Ηλίας Κυριακάκης: «Τα καύσιμα είναι μόνο η αρχή...»
Δραματική συρρίκνωση καταγράφεται στην αλιευτική δραστηριότητα στο Ρέθυμνο. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις έφεραν και πάλι στο φως, σειρά άλυτων, σοβαρών ζητημάτων που αντιμετωπίζει ο κλάδος των αλιέων. Η οικονομική επιβάρυνση από το κόστος των καυσίμων που εκτίναξε το κόστος του επαγγέλματος ήταν μόνο η αρχή ή μάλλον η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, όπως σημειώνει, μιλώντας στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» ο Ηλίας Κυριακάκης, o οποίος ήταν σύμβουλος των επαγγελματιών αλιέων Ρεθύμνης και μέλος στο Δ.Σ. του Συλλόγου Ερασιτεχνών Αλιέων Ρεθύμνης.
Η συζήτηση που ακολουθεί αναδεικνύει το σύνολο των υφιστάμενων προβλημάτων και επικεντρώνει στα ζητήματα των τοπικών επαγγελματιών και ερασιτεχνών της αλιείας.
Πάντως, μετά τη συζήτησή μας με τον κ. Κυριακάκη, πληροφορηθήκαμε ότι η κυβέρνηση καθόρισε την επιδότηση του αλιευτικού πετρελαίου στα 40 λεπτά ανά λίτρο για το δίμηνο Σεπτεμβρίου–Οκτωβρίου, ενώ προετοιμάζει πρόγραμμα αποζημιώσεων ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ για τις ζημιές από θαλάσσια θηλαστικά στους παράκτιους αλιείς. Οι ανακοινώσεις έρχονται μετά την κινητοποίηση του κλάδου από την 1η έως τις 10 Οκτωβρίου, με τους αλιείς να αναμένουν πλέον την άμεση εφαρμογή των μέτρων στήριξης.
Από την 1η έως τις 10 Οκτωβρίου, οι αλιείς προχώρησαν σε σοβαρές πανελλαδικές κινητοποιήσεις, με βασικό αίτημα τη στήριξη απέναντι στην αύξηση του κόστους των καυσίμων. Πόσο καθοριστικό είναι το κόστος αυτό για τη βιωσιμότητα του κλάδου;
Το κόστος των καυσίμων είναι καθοριστικό, αλλά δεν επιβαρύνει με τον ίδιο τρόπο όλες τις μορφές αλιείας. Πρέπει να διακρίνουμε τη μέση από την παράκτια αλιεία, καθώς διαφέρουν τόσο ως προς τα εργαλεία που χρησιμοποιούν όσο και ως προς τις αποστάσεις που διανύουν και τις ανάγκες τους σε καύσιμα.
Στη μέση αλιεία δραστηριοποιούνται οι μηχανότρατες και τα γρι γρι. Το 2025, στην Ελλάδα υπήρχαν 450 σκάφη των τύπων αυτών, τα οποία παρήγαγαν περίπου το 77% της συνολικής ποσότητας των αλιευμάτων της χώρας, 32.000 τόνους περίπου.
Η κατανάλωση καυσίμων είναι ιδιαίτερα υψηλή στα σκάφη αυτά, αφού καταναλώνουν αρκετούς τόνους πετρελαίου σε ένα εικοσιτετράωρο αλιευτικής δραστηριότητας, ανάλογα και με την ισχύ του σκάφους, τα μίλα που διανύει και τον τρόπο λειτουργίας του. Όταν η τιμή του πετρελαίου αυξάνεται απότομα, το λειτουργικό κόστος εκτοξεύεται για τη μέση αλιεία.
Η παράκτια αλιεία αντίθετα, στηρίζεται σε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό σκαφών, τα οποία χρησιμοποιούν κυρίως στατικά δίχτυα και παραγάδια. Τα περισσότερα δραστηριοποιούνται σε σχετικά μικρές αποστάσεις από την ακτή, διανύουν πολύ λιγότερα μίλα και καταναλώνουν αισθητά λιγότερα καύσιμα. Το 2025, τα σκάφη της κατηγορίας αυτής ανέρχονταν σε 10.950 και παρήγαγαν περίπου 9.700 τόνους αλιευμάτων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η παράκτια αλιεία δεν πλήττεται από τις αυξήσεις. Για έναν μικρό επαγγελματία, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη αύξηση στο κόστος των καυσίμων μπορεί να εξαφανίσει το ήδη μικρό περιθώριο κέρδους του, ιδιαίτερα όταν η ψαριά είναι περιορισμένη.
