Ένα αναμνηστικό πιάτο δημιουργήθηκε με αφορμή τους αγώνες των Κρητικών για την ελευθερία και ειδικότερα, την ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου.
Πριν από περίπου δέκα χρόνια, όταν επισκέφθηκα το Λαογραφικό Μουσείο Βυτίνας με σχολική εκδρομή, εντόπισα ένα αντίτυπο που δεν γνώριζα την ύπαρξη του και το φωτογράφισα.
Αντίτυπα του πιάτου φυλάσσονται σήμερα σε ιδιωτικές συλλογές, καθώς και στα Λαογραφικά Μουσεία Ρεθύμνου και Βυτίνας.
Οι μορφές που εικονίζονται παραπέμπουν στην ευρύτερη κινητοποίηση που προκάλεσε η Κρητική Επανάσταση.
Στο πλευρό των Κρητών πολέμησαν εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα, ενώ η Επανάσταση , και αργότερα το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου συγκίνησαν την κοινή γνώμη και αναζωπύρωσαν το φιλελληνικό κλίμα.
Το πιάτο δεν απεικονίζει μόνο όσους βρίσκονταν στη Μονή κατά την πολιορκία.
Στη μάχη του Βαφέ, στις 12 Οκτωβρίου 1866, οι επαναστατικές δυνάμεις υπό τον ταγματάρχη Ιωάννη Ζυμβρακάκη ηττήθηκαν από τους Οθωμανούς. Η ήττα προκάλεσε κύμα προσφύγων και συνέβαλε στην υποταγή των Σφακίων, καθώς υπήρχε φόβος γενικευμένης οθωμανικής εισβολής. Ανάμεσα στα πρόσωπα που τιμώνται στο πιάτο είναι και εθελοντές αγωνιστές που έπεσαν στη μάχη του Βαφέ: ο Έσσλεν, ο Βαφειάδης, ο Βαρνάβας και ο Πραΐδης.
Έτσι, η παράσταση λειτουργεί ως μνημόσυνο τόσο για το Αρκάδι όσο και για τους εθελοντές αγωνιστές της Κρητικής Επανάστασης.
Στο κέντρο εικονίζεται η ανατίναξη της Μονής, με τον ηγούμενο Γαβριήλ Μαρινάκη να παρουσιάζεται ως πυρπολητής.
Κάτω από την παράσταση διαβάζουμε:
«Η Μονή του Αρκαδίου — Ογδόη Νοεμβρίου 1866».
Στην περιμετρική ζώνη επαναλαμβάνονται τέσσερις φορές οι παραστάσεις της Μονής και από δύο φορές οι παραστάσεις των ατμόπλοιων «Αρκάδι» και «Πανελλήνιον». Απεικονίζονται επίσης οκτώ πρόσωπα: ο Έσσλεν, ο Βασιλείου, ο Δημακόπουλος, ο Πραΐδης, ο Βαφειάδης, ο Βαρνάβας, ο Αναγνωστόπουλος και ο Γαβριήλ Μαρινάκης.
Πρόκειται για κεραμικό από φαγεντιανή, αγγλικής κατασκευής, που παραγγέλθηκε για λογαριασμό του Δ. Χ. Αργυρόπουλου στη Σύρο.
Στην πίσω όψη φέρει τη σφραγίδα «Δ. Χ. Αργυρόπουλος — Σύρα» και ένα ρομβόσχημο βρετανικό σήμα πιθανόν καταχώρισης σχεδίου.
Η ένδειξη «IV» δηλώνει κεραμικό είδος, ενώ τα στοιχεία του ρόμβου φαίνεται να αντιστοιχούν στην 16η Μαρτίου 1868. Η ημερομηνία πιθανόν αφορά την κατοχύρωση του σχεδίου και δεν αποδεικνύει από μόνη της πότε κατασκευάστηκε το συγκεκριμένο πιάτο. Συμφωνεί, πάντως, με τη χρονολόγηση του οίκου Βέργος, ο οποίος το καταγράφει ως αντικείμενο του 1868 και μεταγενέστερο.
