Από την Κρήτη και το Ρέθυμνο στην Αθήνα και από εκεί στη Λυών, η διαδρομή της Ελένης Παττακού είναι μια διαδρομή γεμάτη τόπους, μνήμες και εικόνες που συνεχίζουν να επιστρέφουν στο έργο της. Η εικαστικός, που ζει και εργάζεται στη Γαλλία από το 1996, έχει δημιουργήσει μέσα από τη ζωγραφική, τη χαρακτική, τη λιθογραφία, την ξυλογραφία, το σχέδιο και τη μονοτυπία έναν προσωπικό εικαστικό κόσμο, όπου ο άνθρωπος, το τοπίο και η ιστορία συναντώνται.
Ιδιαίτερη θέση στη δουλειά της κατέχει το Άνω Μέρος, ο τόπος καταγωγής της, αλλά και ένας τόπος βαθιά σημαδεμένος από τη ναζιστική θηριωδία και τις εκτελέσεις των κατοίκων του. Τα πορτρέτα των εκτελεσθέντων, οι μνήμες που άκουσε από τη μητέρα και τη γιαγιά της και η φετινή εικαστική δράση στον ίδιο τον τόπο των εκτελέσεων αποτελούν για την ίδια έναν προσωπικό τρόπο συμμετοχής στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
Συνέντευξη: Αθηνά Πετρακάκη
Γεννηθήκατε στην Κρήτη, κατάγεστε από το Ρέθυμνο και το Άνω Μέρος, μεγαλώσατε στην Αθήνα και από το 1996 ζείτε και εργάζεστε στη Λυών. Αν κοιτάξετε σήμερα αυτή τη διαδρομή, ποιο από όλα αυτά τα «σπίτια» αισθάνεστε ότι υπάρχει μέσα στη ζωγραφική σας;
Είτε τους διάλεξες είτε σε διαλέγουν, όλοι οι τόποι αυτοί συντελούν σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που εκφράζουμε. Είναι ή πορεία του καθενός, οι τόποι μας χτίζουν, μας σφυρηλατούν. Η τέχνη είναι μια αποτύπωση αυτών όλων που συντελούν στην ύπαρξή μας.
Στο έργο σας συναντάμε ζωγραφική, χαρακτική, λιθογραφίες, ξυλογραφίες, σχέδιο και μονοτυπίες. Τι σας προσφέρει κάθε διαφορετικό μέσο και τι δεν μπορεί να σας δώσει το ένα σε σχέση με το άλλο;
Είναι φορές που το χρώμα και το τελάρο δίνουν την θέση τους στο μολύβι και το χαρτί ή το μέταλλο ή τον πηλό, γιατί μ’ αρέσει να δουλεύω με διαφορετικά υλικά. Άλλη ευαισθησία θα σου δώσει το χαρτί, άλλη δύναμη και υπομονή χρειάζεται το μαύρο της χαρακτικής, άλλη ταχύτητα εκτέλεσης και αμεσότητα έχεις με την μονοτυπία, αλλιώς θα σου μιλήσει η πέτρα, αλλιώς το ξύλο. Ο πηλός θα σου δώσει το τρισδιάστατο.
Έχετε ασχοληθεί με πολύ διαφορετικές θεματικές. Ανθρώπινες μορφές, ζώα, τοπία, θάλασσες, βιομηχανικά τοπία. Τι είναι αυτό που αναζητάτε όταν ξεκινάτε ένα καινούργιο έργο;
Μάλλον θα έλεγα ξεκινάω καινούργιες σειρές, ενότητες. Ένα έργο δεν βγαίνει ξεκάρφωτο εκτός λογικής, ακολουθώντας μόνο κανόνες τεχνικής αναπαράστασης.
Ασχολήθηκα για παράδειγμα για καιρό με βιομηχανικό τοπίο. Κάπως έτσι έβλεπα το σύγχρονο τοπίο και βέβαια ήμουν άμεσα δεμένη με το θέμα μου γιατί περιστοιχιζόμουν από εργοστάσια, καπνούς, τζιμινιέρες. Ήταν η καθημερινότητά μου που απλά μετέφερα στο τελάρο.
Άλλοτε είναι οι σειρές με τα ζώα, ή με τα δέντρα, ή με τους ανθρώπους. Όπως και να’χει αρχίζω ένα έργο βασισμένη πιθανώς σε φυσικό μοντέλο και το φέρνω στα μέτρα μου ψάχνοντας την δύναμη που κρύβεται και θα αναρριχηθεί με την δουλειά σιγά σιγά, και θα του δώσει λόγο ύπαρξης.
Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το τοπίο ως «πρωταγωνιστής» και πόσο ο άνθρωπος που αφήνει το αποτύπωμά του πάνω σε αυτό;
Ουσιαστικά ο άνθρωπος με ενδιαφέρει μάλλον πιο πολύ από ένα απλό τοπίο. Αν και σε μεγάλο μέρος της δουλειάς μου ο άνθρωπος είναι φαινομενικά απών, υπάρχει όμως πίσω από κάθε γιγαντιαία δημιουργία του. Έτσι όταν φτιάχνω πίνακες που το θέμα τους είναι τα εργοστάσια, πίσω υπονοείται ο άνθρωπος που δουλεύει εκεί, που τους δίνει όνομα, που περνάει την ζωή του πίσω από τα φουγάρα και τις σωληνώσεις.
Το Άνω Μέρος δεν είναι απλώς ο τόπος καταγωγής σας. Είναι ένας τόπος που κουβαλά μια βαθιά τραυματική ιστορία. Πότε νιώσατε όταν ότι αυτή η ιστορία έπρεπε να γίνει τέχνη;
Ένιωσα ότι εγώ ήθελα να πάρω μέρος στην ιστορία του τόπου μου με τον δικό μου τρόπο που ήταν αυτός της εικαστικής τέχνης. Οι ποιητές μας μιλούν για τα δεινά του τόπου μας, για τον αγώνα του λαού. Αυτοί γίνονται πηγή έμπνευσης και ποτίζουν με αισθήματα βαθιά τις συνειδήσεις μας. Η ιστορία του τόπου μου είναι η ιστορία που έχει γραφτεί στην Μεγάλη Έξοδο, στο Άξιον Εστί του Ελύτη, στην Στέρνα του Σεφέρη, στην Ρωμιοσύνη του Ρίτσου...
Έχετε δημιουργήσει πορτρέτα των εκτελεσθέντων του Άνω Μέρους, μια δουλειά που παρουσιάστηκε ως σημαντική συμβολή στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να ζωγραφίζει όχι απλώς πρόσωπα, αλλά ανθρώπους που έχουν χαθεί πριν από δεκαετίες;
Όταν καταπιαστείς με ένα πρόσωπο σε σχέδιο ή άλλη μορφή τέχνης περνάς ώρες μαζί του. Εκεί υπάρχει κάτι σαν διάλογος, μια επικοινωνία. Ρωτούσα και μάθαινα ότι μπορούσαν να μου πουν για τον καθένα. Ποια η ζωή του, ποια τα παιδιά του, ποιοι οι συγγενείς. Τι ήξεραν για τον καθένα τους. Και κει οι άνθρωποι αυτοί ζωντάνευαν και δεν ήταν πια παλιές φωτογραφίες ρετουσαρισμένες και μακρινές. Ήταν ένας - ένας οι άνθρωποι, ξεχωριστοί. Ήταν ίσως το πιο σημαντικό στην διαδικασία της δημιουργίας, κάτι που μοιάζει μεταφυσικό, αλλά πρόκειται για μια προσωπική σχέση, απλή κι ανθρώπινη.
Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε μιλήσει για την ανάγκη να «στήσετε όρθιους και ζωντανούς» τους εκτελεσθέντες. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια δουλειάς πάνω στη συγκεκριμένη θεματική, έχει αλλάξει ο τρόπος που τους κοιτάζετε;
Θα ήταν πολύ εγωιστικό να πιστεύω κάτι τέτοιο είτε τότε είτε τώρα και οι λέξεις αυτές ήταν βεβαίως συμβολικές. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν θύματα του φασισμού. Αυτό που μένει όρθιο είναι η μνήμη και το νόημα που η θυσία τους θα μας δώσει για να ξέρουμε ποιος είναι ο θύτης κι ο προδότης και να παλεύουμε να μην επαναληφθεί η φρίκη.
Για μένα είναι ζωντανές οι διηγήσεις της μητέρας μου για το κάψιμο του χωριού, αυτά που ζήσανε σαν παιδιά, τα γκρεμισμένα καμένα σπίτια, η ζωή των παιδιών μακριά απ’ τους δικούς τους στην Σχολή Ασωμάτων, η πατανία που μπόρεσε να πάρει η γιαγιά μου στον ξεριζωμό... Η μνήμη του θρήνου των γυναικών, το πλύσιμο των οστών κάθε παραμονή του μνημοσύνου, μνήμες παιδικές που ένιωσα την ανάγκη να τους δώσω μορφή και παρουσία, να σταθούν όχι σαν θρήνος πιά αλλά να υψωθούν στο φως αφήνοντας πίσω το σκοτάδι και το πένθος, μετατρέποντάς το σε δημιουργία. Κι όπως λέει ο Σεφέρης, “Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας - να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας... ρόδα ν’ ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.