Στις κινητοποιήσεις του Οκτωβρίου πρωτοστάτησαν οι επαγγελματίες της μέσης αλιείας. Μετά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν για τη στήριξή τους, οι κινητοποιήσεις ανεστάλησαν. Το ουσιαστικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν τα μέτρα που θα ληφθούν θα αποδειχθούν επαρκή και αν θα εξασφαλίσουν πραγματική δυνατότητα συνέχισης της αλιευτικής δραστηριότητας, στους δύο αυτούς κλάδους.
Είναι, λοιπόν, μόνο τα καύσιμα; Ποια άλλα προβλήματα αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες της αλιείας;
Η αύξηση του κόστους των καυσίμων έφερε στην επιφάνεια προβλήματα που συσσωρεύονται εδώ και χρόνια και απειλούν τη βιωσιμότητα ολόκληρου του κλάδου.
Η μέση αλιεία αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, τη μείωση των αλιευτικών αποθεμάτων, την αύξηση των λειτουργικών δαπανών και την πίεση που ασκούν οι περιορισμοί και οι έλεγχοι. Οι επαγγελματίες ζητούν επίσης αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παράνομης αλιείας και ίση εφαρμογή των κανόνων σε όλα τα σκάφη που δραστηριοποιούνται στις ελληνικές θάλασσες. Έχουν εκφράσει διαμαρτυρίες για την παρουσία τουρκικών αλιευτικών κοντά στις ελληνικές ακτές, καθώς και για τη δραστηριότητα ιταλικών σκαφών σε περιοχές όπου η αλιεία επιτρέπεται, αλλά η ένταση της εκμετάλλευσης δημιουργεί ανησυχίες για τα αλιευτικά αποθέματα.
Η παράκτια αλιεία αντιμετωπίζει διαφορετικές, αλλά εξίσου σοβαρές δυσκολίες. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην Κρήτη είναι η εξάπλωση ξενικών ειδών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον λαγοκέφαλο. Η παρουσία του προκαλεί ζημιές στα αλιεύματα και στα εργαλεία, ενώ η εξάπλωση πολλών άλλων ξενικών ειδών μεταβάλλει την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Παράλληλα, οι παράκτιοι αλιείς σε όλη τη Χώρα, καταγγέλλουν ζημιές σε δίχτυα και άλλα εργαλεία από θαλάσσια θηλαστικά, όπως τα δελφίνια και οι φώκιες. Οι ζημιές αυτές έχουν άμεσο οικονομικό αντίκτυπο, καθώς ο αλιέας καλείται να πληρώσει την επισκευή ή την αντικατάσταση του εξοπλισμού του, όταν η ημερήσια ψαριά δεν επαρκεί για να καλύψει τα έξοδά του.
Χρειάζονται, επομένως, στοχευμένα μέτρα για τα ξενικά είδη, ουσιαστική αντιμετώπιση των ζημιών από τα θαλάσσια θηλαστικά, λιγότερη περιττή γραφειοκρατία και πολιτικές που θα επιτρέψουν στους μικρούς επαγγελματίες να συνεχίσουν να εργάζονται.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πολιτική για τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων, ώστε να προστατευθούν ταυτόχρονα το θαλάσσιο περιβάλλον και το εισόδημα των αλιέων.
Με όλα αυτά τα προβλήματα, κινδυνεύει η αλιεία στην Ελλάδα;
Η αλιεία στην Ελλάδα βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κρίσιμη καμπή. Δεν είναι μόνο το αυξημένο κόστος που απειλεί τον κλάδο, αλλά ο συνδυασμός της πίεσης στα αλιευτικά αποθέματα, της οικονομικής δυσκολίας, της γήρανσης των επαγγελματιών και της απουσίας νέων ανθρώπων από το επάγγελμα.
Στη μέση αλιεία, η εντατικοποίηση της δραστηριότητας και η αυξημένη ισχύς των σύγχρονων σκαφών έχουν μεταβάλει σημαντικά τα δεδομένα σε σχέση με το παρελθόν. Η μείωση των αλιευτικών πόρων σε αρκετές περιοχές δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Απαιτείται περισσότερη προσπάθεια και μεγαλύτερη δαπάνη για να εξασφαλιστεί ένα ικανοποιητικό αλίευμα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το τελικό αποτέλεσμα θα καλύψει το κόστος.
Η παράκτια αλιεία, από την άλλη, κινδυνεύει να χάσει σταδιακά τον ανθρώπινο πυρήνα της. Οι νέοι δεν επιλέγουν εύκολα ένα επάγγελμα με υψηλό κόστος, αβέβαιο εισόδημα και δύσκολες συνθήκες εργασίας. Όταν ένας επαγγελματίας αποσύρεται και δεν υπάρχει διάδοχος, χάνεται μαζί του εμπειρία, τεχνογνωσία και ένα κομμάτι της τοπικής οικονομίας και παράδοσης.