Ο Δημήτριος Χ. Αργυρόπουλος ήταν ένας από τους επιχειρηματίες που συνέδεσαν το όνομά τους με την ανάπτυξη της Ερμούπολης. Το 1870 ίδρυσε στη Σύρο την «Ανώνυμον Υαλουργικήν Εταιρείαν -Ο Ερμής», η οποία αυτοχαρακτηριζόταν ως «το πρώτον εν Ελλάδι ιδρυθέν εν Σύρω τω 1870».
Το σύνθημά της ήταν «Κόποις κτώνται τ’ αγαθά», ενώ τα γυάλινα προϊόντα της διακινούνταν πέρα από τη Σύρο, στις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο. Το πιάτο προηγείται της ίδρυσης του υαλουργείου, συνδέεται όμως με τον εμπορικό οίκο του Αργυρόπουλου.
Ας γνωρίσουμε, λοιπόν, τις ιστορίες αυτών των εθελοντών αγωνιστών, μορφών σχετικά άγνωστων, που έδωσαν τη ζωή τους στον αγώνα της Κρήτης.
Φερδινάνδος Έσσλιν ή Έσσλεν (1842–1866)
Στην Αθήνα του 1842 γεννήθηκε ο Φερδινάνδος Έσσλιν.
Πατέρας του ήταν ο Βαυαρός ευγενής, τραπεζίτης και μεγαλέμπορος Ιούλιος φον Έσσλιν, ο οποίος συνέβαλε στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και συμμετείχε στη διοίκησή της. Μητέρα του ήταν η Χριστίνα Χατζηαποστόλου, από εύπορη οικογένεια της Σύρου. Ο Φερδινάνδος μεγάλωσε σε περιβάλλον οικονομικής άνεσης και κοινωνικής προβολής. Ανάμεσα στα αδέλφια του ήταν και ο Κωνσταντίνος Έσσλιν, που αργότερα θα αναδεικνυόταν σε Πρόεδρο της Βουλής. Σπούδασε Νομική στη Γερμανία και την Ελβετία, όπου ήρθε σε επαφή με τις ιδέες και τα φιλελεύθερα ρεύματα της εποχής.
Το 1866 επέστρεψε στην Αθήνα. Την ίδια χρονιά ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση, και η είδηση του ξεσηκωμού των Κρητικών συγκίνησε πολλούς νέους στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο Έσσλιν αποφάσισε να συμμετάσχει στον αγώνα: εγκατέλειψε την ασφάλεια και τις προοπτικές που του εξασφάλιζε η οικογενειακή του θέση και κατατάχθηκε εθελοντής στο σώμα που αναχώρησε για την Κρήτη.
Η πορεία του αγωνιστή ολοκληρώθηκε λίγους μήνες αργότερα 12-10-1866 όπου έπεσε μαχόμενος στη μάχη του Βαφέ, στον Αποκόρωνα, αφήνοντας πίσω του τη ζωή που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει για να αγωνιστεί για την ελευθερία της Κρήτης.
Αναστάσιος Βαφειάδης (1838 – 1866)
Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι ιδέες της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας διαπερνούσαν την Ευρώπη και ενέπνεαν πολλούς νέους. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο Αναστάσιος Βαφειάδης, με καταγωγή από τη Μακεδονία. Νέος ακόμη, βρέθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική. Εκεί ήρθε σε επαφή με επαναστατικούς κύκλους και συνδέθηκε με τον Ζήση Σωτηρίου, παλαίμαχο αγωνιστή του 1821.
Για τον Βαφειάδη, όμως, οι ιδέες δεν έμειναν στα βιβλία και στις συζητήσεις· σύντομα μετατράπηκαν σε πράξη.
