ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τον Μητροπολίτη Τίτο Συλλιγαρδάκη*…

0

Στεκόμαστε σήμερα με σεβασμό και συγκίνηση μπροστά στη μνήμη μιας ξεχωριστής εκκλησιαστικής προσωπικότητας, ενός φωτισμένου Ιεράρχη, ενός ανθρώπου που άφησε βαθύ και ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην Εκκλησία της Κρήτης και ιδιαίτερα στην Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

Του μακαριστού Μητροπολίτη Τίτου Συλλιγαρδάκη.

Ο χρόνος περνά. Οι άνθρωποι φεύγουν. Οι εποχές αλλάζουν.

Τα πρόσωπα που κάποτε πρωταγωνιστούσαν στην καθημερινότητα ενός τόπου γίνονται σιγά-σιγά μέρος της ιστορίας του.

Υπάρχουν, όμως, ορισμένοι άνθρωποι που ο χρόνος δεν μπορεί να τους απομακρύνει από τη συλλογική μνήμη.

Γιατί το έργο τους μένει.

Και ο Τίτος Συλλιγαρδάκης είναι ένας από αυτούς.

Γεννήθηκε στη Νεάπολη Λασιθίου, στις 10 Φεβρουαρίου 1929, από τον Μιχαήλ Συλλιγαρδάκη και τη Μαρία Καφετζάκη. Από τα πρώτα του χρόνια φάνηκαν οι πνευματικές του δυνατότητες και η ιδιαίτερη κλίση του προς τα γράμματα και την Εκκλησία.

Το 1947, έχοντας ολοκληρώσει με άριστα τις γυμνασιακές του σπουδές, αναχώρησε για την Αμερική, όπου θα ακολουθούσε μια εντυπωσιακή πορεία σπουδών και πνευματικής καλλιέργειας.

Το 1953 έλαβε το πτυχίο του από τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης. Το 1956 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Επισκοπελιανή Θεολογική Σχολή της Νέας Υόρκης και το 1960 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η πορεία του δεν ήταν απλώς μια πορεία ακαδημαϊκής καταξίωσης.

Ήταν μια πορεία προετοιμασίας για τη διακονία.

 

Στις 16 Οκτωβρίου 1956 χειροτονήθηκε Διάκονος και στις 4 Νοεμβρίου του ίδιου έτους Πρεσβύτερος.

Για είκοσι δύο χρόνια υπηρέτησε την Εκκλησία στην Αμερική. Στην Ελληνορθόδοξη Κοινότητα του Μπρούκλιν προσέφερε σημαντικό ποιμαντικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο. Συνέβαλε στην ανέγερση του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτηρίου και γενικότερα στην ανάπτυξη του έργου της Αρχιεπισκοπής Αμερικής.

Παράλληλα, από το 1966 δίδαξε Ποιμαντική και Τελετουργική στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης.

Ήταν ένας κληρικός με βαθιά θεολογική μόρφωση, ευρύτητα πνεύματος και διεθνή εμπειρία.

Και όταν ήρθε η κατάλληλη ώρα άνοιξαν οι δρόμοι της επιστροφής για την Κρήτη, με την Επαρχιακή Σύνοδο της τοπικής Εκκλησίας που τον εξέλεξε ομόφωνα τον Μάιο του 1970 Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεότερης εκκλησιαστικής ιστορίας του Ρεθύμνου.

Ο Τίτος ήρθε στο Ρέθυμνο και δεν αντιμετώπισε την επισκοπή του απλώς ως έναν τόπο υπηρεσίας.

Την έκανε όραμα. Την έκανε έργο. Την έκανε αποστολή.

Για δεκαεπτά χρόνια, από το 1970 έως την κοίμησή του το 1987, εργάστηκε ακατάπαυστα για την Εκκλησία, για τον άνθρωπο, για τη νεολαία, για την κοινωνία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποιμαντορία του χαρακτηρίστηκε ως μια «Χρυσή Εποχή» για την Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

Ο τότε Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου, αείμνηστος Ειρηναίος Γαλανάκης, έγραψε μετά την εκδημία του Τίτου Συλλιγαρδάκη, λόγια που συνοψίζουν με μοναδικό τρόπο την παρουσία του.