Δεν πρέπει ωστόσο, να εξισώνουμε όλες τις μορφές αλιείας. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον εξαρτώνται από το είδος του εργαλείου, την περιοχή, την ένταση και τον τρόπο χρήσης του. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην μέση αλιεία με συρόμενα εργαλεία, όπως οι μηχανότρατες, λόγω των επιπτώσεων που έχουν στον βυθό και στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Σημειώνω πως το 40-50% της συνολικής ποσότητας που αλιεύεται από τη μέση αλιεία, απορρίπτεται ως μη εμπορικό και επιστρέφεται νεκρό, πίσω στη θάλασσα.
Αν δεν υπάρξουν πολιτικές που θα συνδυάζουν την οικονομική βιωσιμότητα με την προστασία του θαλάσσιου πλούτου, η συρρίκνωση θα συνεχιστεί. Και τότε δεν θα μιλάμε απλώς για λιγότερα αλιευτικά σκάφη, αλλά για μια βαθύτερη αλλαγή στη σχέση των παράκτιων κοινωνιών με τη θάλασσα.
Τι συμβαίνει ειδικότερα στο Ρέθυμνο;
Στο Ρέθυμνο η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Η μέση αλιεία δεν αποτελεί τοπική επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς δεν έχουμε ρεθυμνιώτικο στόλο μηχανότρατων και γρι γρι. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η θάλασσα μας δεν δέχεται αλιευτική πίεση από σκάφη άλλων περιοχών.
Ενδεικτικά, στις 11 Οκτωβρίου, αμέσως μετά την αναστολή των κινητοποιήσεων, τρεις μηχανότρατες δραστηριοποιούνταν στον κόλπο του Ρεθύμνου, δύο από τα Χανιά και μία από το Ηράκλειο. Σύμφωνα με την ίδια καταγραφή, μια ιταλική τράτα βρισκόταν πιο ανοιχτά. Το ζήτημα δεν είναι μόνο από πού προέρχονται τα σκάφη, αλλά πώς ελέγχεται η δραστηριότητά τους, ποια είναι η επίδρασή της στα τοπικά αλιευτικά αποθέματα και πού καταλήγουν τα αλιεύματα που παράγουν.
Η εικόνα της παράκτιας αλιείας στο νομό, είναι αποκαρδιωτική. Το Ρέθυμνο είχε στο παρελθόν έναν ζωντανό αλιευτικό στόλο, με δεκάδες επαγγελματίες που τροφοδοτούσαν όχι μόνο την πόλη και τα χωριά της περιοχής, αλλά και γειτονικούς νομούς. Σήμερα, σύμφωνα με την εκτίμησή μου, οι πραγματικά ενεργοί παράκτιοι επαγγελματίες έχουν περιοριστεί σε λιγότερους από δέκα.
Η εικόνα στην ψαραγορά της Μαρίνας είναι χαρακτηριστική: από τους περίπου δεκαπέντε πάγκους, συχνά μόνο τρεις ή τέσσερις διαθέτουν αλιεύματα. Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές προμηθεύονται ψάρια από ιχθυοπωλεία και σούπερ μάρκετ, χωρίς να είναι πάντοτε σαφές αν πρόκειται για ψάρια που αλιεύτηκαν στην περιοχή μας ή αν προέρχονται από άλλες, Ελληνικές και ξένες αλιευτικές ζώνες.
Οι λίγοι παράκτιοι αλιείς που εξακολουθούν να βγαίνουν στη θάλασσα αντιμετωπίζουν, εκτός από το κόστος των καυσίμων, ζημιές από λαγοκέφαλους και θαλάσσια θηλαστικά και τη δυσκολία να εξασφαλίσουν ένα σταθερό και επαρκές εισόδημα. Χωρίς ουσιαστική στήριξη, η συνέχιση της δραστηριότητάς τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Δεν θέλω να κινδυνολογώ, αλλά φοβάμαι ότι δεν είναι μακριά η ημέρα που ένα μεγάλο μέρος των ψαριών που θα καταναλώνουμε στο Ρέθυμνο θα προέρχεται από ιχθυοκαλλιέργειες και από άλλες περιοχές.
Η θάλασσα μας δεν θα πάψει να έχει ζωή επειδή λιγοστεύουν οι ψαράδες. Εκείνο που κινδυνεύει είναι η δυνατότητα των ανθρώπων του τόπου μας να ζουν από αυτήν, να τη φροντίζουν και να προσφέρουν τα προϊόντα της στην τοπική κοινωνία. Αν θέλουμε να αλλάξει αυτή η πορεία, πρέπει να δράσουμε τώρα, πριν η απουσία των επαγγελματιών αλιέων και των τοπικών αλιευμάτων, γίνει μια μη αναστρέψιμη πραγματικότητα για το Ρέθυμνο.
