Το πρώτο εγχώριο κρούσμα του ιού του Δυτικού Νείλου στο Ρέθυμνο φέρνει στο προσκήνιο την παρουσία του ιού και στην Κρήτη, χωρίς ωστόσο να σημαίνει ότι το νησί βρίσκεται αντιμέτωπο με επιδημική έξαρση.
Ο καθηγητής Παθολογίας και Λοιμωξιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Διαμαντής Κοφτερίδης εξηγεί ότι η παρουσία του ιού στην Κρήτη δεν αποτελεί νέο φαινόμενο και υπογραμμίζει πως αυτό που χρειάζεται είναι ενημέρωση, πρόληψη και ιδιαίτερη προσοχή από τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής, ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται μέσω των κουνουπιών και έχει πλέον εγκατασταθεί ως ενδημικός στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης. Κατά τους θερινούς μήνες, όταν οι πληθυσμοί των κουνουπιών αυξάνονται, είναι δυνατόν να καταγράφονται επιδημικές εξάρσεις.
Ο κύκλος μετάδοσης συνδέεται κυρίως με τα αποδημητικά πουλιά, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν τον ιό. Τα κουνούπια μολύνονται από μολυσμένα πουλιά και στη συνέχεια μπορούν να μεταδώσουν τον ιό στον άνθρωπο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, σύμφωνα με τον κ. Κοφτερίδη, το γεγονός ότι το περιστατικό της 62χρονης χαρακτηρίστηκε εγχώριο. «Όταν λέμε εγχώριο κρούσμα εννοούμε το κρούσμα που εκδηλώθηκε τοπικά ενώ δεν υπήρξε κάποιο σχετικό ταξίδι από το άτομο που νόσησε», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Στην περίπτωση της 62χρονης, η εκτίμηση είναι ότι η μετάδοση έγινε στην περιοχή του Ρεθύμνου. Αυτό, όπως εξηγεί ο καθηγητής, σημαίνει ότι στην περιοχή υπάρχει ολόκληρη η αλυσίδα που επιτρέπει την κυκλοφορία του ιού. «Θεωρούμε ότι το κουνούπι την τσίμπησε στην περιοχή τη δική μας και αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν κι άλλα κουνούπια σαν κι αυτό και φυσικά σημαίνει ότι υπάρχουν και τα πουλιά που μολύνουν τα κουνούπια. Υπάρχει δηλαδή όλη η αλυσίδα και σ’ εμάς», σημειώνει.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι στο Ρέθυμνο ή γενικότερα στην Κρήτη υπάρχει σήμερα η εικόνα που καταγράφεται σε άλλες περιοχές της χώρας. «Απλά δεν έχουμε τα πολλά κρούσματα που έχει η περιοχή της Αττικής», διευκρινίζει.
Οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται ότι έχουν μολυνθεί
Ένα από τα στοιχεία που εξηγούν γιατί ο ιός μπορεί να περάσει απαρατήρητος είναι το γεγονός ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων δεν προκαλεί συμπτώματα ή προκαλεί πολύ ήπια συμπτωματολογία.
Ο καθηγητής Κοφτερίδης αναφέρει ότι περίπου το 80% των ανθρώπων που μολύνονται παραμένουν ασυμπτωματικοί, ενώ περίπου το 19% εμφανίζει ήπια συμπτώματα. Σε λιγότερο από 1% των περιπτώσεων μπορεί να εκδηλωθεί σοβαρή νόσος. «Τα ήπια συμπτώματα είναι η κακουχία που νιώθουμε όταν έχουμε μια ιογενή λοίμωξη και νιώθουμε κουρασμένοι. Μπορεί να υπάρχει πονοκέφαλος αλλά και λίγο πυρετός. Αυτά είναι τα συνηθισμένα συμπτώματα που τα περνάμε στο πόδι», εξηγεί.
Στις σοβαρές περιπτώσεις, όμως, η εικόνα αλλάζει σημαντικά, καθώς μπορεί να προσβληθεί το κεντρικό νευρικό σύστημα και να εμφανιστούν εκδηλώσεις όπως μηνιγγίτιδα ή ακόμη και εγκεφαλίτιδα. Σε ακραίες περιπτώσεις η νόσος μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο.
