύ τοπικών και υπερτοπικών εξουσιών στην Επαρχία Αθηνών με στόχο των έλεγχο των οικονομικών μηχανισμών. Οι οικονομικοί μηχανισμοί αφορούν την ενοικίαση των προσόδων, του εθνικού ελαιώνα, των εθνικών περιβολιών, αλλά και την εκποίηση των εθνικών φθαρτών. Δημοπρασίες σύμφωνες με τους «νόμους του έθνους» διεξήχθησαν στην Αθήνα για πρώτη φορά στις αρχές του 1825. Στις δημοπρασίες συμμετέχουν τόσο ντόπιοι αγοραστές, όσο και αγοραστές από άλλα μέρη, που βρήκαν στην Αθήνα ένα προσοδοφόρο τόπο επένδυσης. Διαπιστώσαμε την αυξανόμενη συμμετοχή των νοικοκυραίων στις διαδικασίες υπενοικίασης των προσόδων, της ενοικίασης του εθνικού ελαιώνα και των εθνικών περιβολιών. Επιπλέον οι νοικοκυραίοι συνδέονται με οικονομικές διαδικασίες που περνούν μέσα από τις λειτουργίες της κοινότητας και του Εθνικού Ταμείου. Εκμεταλλεύονται δηλαδή τον υποτυπώδη κρατικό μηχανισμό και αντλούν κέρδος από τις συναλλαγές με αυτόν.

              Στην Αθήνα του 1823 και του 1824 οι στρατιωτικοί («οι καστρινοί») ήλεγχαν τις προσόδους για δικό τους όφελος. Επικεφαλής των στρατιωτικών ήταν ο Ιωάννης Γκούρας και ο Ιωάννης Μαμούρης. Σε αυτούς κατέληγαν οι πρόσοδοι της Επαρχίας Αθηνών και τα εισοδήματα του εθνικού ελαιώνα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 1824.  Η κατάσταση σταδιακά θα μεταβληθεί μέσα από το μετασχηματισμό των κοινοτικών εξουσιών και την εδραίωση του θεσμικού πλαισίου της Διοίκησης. Η Διοίκηση του Γεωργίου Κουντουριώτη απέφευγε τη δημιουργία ακραίων καταστάσεων και επέμβαινε επιλεκτικά στις τοπικές διαμάχες στην «Ανατολική Χέρσο Ελλάδα». Άλλωστε από τις αρχές του 1824 οι δημογέροντες των Αθηνών αντιμετωπίζουν το θεσμικό πλαίσιο της Διοίκησης ως ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό πεδίο για την προάσπιση των συμφερόντων τους έναντι των οπλαρχηγών και του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

              Στη μετάβαση από το τοπικό ταμείο Αθηνών στο Εθνικό Ταμείο αποτυπώθηκε συμβολικά, αλλά και ουσιαστικά το πέρασμα από τις τοπικές εξουσίες στην κεντρική εξουσία της Διοίκησης. Πολιτικά το πέρασμα αυτό δεν επιτεύχθηκε με την εγκατάσταση στην Αθήνα επάρχου το 1823, αλλά μόνο μετά τη συνέλευση των Σαλώνων το 1824. Τότε η επαναστατική Διοίκηση  μπόρεσε να ελέγξει τις κεντρόφυγες δυνάμεις, κυρίως τους καπεταναίους. Και πάλι δεν έλειψαν οι καταχρήσεις, που αυτή τη φορά είχαν να αντιμετωπίσουν τους «Νόμους» και τα διοικητικά στρατεύματα. Στην εφαρμογή των Νόμων συναινούν ήδη από  το 1824 και τα ανώτερα στρώματα της Αθήνας, τα οποία δεν έχουν λόγο να αντιταχθούν πολιτικά στη Διοίκηση. Αυτό θα το έκανε ο αρχιστράτηγος Οδυσσέας Ανδρούτσος. Θα διεκδικούσε πόρους που δεν μπορούσε να λάβει σε μια επαρχία υπό την προστασία των νόμων.

              Η ίδια πολιτική συμμαχία προεστών και νοικοκυραίων θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά της απέναντι στην απειλή του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μία ενδεχόμενη επάνοδος στο καθεστώς του Σεπτεμβρίου του 1822 δεν ήταν στην προοπτική του κοινοτικού συμβουλίου της Αθήνας, ούτε προφανώς και της επαναστατικής Διοίκησης. Την ίδια περίοδο ο Γκούρας ελέγχει όλους τους καπεταναίους, έχοντας σβήσει κάθε τοπική ανυπακοή. Οι στρατιωτικοί θα συναινέσουν στην εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου της Διοίκησης με το οποίο θα συνδέσουν τα συμφέροντά τους. Το 1825 γίνεται για πρώτη φορά δημοπράτηση των εθνικών προσόδων της Επαρχίας Αθηνών, καθώς και του εθνικού ελαιώνα της. Επίσης η δημοπράτηση του εθνικού λαδιού θα βρει ως αγοραστή τον φρούραρχο Γκούρα. Τα έσοδα διαμέσου του Εθνικού Ταμείου επιστρέφουν στην επαρχία για να ενισχύσουν τον Γκούρα και τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

