1.Τον Ιούλιο του 2013 πραγματοποιήθηκε στο Ατσιπόπουλο ένα αξιόλογο Συνέδριο, με τον τίτλο «Εν Ατσιποπούλω». Στις 28 του μήνα εκείνου πραγματοποίησα σ’ αυτό μια εισήγηση, που την τιτλοφόρησα «Τα σπήλαια του Ατσιπόπουλου». Ο διοργανωτής του Συνεδρίου Πολιτιστικός Σύλλογος δεν προχώρησε στη συνέχεια στην έκδοση Πρακτικών, καθήκον το οποίο προσπάθησε να αναπληρώσει με την κυκλοφορία των βιντεοσκοπημένων ανακοινώσεων με τη μορφή ενός συμπαγούς δίσκου (cd). Θυμίζω ότι στη μη έκδοση Πρακτικών τον ακολούθησε η Ομοσπονδία Αμαριωτών, που διοργάνωσε Συνέδριο για την τέως επαρχία Αμαρίου, πλην ενός τόμου, τον οποίο επιμελήθηκε και επιβαρύνθηκε ο αείμνηστος Στέργιος Μανουράς. Οι σημερινές λοιπόν και οι επόμενες «Ιστορικές περιηγήσεις» φιλοξενούν την εισήγησή μου εκείνη, χωρίς τις υποσημειώσεις και παραπομπές της, συμπεριλαμβάνοντας μικρό αριθμό από τις διαφάνειες που τη συνόδευαν.
2. Η διοικητική περιφέρεια του Ατσιπόπουλου ορίζεται προς τα βόρεια από τη θάλασσα, συμπεριλαμβάνοντας τα Νησάκια ή Νησόπουλα και μερικούς σκοπέλους, από τα νότια από την περιφέρεια του Καστέλου και από τα ανατολικά και τα δυτικά από τα φαράγγια του Αγίου Αντωνίου και της Ζουρίδας. Τα φαράγγια αυτά διανοίχτηκαν από χειμάρρους, που σε περιόδους βροχοπτώσεων καθίστανται ορμητικοί, εφόσον τα πετρώματα φυλλιτών-χαλαζιτών βορείως του Βρύσινα, των οποίων τις απορροές συγκεντρώνουν, παρουσιάζουν μικρές κατεισδύσεις.
3. Η περιοχή είναι ευνοημένη τόσο σε σπήλαια, όπως αυτά ορίζονται από την σπηλαιολογία, με μέγεθος δηλαδή ικανό να περιλάβουν έναν τουλάχιστον ενήλικα, όσο και σε άλλες καρστικές μορφές, φαράγγια, καταβόθρες, δολίνες και δακτυλιογλυφές. Μερικά από τα σπήλαια αυτά είναι καρστικά (υδρικά), κάποια άλλα οφείλουν τη δημιουργία τους στην αιολική διάβρωση και κάποια στη συνδυασμένη καρστική και αιολική διάβρωση. Τα περισσότερα όμως από τα σπήλαια του Ατσιπόπουλου είναι ενάλια, διανοιγμένα σε ασβεστόλιθους ή ψαμμίτες και άλλα ιζηματογενή πετρώματα από την μηχανική ενέργεια των κυμάτων. Τα σπήλαια αυτά είναι σημαντικά όχι τόσο για το διάκοσμο ή το μέγεθός τους, αν και υπάρχουν και τέτοια, όσο για το παλαιοντολογικό και το αρχαιολογικό τους περιεχόμενο αλλά και τη φυσική τους ομορφιά.
4. Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι για την εργασία αυτή αντλώ στοιχεία όχι μόνο από τη βιβλιογραφία και από τις επιτόπιες επισκέψεις μου αλλά και από το αρχείο του Τοπικού Τμήματος Δυτικής Κρήτης της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, της οποίας είμαι μέλος εδώ και τρεις δεκαετίες. Στον κατάλογο της Ε.Σ.Ε. που συντάχθηκε από τον αείμνηστο Ελευθέριο Πλατάκη 1975 και επικαιροποιήθηκε από εμένα το 1998 και το 2011, περιλαμβάνονται 19 συνολικά σπηλαιώσεις στην περιοχή του Ατσιπόπουλου. Τον αριθμό αυτό φιλοδοξώ να ανεβάσω σήμερα σε άνω των 40, πιστεύοντας ότι στην πραγματικότητα αυτές προσεγγίζουν τις εβδομήντα. Όλες οι εγγραφές, εκτός του Γιαννουλογιώργη ο Σπήλιος στην περιοχή Καθάρια, βρίσκονται στην ακτογραμμή του Ατσιπόπουλου.