Ποιοι χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή
Αν και η σοβαρή νόσηση είναι σπάνια, υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών. Η ηλικία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες, με ιδιαίτερη προσοχή να απαιτείται για άτομα άνω των 75 ετών.
Στους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται επίσης η ανοσοκαταστολή, ο διαβήτης, ορισμένα καρδιαγγειακά και άλλα υποκείμενα νοσήματα, καθώς και ο αλκοολισμός.
Ο κ. Κοφτερίδης επισημαίνει πάντως ότι η απουσία αυτών των παραγόντων δεν αποκλείει απόλυτα την εμφάνιση σοβαρής νόσου, καθώς και η ηλικία από μόνη της μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα κινδύνου.
Ένα στοιχείο που καθιστά την πρόληψη ιδιαίτερα σημαντική είναι η απουσία μέχρι σήμερα ειδικής αντιικής θεραπείας για τη λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου.
«Δεν έχουμε ειδική θεραπεία για αυτόν τον ιό. Δεν έχουμε φάρμακα αντιϊικά και δεν έχουμε εμβόλιο», τονίζει ο καθηγητής.
Στις σοβαρές περιπτώσεις η αντιμετώπιση είναι υποστηρικτική και επικεντρώνεται στα συμπτώματα και στις επιπλοκές που μπορεί να εμφανίσει ο ασθενής. Όταν η κατάσταση είναι ιδιαίτερα βαριά, μπορεί να απαιτηθεί νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Για τον λόγο αυτό, η αποφυγή των τσιμπημάτων από κουνούπια αποτελεί το βασικό μέτρο προστασίας. Ο καθηγητής συνιστά ιδιαίτερη προσοχή σε όσους βρίσκονται σε περιοχές όπου υπάρχουν αυξημένοι πληθυσμοί κουνουπιών, ιδιαίτερα σε σημεία με στάσιμα νερά.
Η χρήση εντομοαπωθητικών, η τοποθέτηση σιτών στα παράθυρα και η παραμονή σε κλιματιζόμενους χώρους αποτελούν πρακτικά μέτρα που μπορούν να περιορίσουν την έκθεση στα κουνούπια.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται από τους ανθρώπους που ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες, οι οποίοι καλούνται να λαμβάνουν συστηματικά μέτρα προστασίας κατά την παραμονή τους σε εξωτερικούς χώρους.
Η κλιματική αλλαγή ευνοεί την κυκλοφορία του ιού
Η αύξηση της συχνότητας μετάδοσης του ιού συνδέεται, σύμφωνα με τον κ. Κοφτερίδη, και με τις συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.
Οι υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την υγρασία ευνοούν τη διατήρηση και την αύξηση των πληθυσμών των κουνουπιών, ενώ η παρουσία αποδημητικών πουλιών συμβάλλει στη διατήρηση του κύκλου μετάδοσης.
Με δεδομένο ότι οι καιρικές συνθήκες παραμένουν ευνοϊκές για την παρουσία κουνουπιών, ο καθηγητής εκτιμά ότι η ανάγκη για μέτρα περιορισμού των πληθυσμών τους θα παραμείνει και το επόμενο διάστημα.
«Θεωρώ ότι αυτό θα συνεχιστεί όλο το Σεπτέμβριο και ίσως και τον Οκτώβριο», αναφέρει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να συνεχιστούν οι παρεμβάσεις από τους αρμόδιους φορείς όπου κρίνεται απαραίτητο.
Η σημερινή εικόνα υπενθυμίζει έτσι ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου βρίσκεται και στην Κρήτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε τσίμπημα κουνουπιού οδηγεί σε σοβαρή νόσο. Η μεγάλη πλειονότητα των λοιμώξεων παραμένει ασυμπτωματική ή ήπια.
Σε κάθε περίπτωση, ο καθηγητής Κοφτερίδης ξεκαθαρίζει ένα ακόμη σημείο που συχνά προκαλεί ανησυχία. «Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο».