Μίλησε για τον Επίσκοπο που τοποθετήθηκε στη «λυχνία» της Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και επί δεκαεπτά χρόνια κράτησε επάνω της το φως.

 

Και αυτή η εικόνα της λυχνίας είναι ίσως η πιο ταιριαστή για να περιγράψει τον Τίτο.

Γιατί ο Επίσκοπος, σύμφωνα με την εικόνα της Αποκαλύψεως, είναι τοποθετημένος πάνω στη λυχνία για να μεταδίδει το φως του Χριστού.

Και ο Τίτος προσπάθησε να κάνει ακριβώς αυτό.

Να κρατήσει αναμμένο το φως.

Να το μεταδώσει.

Να το κάνει έργο.

Να το κάνει προσφορά.

Να το κάνει αγάπη.

Έκτισε και ανακαίνισε Ναούς και Μονές.

Οργάνωσε τις ενορίες και τη λειτουργία της Μητροπόλεως.

Ενίσχυσε τον Ιερό Κλήρο.

Οργάνωσε και ανέπτυξε το φιλανθρωπικό έργο.

Ολοκλήρωσε τις νέες εγκαταστάσεις του Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας, του Γηροκομείου Ρεθύμνου.

Ανακαίνισε το ιστορικό Επισκοπικό Μέγαρο στην παλιά πόλη.

Και δημιούργησε το νέο Επισκοπείο στον λόφο του Τιμίου Σταυρού.

Εκεί, μέσα στη χλόη και ανάμεσα στα βράχια, όπως ο ίδιος είχε περιγράψει τον τόπο, οραματίστηκε και προσπάθησε να δημιουργήσει κάτι ακόμη μεγαλύτερο: μια Θεολογική Σχολή.

Ένα όνειρο που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

Όμως δεν έμεινε μόνο στα κτίρια.

Γιατί η Εκκλησία δεν είναι πέτρες.

Είναι άνθρωποι.

Και ο Τίτος το γνώριζε καλά.

Γι' αυτό δημιούργησε το Κέντρο Νεότητας και άνοιξε τις πόρτες των εκκλησιαστικών εγκαταστάσεων στους νέους ανθρώπους.

Και αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα σε αυτό.

Γιατί δείχνει έναν Επίσκοπο που δεν έβλεπε μόνο το παρόν.

Έβλεπε το μέλλον.

Έβλεπε τη νεολαία.

Έβλεπε την ανάγκη να δημιουργηθούν υποδομές που θα υπηρετούσαν ανθρώπους για πολλές δεκαετίες μετά από εκείνον.

Αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεγάλης προσφοράς του.

Ο Τίτος δεν ήταν μόνο άνθρωπος της διοίκησης και της δημιουργίας.

Ήταν άνθρωπος της θεολογίας και του λόγου.

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, με βιβλία θεολογικού περιεχομένου, μελέτες, άρθρα, εισηγήσεις και ομιλίες.

Ο κατάλογος των εκδόσεων του περιλαμβάνει 19 αυτοτελή έργα, εκ των οποίων τα 14 εκδόθηκαν σε βιβλία, δύο δημοσιεύθηκαν στο Περιοδικό ‘Κοίμησις της Θεοτόκου’ στη Νέα Υόρκη και δύο ήταν οι διατριβές του στα Πανεπιστήμια της Αμερικής.

Ανάμεσα σε αυτά το Κρητικό Λειμωνάριο, που έλαβε και την μεγάλη διάκριση της Ακαδημίας Αθηνών.

Διασώζονται, επίσης, 149 άρθρα, μελέτες, προσφωνήσεις, λόγοι και εγκύκλιοί του ενώ εξέδωσε περιοδικά που αποτέλεσαν σημαντικά μέσα επικοινωνίας και πνευματικής καλλιέργειας: την «Κοίμησιν της Θεοτόκου», τον «Ιερέα» στην Αμερική καθώς επίσης τον «Παράκλητο» στο Ρέθυμνο.