Στο παρελθόν έχετε μιλήσει για την τέχνη ως έναν τρόπο να μετατρέπεται το δράμα σε κάτι «ανώτερο και οικουμενικό». Τι θέλετε να κρατήσει ένας άνθρωπος που δεν έχει καμία σχέση με το Άνω Μέρος, όταν βλέπει αυτά τα έργα;
Όταν βλέπουμε ένα έργο, αυτό που μένει, είναι συνήθως τα συναισθήματα που νιώσαμε και με ποιο τρόπο μας μίλησε αυτό που είδαμε. Αν μπήκαμε στο νόημα του έργου, ή τουλάχιστον αν του δώσαμε εμείς ένα προσωπικό νόημα και το συνταιριάσαμε με κάποιο στίχο, με κάποιο κοινό βίωμα, αυτό είναι αρκετό. Για το Άνω Μέρος ας θυμόμαστε ότι είναι ένα μαρτυρικό χωριό που πάλεψε μόνο του να αναστηλωθεί. Που έχει ένα παρελθόν αντίστασης, γενναιότητας και λεβεντιάς.
Φέτος, τον Αύγουστο του 2026, επιστρέψατε ξανά στο Άνω Μέρος για τις εκδηλώσεις μνήμης. Συμμετείχατε σε ένα εικαστικό δρώμενο με γυναίκες της κοινότητας. Τι θέλατε να εκφράσετε μέσα από αυτή τη συλλογική δράση;
Επιστρέφω κάθε χρόνο στο Άνω Μέρος. Είναι ο τόπος μου και οι άνθρωποί μου εκεί. Το φετινό εικαστικό ήταν εμπνευσμένο από τον Ελύτη, με τίτλο “μια παλάμη τόπος κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο” και ήταν βασικά μια εγκατάσταση στον τόπο των εκτελέσεων. Ήταν η πρώτη φορά που έγινε ένα δρώμενο στο μέρος των εκτελέσεων. Ήταν ένας τόπος που για δεκαετίες έμεινε σιωπηλός, τόσο ο πόνος ήταν βαρύς και λίγοι τον ανέφεραν.
Έστησα πουκάμισα που αιωρούνταν στον χώρο, ρούχα που κάποτε αγκάλιασαν την ζωή. Ήταν η άδεια παρουσία, η έκφραση της ζωής που έφυγε κάτω απ’ το χέρι του εκτελεστή.
Τοποθετήθηκε πινακίδα, οι παρευρισκόμενοι εναπόθεσαν δάφνες. Οι γυναίκες συχνά δεν εκφράστηκαν κι όμως έζησαν το βαρύ πένθος της απουσίας και σ’ αυτές θελήσαμε να δώσουμε την φωνή. Αυτές θα έλεγαν τα ονόματα των αγαπημένων που θυσιάστηκαν. Μίλησαν παιδιά θυμάτων, ακούστηκε ο εθνικός ύμνος.
Στη φετινή εκδήλωση, η εικαστική δράση περιγράφηκε ως ένας τρόπος να μοιραστούν «συναισθήματα που δεν χωρούν στον λόγο». Υπάρχουν πράγματα που η ζωγραφική μπορεί να πει για το Άνω Μέρος και το Ολοκαύτωμα που δεν μπορούν να ειπωθούν με μια ομιλία;
Κάθε ανθρώπινη έκφραση έχει τον λόγο της σε μια υπόθεση μνήμης. Φτάνει να μην προσβάλει το κεντρικό νόημα της θυσίας. Ο καθένας συλλαμβάνει με τον τρόπο του το νόημα του Ολοκαυτώματος. Μπορεί μία ομιλία να είναι αρκετή. Θεωρώ όμως ότι καλό είναι ο καθένας να δίνει ότι μπορεί να για μένει η μνήμη ζωντανή. Ο εικαστικός το εικαστικό έργο, ο ποιητής την ποίηση.
Τι σημαίνει για εσάς σήμερα η λέξη «πατρίδα»; Είναι ένας τόπος, μια μνήμη, οι άνθρωποι ή κάτι που κουβαλάμε μέσα μας όπου κι αν ζούμε;
Όλα μαζί. Κι όταν απομακρυνόμαστε γίνονται αυτό που κουβαλάμε μέσα μας και κανείς δεν μπορεί να μας αφαιρέσει.
Ζείτε στη Λυών, αλλά το Άνω Μέρος εξακολουθεί να επιστρέφει στη δουλειά σας. Τελικά απομακρύνεται ποτέ πραγματικά ένας καλλιτέχνης από τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε;
Η Ελλάδα γενικά επιστρέφει στην δουλειά μου. Η ποίηση, η ιστορία της, η γειτονιά μου στην Νέα Ιωνία στην Αθήνα, η Κρήτη και το χωριό μου. Κάπου μέσα μας ο τόπος μας είναι μια φλόγα ζωντανή που μας θρέφει.