          Οι νοικοκυραίοι επεκτείνουν τον οικονομικό τους ρόλο και σε μηχανισμούς άντλησης του πλεονάσματος όπως ήταν η ενοικίαση και υπενοικίαση των εθνικών προσόδων της Επαρχίας Αθηνών. Οι ενοικιαστές και υπενοικιαστές των εθνικών προσόδων της Επαρχίας Αθηνών και των όμορων περιοχών ήταν τριάντα δύο πρόσωπα, από τα οποία τέσσερα δεν ήταν Αθηναίοι. Τα δεκαεννέα ή το 59,4% από αυτά καταγράφηκαν ως νοικοκυραίοι, ενώ τα οχτώ ή το 21,9% ως προεστοί. Συμμετοχή των νοικοκυραίων θα υπάρξει και στην ενοικίαση του εθνικού ελαιώνα της Επαρχίας Αθηνών.  Το 1825 εμφανίζονται ως ενοικιαστές του ελαιώνα της Επαρχίας Αθηνών διακόσιοι εξήντα οχτώ (ή το 79,1% του συνόλου) νοικοκυραίοι και μόλις εβδομήντα ένας προεστοί (συνολικά 340 πρόσωπα). Νοικοκυραίοι υπήρξαν και οι περισσότεροι ενοικιαστές των εθνικών περιβολιών: Από τα συνολικά ενενήντα τέσσερα άτομα που ενοικιάζουν εθνικά περιβόλια το 1825 τα εξήντα οχτώ ή το 72,3% καταγράφηκαν ως νοικοκυραίοι, ενώ οι υπόλοιποι είκοσι έξι ή το 27,7% επί του συνόλου των ενοικιαστών ως προεστοί.

          Τέλος, οι νοικοκυραίοι θα συμμετέχουν στους οικονομικούς μηχανισμούς της Επανάστασης είτε ως προμηθευτές-έμποροι, είτε ως μέλη οι ίδιοι των μηχανισμών αυτών, που ελέγχονταν από την επαναστατική Διοίκηση σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Το διάστημα 1825-1826 από τα πενήντα τρία πρόσωπα που αμείβονταν από πόρους της Επαρχίας Αθηνών τα είκοσι οχτώ καταγράφηκαν ως νοικοκυραίοι, τα δεκαπέντε ως  μη Αθηναίοι και μόλις δέκα ως προεστοί.

              Στο κεφάλαιο  Β΄ του βιβλίου ασχοληθήκαμε με τις πολιτικές εξελίξεις στην Επαρχία Αθηνών. Ένας συνασπισμός προεστών και νοικοκυραίων ευθυνόταν για τον αποκλεισμό του Ανδρούτσου από τις πολιτικές και οικονομικές λειτουργίες της Επαρχίας Αθηνών. Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της Αθήνας διαμόρφωσαν μια ενιαία στάση και πολιτική. Εκείνοι που μπορούσαν να επενδύουν σε αγορές ακινήτων, από κοινού με τους στρατιωτικούς της Αθήνας υπό τον Ιωάννη Γκούρα, απαίτησαν την εφαρμογή των νόμων της Διοίκησης και την καταδρομή του αρχιστράτηγου Ανδρούτσου. Με τη δολοφονία του θα κλείσει οριστικά μία περίοδος στην οποία εξακολουθούσαν να υφίστανται προεπαναστατικές δομές και συνήθειες στην Αθήνα και η πόλη θα υιοθετήσει οριστικά το δυτικού τύπου πλαίσιο διοίκησης.

          Η Αθήνα το 1830 θα κερδηθεί διπλωματικά και όχι στρατιωτικά. Το πολιτικό πλαίσιο αναφοράς δεν θα είναι το ίδιο με εκείνο του 1826 για την Κοινότητα Αθηνών. Η άφιξη του Καποδίστρια διαμορφώνει νέες πολιτικές συνθήκες τόσο για τους στρατιωτικούς όσο και για τους πολιτικούς της Κοινότητας Αθηνών. Θα δημιουργηθεί το «Πανελλήνιο» και θα ενισχυθεί ο συγκεντρωτισμός που αφαιρούσε εξουσίες από τις τοπικές κοινότητες. Οι τελευταίες επί Καποδίστρια θα χάσουν κάθε έλεγχο στην εκλογή των Δημογεροντιών τους, αφού αυτές διορίζονταν από την Κυβέρνηση.  Την αρχική συναίνεση στο κυβερνητικό έργο, που εμπεριείχε και την εκποίηση των οθωμανικών περιουσιών στην Αττική, θα τη διαδεχθεί η δυσαρέσκεια για το συγκεντρωτισμό και τον έλεγχο των εθνικών προσόδων. Προεστοί και νοικοκυραίοι από κοινού τον κατήγγειλαν για αυταρχισμό. 

           

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Παρουσίαση βιβλίου: Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, Η Αθήνα και οι αθηναίοι πολιτικοί στην Επανάσταση του '21

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