5. Τα σπήλαια και οι βραχοσκεπές αυτές δεν είναι για την ακρίβεια ενάλια. Η σημερινή τους θέση είναι αρκετά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, παρόλο που τα περισσότερα διανοίχτηκαν από τη διαβρωτική της ενέργεια, ως αποτέλεσμα των μεταβολών της στάθμης της από τις εποχές των παγετώνων. Τα σπήλαια αυτά είναι λοιπόν παράκτια, ενώ βάσιμη είναι η υποψία ότι πολλά ακόμη κρύβονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, είναι δηλαδή υποθαλάσσια, όπως πολύ δυτικότερα το γνωστό Σπήλαιο των Ελεφάντων στον Αποκόρωνα (εικόνα).
6. Τα σπήλαια του Ατσιπόπουλου αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, το οποίο εκκινεί από το γνωστότερο στους παλιότερους Παγοποιείο στον Άγιο Νικόλαο του Ρεθύμνου και συνεχίζει προς τον Άγιο Σπυρίδωνα του Κουμπέ. Πολλά παράκτια σπήλαια διανοίγονται και στην ακτογραμμή του Στρατοπέδου, στον μυχό της οποίας με εκείνη του Κουμπέ διανοίγεται σημαντικό λατομείο πωρόλιθου της Βενετοκρατίας ή και παλιότερο. Τρία ακόμα τεχνητά σπήλαια-λατομεία εντοπίζονται στην εκβολή του φαραγγιού της Ζουρίδας. Παράκτια σπήλαια εντοπίζονται και γύρω από την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, λίγο μετά από την οποία εκβάλει το ρέμα του Αγίου Αντωνίου. Η ακολουθία των παράκτιων σπηλαίων συνεχίζεται και μετά το πέρας της περιφέρειας του Ατσιπόπουλου, προς την περιοχή του Γερανίου, και μετά από αυτήν, μέχρι ουσιαστικά τον οικισμό του Πετρέ, με ολοένα φθίνουσες όμως εμφανίσεις.
7. Το μήκος της ακτής δεν ξεπερνά τα δύο χιλιόμετρα, η διαδρομή όμως είναι σε ορισμένα σημεία εξαιρετικά δύσβατη, αφού τα παλιότερα μονοπάτια έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Η αντίθεση ανάμεσα στην υπερανεπτυγμένη ανατολική ακτή του Ρεθύμνου και στην παρατημένη στη μοίρα της και στην ακηδία των ανθρώπων δυτική, είναι μεγάλη. Για να είμαστε ακριβείς με την ιστορία, θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι η περιοχή ήταν άβατη για την εξουσία ήδη από τις περιόδους της ενετικής και οθωμανικής κατοχής, οπότε φιλοξενούσε πειρατικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα γύρω από το Καμάρι του Γερανιού και τη Λίμνη, το Μαυρομούρι, τη Χρυσοπηγή, τη Βλυχάδα και το Φωκαύλακο του Ατσιπόπουλου. Τα σπήλαιά της είχαν την εποχή εκείνη την ευκαιρία να λειτουργούν και ως χώροι απόκρυψης πειρατικού κούρσους, όπως και αργότερα, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για τον ανεφοδιασμό των γερμανικών υποβρυχίων, αν φυσικά έχει βάση ο ισχυρισμός αυτός της ρεθεμνιώτικης παράδοσης.
