Ένα απίστευτο περιστατικό γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας έρχεται στο φως και προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης και καταγραφής πληρωμών από δημόσιες υπηρεσίες. Ένας πολίτης από το Ρέθυμνο βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δυσάρεστη έκπληξη όταν ενημερώθηκε πως οφείλει να πληρώσει κλήση του Λιμενικού Ταμείου Χανίων, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη παράβαση είχε εξοφληθεί κανονικά εδώ και περίπου 6,5 χρόνια.
Η υπόθεση ξεκινά τον Σεπτέμβριο του 2019 όταν ο Ρεθεμνιώτης οδηγός είχε σταθμεύσει το όχημά του σε σημείο του λιμανιού των Χανίων όπου απαγορευόταν η στάθμευση. Το Λιμενικό Ταμείο Χανίων του επέβαλε πρόστιμο ύψους 20 ευρώ, το οποίο ο πολίτης πλήρωσε κανονικά στη ΔΟΥ Ρεθύμνου, όπως προβλεπόταν από τη διαδικασία.
Το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Τουλάχιστον έτσι πίστευε ο ίδιος, όπως θα πίστευε και κάθε πολίτης που έχει εξοφλήσει μια διοικητική παράβαση και έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Δημόσιο.
Ωστόσο, πριν λίγες μέρες, έλαβε νέο ειδοποιητήριο σύμφωνα με το οποίο η ίδια κλήση εμφανιζόταν ως ανεξόφλητη και του ζητούνταν εκ νέου την πληρωμή του ποσού. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι ο πολίτης κατάφερε να αποδείξει πως δεν χρωστά ούτε ένα ευρώ μόνο και μόνο επειδή είχε κρατήσει την απόδειξη πληρωμής από το 2019.
Οι φωτογραφίες από τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα και τις αποδείξεις πληρωμής επιβεβαιώνουν ότι η οφειλή είχε πράγματι εξοφληθεί. Αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν είχε φυλάξει τα χαρτιά εκείνης της εποχής, δύσκολα θα μπορούσε να αποδείξει το δίκιο του απέναντι σε ένα σύστημα που φαίνεται να έχασε κάπου στη διαδρομή την καταγραφή της πληρωμής.
Το περιστατικό αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα που αφορά τη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών και την αξιοπιστία των ηλεκτρονικών ή χειρόγραφων αρχείων. Σε μια εποχή όπου οι πολίτες ενθαρρύνονται να εμπιστεύονται το κράτος και τις υπηρεσίες του, τέτοιου είδους περιστατικά ενισχύουν την καχυποψία και δημιουργούν αίσθημα ανασφάλειας.
Οι περισσότεροι πολίτες άλλωστε δεν κρατούν αποδείξεις πληρωμής για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Θεωρούν αυτονόητο ότι από τη στιγμή που πλήρωσαν μια υποχρέωση, το θέμα έχει οριστικά κλείσει. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα μπουν στη διαδικασία να διασταυρώσουν εάν η πληρωμή καταχωρήθηκε σωστά ή αν πέρασε στο σύστημα της αρμόδιας υπηρεσίας.
Κι όμως, η συγκεκριμένη περίπτωση δείχνει ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Ένα λάθος στην καταχώρηση, μια απώλεια στοιχείων, μια αστοχία στη μεταφορά δεδομένων ή μια εσωτερική δυσλειτουργία μπορεί να μετατρέψει έναν συνεπή πολίτη σε φαινομενικό οφειλέτη.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι μέχρι στιγμής δεν είναι γνωστό εάν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό ή αν υπάρχουν και άλλοι πολίτες που έχουν λάβει αντίστοιχα ειδοποιητήρια για ήδη πληρωμένες κλήσεις. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόσοι ενδεχομένως πλήρωσαν ξανά πρόστιμα επειδή δεν είχαν κρατήσει αποδείξεις ή επειδή δεν μπορούσαν να αποδείξουν την εξόφληση.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πολίτης βρίσκεται ουσιαστικά εγκλωβισμένος. Από τη μία πλευρά καλείται να αποδείξει ότι δεν οφείλει χρήματα και από την άλλη το ίδιο το Δημόσιο ενδέχεται να μην διαθέτει πλήρες αρχείο που να πιστοποιεί την πληρωμή.
Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι η αξία της κλήσης παρέμεινε ακριβώς ίδια. Είκοσι ευρώ ήταν το πρόστιμο το 2019, είκοσι ευρώ ζητούνται και σήμερα. Τουλάχιστον δεν επιβλήθηκαν προσαυξήσεις ή επιπλέον χρεώσεις μέσα σε αυτά τα χρόνια, κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να εκτοξεύσει το ποσό σε πολλαπλάσια επίπεδα.
Παρόλα αυτά, η ουσία του προβλήματος παραμένει σοβαρή. Δεν είναι το ύψος της οφειλής που προκαλεί την αγανάκτηση αλλά η αδυναμία του συστήματος να αναγνωρίσει μια πληρωμή που είχε πραγματοποιηθεί κανονικά. Και φυσικά το γεγονός ότι ο πολίτης χρειάστηκε να λειτουργήσει σαν προσωπικό αρχείο του κράτους για να προστατευθεί από μια άδικη χρέωση.