Ο λόγος του ήταν μεστός, θεολογικός, αλλά ταυτόχρονα ζωντανός και ανθρώπινος.

Ήταν, όπως τον θυμούνται όσοι τον γνώρισαν, μελωδικός λειτουργός, άνθρωπος της ευπρέπειας, της αισθητικής και της ιεροπρέπειας.

Και ίσως γι' αυτό έμεινε στη μνήμη του Ρεθύμνου με ένα χαρακτηρισμό που περικλείει πολλά:

«Ο Τίτος ο Μεγαλοπρεπής».

Όχι μόνο για την εξωτερική του παρουσία.

Αλλά για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την αποστολή του.

Για την ποιότητα.

Για την αξιοπρέπεια.

 

Για την ευθύνη.

Για την προσφορά.

Για την πίστη ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα.

Υπήρξε ένας άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα.

Είχε άποψη.

Είχε τόλμη.

Είχε αποφασιστικότητα.

Αλλά, όπως σημείωσε ο Ειρηναίος Γαλανάκης, στις συνάξεις της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου Κρήτης είχε την προσωπική του γνώμη, χωρίς να είναι άνθρωπος των άκρων.

Και αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να θυμόμαστε.

Γιατί η πραγματική δύναμη ενός ανθρώπου δεν βρίσκεται μόνο στο να έχει άποψη.

Βρίσκεται και στο να μπορεί να συνεργάζεται, να συνθέτει, να υπηρετεί και να προχωρεί μπροστά.

Ο Τίτος είχε τη δύναμη να δημιουργεί.

Και δημιούργησε πολλά.

Δεν αγαπούσε τα μεγάλα λόγια χωρίς αποτέλεσμα.

Ήθελε το όραμα να γίνεται πράξη.

Ήθελε η ιδέα να γίνεται έργο.

Ήθελε η πίστη να γίνεται διακονία.

Και ίσως ένα ακόμη χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του να βρίσκεται σε μια λεπτομέρεια που σήμερα μοιάζει εντυπωσιακά σύγχρονη.

Στις σελίδες του «Παρακλήτου» δημοσιεύονταν αναλυτικές καταστάσεις των οικονομικών της Μητροπόλεως και των Ευαγών Ιδρυμάτων.

Με άλλα λόγια, ο ίδιος επέλεξε τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, χωρίς να υπάρχει τότε η θεσμική υποχρέωση που γνωρίζουμε σήμερα.

Αυτό δείχνει άνθρωπο που κατανοούσε ότι η εκκλησιαστική διακονία δεν είναι προσωπική υπόθεση.

Είναι ευθύνη.

Και όπου υπάρχει ευθύνη, πρέπει να υπάρχει και λογοδοσία.

 

Αυτός ήταν ο Τίτος.

Ένας άνθρωπος που είχε λάβει πολλά χαρίσματα και αισθανόταν ότι αυτά δεν του ανήκαν.

Ότι του είχαν δοθεί για να τα επιστρέψει στην Εκκλησία και στον άνθρωπο.

Γι' αυτό και η ζωή του δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με τα χρόνια.

Πρέπει να μετρηθεί με το έργο.

Με τους ανθρώπους που ευεργετήθηκαν.

Με τους Ναούς που οικοδομήθηκαν.

Με τους νέους που στηρίχθηκαν.

Με τους ηλικιωμένους που βρήκαν στέγη και φροντίδα.

Με τους κληρικούς που συνεργάστηκαν μαζί του.

Με τα βιβλία που έγραψε.

Με τις ψυχές που παρηγόρησε.

Με την πνευματική παρακαταθήκη που άφησε.

Για τον Τίτο το αξίωμα δεν ήταν αυτοσκοπός.

Η αποστολή ήταν ο σκοπός.