8. Για τον εισηγητή, που θα το ομολογήσει εδώ, αποτελεί αγαπημένη περιοχή. Έχει μάλιστα προσπαθήσει να την κάνει να την αγαπήσουν παλιότερα και οι μαθητές του και οι γονείς τους, ερευνώντας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και δημοσιεύοντας μ’ αυτούς σε αυτοτελή έκδοση υπό τον τίτλο «Οι ακτές του Ρεθύμνου» τα αξιοθέατά της, ιδιαίτερα τις Αλυκές και τα σπήλαια. Αλυκές για τις οποίες δεν υπήρχε μέχρι τότε βιβλιογραφία αλλά που, όπως φαίνεται από βυζαντινό όστρακο που εντοπίσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνας σ’ αυτές και παραδώσαμε στις αρμόδιες αρχές, είναι πιθανόν να χρονολογούνται από τη μακρινή εκείνη εποχή. Εξίσου αγαπημένη έγινε η περιοχή και για την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία, από τη δεκαετία του 1960 και μεταγενέστερα, και είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτή έχουν πραγματοποιηθεί 3 από τις 20 μέχρι σήμερα εθιμικές κοπές πρωτοχρονιάτικων πιτών, στους σπηλαιώδεις ναούς του Αγίου Αντωνίου του ομώνυμου φαραγγιού το 1994, Αγίου Αντωνίου στο σπήλαιο Αβάτζου το 2013 και του Αγίου Νικολάου το 2021.
9. Ας δούμε όμως από κοντά τα σπήλαια και τις σπηλαιώσεις της ακτογραμμής του Ατσιπόπουλου. Διανοίγονται σε πετρώματα ασβεστόλιθων της σειράς της Τρίπολης, που βρίσκονται σε στρωματογραφική επαφή με τους υπερκείμενους μαργαϊκούς ασβεστόλιθους του Μειόκαινου. Το πρώτο σημαντικών διαστάσεων σπήλαιο διανοίγεται στο επίπεδο της θάλασσας και μέσα στην σημερινή ιδιοκτησία του Στρατοπέδου Θεοδωράκη, στο ύψος περίπου της σκοπιάς του ΚΨΜ. Έχει συνολικό μήκος 45 μέτρων και το πέτρωμά του είναι κατά τόπους οστεοπαγές. Το σπήλαιο εξερευνήθηκε για πρώτη φορά και χαρτογραφήθηκε από τους σπηλαιολόγους Γιώργο Καλούδη και Ζαχαρία Τσιριντάνη στις 11-6-1995.
10. Κοντά στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής διανοίγονται δύο έγκοιλα, γνωστά στη βιβλιογραφία ως Σπήλαιο Παναγία 1 και Σπήλαιο Παναγία 2. Η οροφή του πρώτου έχει καταπέσει και το ενδιαφέρον του εντοπίζεται στο πλήθος απολιθωμένων οστών νάνων ελεφάντων που περιέχουν τα ιζήματά του. Κοντά στην εκκλησία διανοίγεται και το δεύτερο από τα σπήλαια αυτά, με διαστάσεις 4,00 × 7,00 × 3,00 μέτρα και διακόσμηση μικρών σταλακτιτών και μιας μεγάλης σταλαγμιτικής κολώνας. Είναι πολύ πιθανόν να αποτελεί το κατάλοιπο βραχοκλησιάς αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη Ερημίτη, από την οποία είχε ονοματοδοτηθεί ολόκληρο το ακρωτήριο στη Βενετοκρατία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τεχνητή διαμόρφωση σε παλιότερες εποχές μιας παραπλήσιας βραχοσκεπής, έτσι ώστε να μπορεί να αποσύρεται εκεί και να διαχειμάζει λέμβος.