Η δράση του τον οδήγησε στην Ιταλία, όπου εντάχθηκε στην Ελληνική Λεγεώνα και πολέμησε εθελοντικά στο πλευρό του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι.
Συμμετείχε στη Σικελική εκστρατεία και στη μάχη της Καλαταφήμι, τον Μάιο του 1860, κατά τους αγώνες για την ιταλική ενοποίηση. Η εμπειρία του πολέμου και η επαφή με αγωνιστές από διαφορετικές χώρες τον έφεραν κοντά στα ευρωπαϊκά απελευθερωτικά κινήματα.
Η δική του διαδρομή δεν περιορίστηκε σε έναν τόπο ή σε έναν αγώνα.
Με την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης, το 1866, ο Βαφειάδης επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε πρωτοβουλία για την οργάνωση εθελοντικού σώματος με προορισμό την Κρήτη. Στους εθελοντές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα συγκαταλέγονταν φοιτητές, επιστήμονες και νέοι με διαφορετικές εμπειρίες, αλλά κοινή επιθυμία να ενισχύσουν τους Κρητικούς. Η συγκρότηση και η αναχώρηση τέτοιων ομάδων φανερώνουν την απήχηση που είχε ο κρητικός αγώνας στην ελεύθερη Ελλάδα.
Φτάνοντας στην Κρήτη, ο Βαφειάδης βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων.
Στη μάχη του Βαφέ, στις 12 Οκτωβρίου 1866, πολέμησε μαζί με τους επαναστάτες και έπεσε μαχόμενος. Η πορεία του Αναστάσιου Βαφειάδη συνδέει τους αγώνες για την ιταλική ενοποίηση με την Κρητική Επανάσταση.
Η συμμετοχή του σε διαφορετικά απελευθερωτικά κινήματα και η πρωτοβουλία του να οργανώσει εθελοντές τον καθιστούν μία από τις λιγότερο γνωστές, αλλά χαρακτηριστικές μορφές της εποχής.
Ιωάννης (Γιάγκος) Βαρνάβας (1843 ? -1866)
Στα μέσα του 19ου αιώνα, πολλοί Έλληνες της διασποράς και του ελεύθερου βασιλείου συμμερίζονταν το όραμα της απελευθέρωσης των αλύτρωτων πατρίδων. Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται η πορεία του Ιωάννη (Γιάγκου) Βαρνάβα, ενός Κύπριου εθελοντή που έμελλε να πέσει στον αγώνα της Κρήτης.
Ο πατέρας του, Βαρνάβας Γεωργίου, είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα το 1833, αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως ξενοδόχος.
Ο Γιάγκος σπούδασε στο Παρίσι. Όταν, το καλοκαίρι του 1866, ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση, άφησε πίσω του τις σπουδές και τη ζωή της πρωτεύουσας και αποφάσισε να πάρει μέρος στον αγώνα.
Εντάχθηκε στο εθελοντικό σώμα που οργανώθηκε στην Αθήνα από τον Αναστάσιο Βαφειάδη για την ενίσχυση των Κρητών επαναστατών. Οι εθελοντές ταξίδεψαν στην Κρήτη και πολέμησαν υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Ιωάννη Ζυμβρακάκη. Η συμμετοχή τους φανέρωνε τη συγκίνηση και την κινητοποίηση που είχε προκαλέσει ο κρητικός ξεσηκωμός στην ελεύθερη Ελλάδα.
Η δοκιμασία τους κορυφώθηκε στη μάχη του Βαφέ, στον Αποκόρωνα, στις 12 Οκτωβρίου 1866. Οι επαναστατικές δυνάμεις ηττήθηκαν από τα οθωμανοαιγυπτιακά στρατεύματα και οι απώλειες ήταν βαριές.