Το Ρέθυμνο ήταν η ευθύνη του.

Το ποίμνιό του ήταν η οικογένειά του.

Και η Εκκλησία ήταν η ζωή του.

Γι' αυτό και όταν έφυγε, στις 11 Σεπτεμβρίου 1987, δεν έφυγε απλώς ένας Μητροπολίτης.

Έφυγε ένας πνευματικός πατέρας.

Έφυγε ένας δημιουργός.

Έφυγε ένας άνθρωπος που είχε προλάβει, μέσα σε δεκαεπτά χρόνια, να αφήσει πίσω του έργο που θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε πολύ περισσότερες δεκαετίες.

Ο Ειρηναίος Γαλανάκης έγραψε τότε ότι ο «πρόωρος θάνατος» του Τίτου στέρησε την Εκκλησία της Κρήτης από έναν εκλεκτό Ιεράρχη και χαρακτήρισε την πνευματική οικοδομή και την παρακαταθήκη του ως «μνημόσυνον αιώνιον».

Αυτό το «μνημόσυνον αιώνιον» είναι ίσως και η βαθύτερη σημασία της σημερινής ημέρας.

Γιατί το μνημόσυνο δεν είναι μόνο ανάμνηση.

 

Είναι ευγνωμοσύνη.

Δεν θυμόμαστε σήμερα τον Τίτο μόνο επειδή υπήρξε Μητροπολίτης.

Τον θυμόμαστε επειδή υπήρξε άνθρωπος που υπηρέτησε.

Και η καλύτερη τιμή προς έναν άνθρωπο που υπηρέτησε την Εκκλησία είναι να συνεχίσουμε να θυμόμαστε το ήθος της διακονίας του.

Να θυμόμαστε ότι η μόρφωση έχει αξία όταν γίνεται προσφορά.

Ότι η εξουσία έχει αξία, όταν γίνεται ευθύνη.

Ότι το όραμα έχει αξία όταν μετατρέπεται σε πράξη.

Ότι η πραγματική πίστη μετουσιώνεται σε έργο αγάπης.

Και ότι ένας άνθρωπος μπορεί να φύγει από αυτόν τον κόσμο, αλλά να συνεχίζει να ζει μέσα από τα έργα του και μέσα στις καρδιές εκείνων που ευεργέτησε.

Ας είναι, λοιπόν, η σημερινή ημέρα όχι μόνο ημέρα μνήμης, αλλά και ημέρα ευγνωμοσύνης.

Ευγνωμοσύνης προς τον Θεό που χάρισε στην Εκκλησία της Κρήτης έναν τέτοιο Ιεράρχη.

Ευγνωμοσύνης προς τον ίδιο τον μακαριστό Τίτο για όσα προσέφερε.

Και ευθύνης όλων μας να διαφυλάξουμε και να αξιοποιήσουμε την παρακαταθήκη του.

Ο Τίτος Συλλιγαρδάκης υπήρξε πράγματι μια μεγάλη ευλογία για το Ρέθυμνο, για την Εκκλησία της Κρήτης και για την Ορθοδοξία.

Ήταν ένας άνθρωπος που έζησε με επίγνωση της αποστολής του.

Ένας Επίσκοπος που δεν αρκέστηκε στο να ποιμάνει.

Αλλά θέλησε να οικοδομήσει.

Να στηρίξει.

Να μορφώσει.

Να θεραπεύσει.

Να προσφέρει.

Και τελικά να αφήσει πίσω του ένα φως.

Το φως της λυχνίας του.

Ένα φως που εξακολουθεί να φωτίζει τη μνήμη μας.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Και ας έχουμε όλοι την ευχή του.

 

*Εκφωνήθηκε την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026 στην Ιερά Μονή Σωτήρος Χριστού Κουμπέ στην τέλεση του Ιερού Μνημοσύνου για τα 39 έτη από την κοίμηση Του.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Για τον Μητροπολίτη Τίτο Συλλιγαρδάκη*…

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