11. Το Σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου (Αριθμός Σπηλαιολογικού Μητρώου Ελλάδας 509, Αριθμός Σπηλαιολογικού Μητρώου Κρήτης 1984) του ομώνυμου φαραγγιού είναι ασφαλώς γνωστό σε όλους, περισσότερο ως θρησκευτικό προσκύνημα. Οπωσδήποτε η ηλικία του σπηλαιώδους ναού είναι πολύ παλιότερη από τα μέσα του 19ου αιώνα, που αναφέρεται στη βιβλιογραφία, όπως φαίνεται από μερικές λεπτομέρειες του κτίσματος. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόταν πάντα δίπλα στον μοναδικό δρόμο προς τα Χανιά, γειτνιάζοντας με την εντυπωσιακή Ατσιπουλιανή Καμάρα. Οι διαστάσεις του σπηλαίου είναι περίπου 11,00 × 8,00 μέτρα. Το διπλανό του σπήλαιο έχει μετατραπεί σε τραπεζαρία με πάγκους, για τις ανάγκες εορτασμού του αγίου. Δεν είναι πολύ μικρότερο από το προηγούμενο, έχοντας διαστάσεις 6,80 × 8,40 μέτρα. Παραδίπλα διανοίγεται μικρότερο σπήλαιο, όπως και στο απέναντι πρανές του φαραγγιού.
12. Τα καταγραμμένα ήδη από τη δεκαετία του 1960 σπήλαια της Μύτης του Γρύντα θα πρέπει σήμερα να θεωρούνται χαμένα, καταχωμένα από τα μπάζα της ισοπέδωσης του ακρωτηρίου για τη δημιουργία των εγκαταστάσεων του βιολογικού καθαρισμού του Ρεθύμνου στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα. Προειδοποίηση για τις επερχόμενες τότε καταστροφές απολιθωματοφόρων θέσεων είχα υποβάλει τότε στο Νομαρχιακό Συμβούλιο και δημοσιεύσει στον τοπικό τύπο, εκλαμβανόμενος μάλλον ως γραφικός τύπος. Πρόκειται για τα σπήλαια Ανώνυμο 1 και 2 (ΑΣΜΕ 531 και 532), έκτασης 56 και 40 τετραγωνικών μέτρων, και πολλά μικρότερα, τα οποία όμως δεν πρόλαβαν να καταγραφούν.
13. Ακολουθεί -σε σταθερή πορεία προς τα δυτικά- ο Λαχταριδόσπηλιος (ΑΣΜΕ 533, ΑΣΜΚ 1276), σημαντικών για τα μέτρα των σπηλαίων της περιοχής διαστάσεων, μήκους 35 μέτρων, πλάτους 27 και ύψους 5,5 μέτρων. Στη συνέχεια διανοίγεται ο Μεγάλος Περιστερές (ΑΣΜΕ 163, ΑΣΜΚ 1277), το μεγαλύτερο από τα σπήλαια του Ατσιπόπουλου. Έχει μήκος 57,5 μέτρα, πλάτος 32,5 και ύψος 20. Είναι ένα ευμέγεθες σπήλαιο που διαθέτει αξιόλογο σταλαγμιτικό διάκοσμο, όπως και ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης όλων των ιστορικών περιόδων. Οι συχνότεροι θαμώνες του σήμερα είναι οπωσδήποτε οι κυνηγοί, οι οποίοι δεν διστάζουν να πυροβολούν μέσα στο σπήλαιο για να αποκομίσουν κάποιο περιστέρι ή και νυχτερίδα (λαχταρίδα) αλλά και χελιδόνια, οι περισσότερο αδαείς ή αδιάφοροι απ’ αυτούς. Μια σπασμένη πέτρινη γούρνα μαρτυρεί για την παιδεία κάποιων από εκείνους που συχνάζουν. Πρόσφατα ξεκίνησε στο σπήλαιο αυτό παλαιοντολογική ανασκαφή.
14. Ο Μικρός Περιστερές παραδίπλα (ΑΣΜΕ 164, ΑΣΜΚ 1273) έχει μήκος 38 μέτρα, πλάτος 32 και ύψος 7 μέτρα, και διασώζει μέρος του σταλαγμιτικού του διακόσμου.
Την περιήγησή μας όμως από αυτόν μέχρι το φαράγγι της Ζουρίδας, θα συνεχίσουμε στις επόμενες «Ιστορικές περιηγήσεις». Σημειώνω, τελειώνοντας σήμερα, ότι προτίθεμαι να οργανώσω μετά τις γιορτές έναν φυσικοϊστορικό περίπατο στην «Ατσιπουλιανή Ριβιέρα», εάν φυσικά υπάρχει και εκδηλωθεί από τους αναγνώστες το σχετικό ενδιαφέρον.