Έχει τεκμηριωθεί η συμμετοχή τουλάχιστον πέντε Κυπρίων εθελοντών στην Κρητική Επανάσταση· δύο από αυτούς σκοτώθηκαν: ο 23χρονος Ιωάννης Βαρνάβας στη μάχη του Βαφέ και ο Δαμιανός Χατζηαντωνίου το 1867.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Πέτρο Παπαπολυβίου, ο Βαρνάβας ήταν ο πρώτος Κύπριος που έπεσε στην Επανάσταση.
Ο θάνατός του συγκίνησε την κοινή γνώμη.
Ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος συνέθεσε ποίημα για τον νεαρό εθελοντή και τον αποκάλεσε «εικοσάχρονο νεανία» — χαρακτηρισμός που διαφέρει από την ηλικία των 23 ετών που καταγράφει η ιστορική αναφορά.
Η μορφή του Βαρνάβα στο αναμνηστικό πιάτο υπενθυμίζει ότι ο αγώνας της Κρήτης ξεπέρασε τα όρια του νησιού. Εθελοντές από την Κύπρο και άλλες περιοχές του ελληνισμού στάθηκαν στο πλευρό των Κρητών, ενώνοντας με τη συμμετοχή και τη θυσία τους στους αγώνες για ελευθερία.
Αλέξανδρος Πραΐδης (1834–1866)
Ο Αλέξανδρος Πραΐδης γεννήθηκε το 1834. Οι πηγές διαφωνούν ως προς τον τόπο γέννησής του· αναφέρεται η Σύρος, αλλά και η Αθήνα ή το Ναύπλιο. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Πραΐδης, Μακεδόνας στην καταγωγή και αγωνιστής της Επανάστασης του 1821.
Ο Αλέξανδρος φοίτησε στο Γυμνάσιο των Αθηνών και, το 1854, εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του, το 1857, με τον βαθμό του ανθυπασπιστή του Μηχανικού. Το 1859 μετατάχθηκε στο Πυροβολικό και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε τη διδασκαλία Τοπογραφίας και Καταμετρήσεων στη Σχολή Ευελπίδων.
Η στρατιωτική του πορεία διασταυρώθηκε με τις πολιτικές αναταράξεις της εποχής. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, όπου τραυματίστηκε δύο φορές. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης εξορίστηκε στη Σμύρνη και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την έξωση του Όθωνα. Συνέχισε να υπηρετεί στον στρατό και ανέλαβε, μεταξύ άλλων, τη διοίκηση λόχου Πυροβολικού και της Πανεπιστημιακής Φάλαγγας.
Το 1866, ενώ υπηρετούσε ως υπασπιστής του υπουργού Στρατιωτικών, ζήτησε να συμμετάσχει στον αγώνα της Κρήτης. Εντάχθηκε στο εθελοντικό σώμα που συγκρότησε ο ταγματάρχης Ιωάννης Ζυμβρακάκης. Το σώμα, αποτελούμενο από αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε για την Κρήτη στα τέλη Σεπτεμβρίου.
Στη μάχη του Βαφέ, στις 12 Οκτωβρίου 1866, ο Πραΐδης διοικούσε τμήμα εθελοντών που υπερασπιζόταν θέσεις κοντά στο χωριό, μαζί με Κρητικούς υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Σύμφωνα με τις σχετικές αφηγήσεις, οι μαχητές απέκρουσαν επανειλημμένες επιθέσεις. Ο Πραΐδης αρνήθηκε να υποχωρήσει και σκοτώθηκε στη μάχη.
Η δράση του στη Ναυπλιακή Επανάσταση και η συμμετοχή του στην Κρητική Επανάσταση αποτυπώνουν τη διαδρομή ενός αξιωματικού που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των πολιτικών και εθνικών αγώνων της εποχής.
Ιωάννης Βασιλείου (1828–1867)
Ο Ιωάννης Βασιλείου γεννήθηκε το 1828 στο Κρανίδι. Πατέρας του ήταν ο Δημήτριος – Αναγνώστης Βασιλείου, αγωνιστής του 1821 και δήμαρχος Κρανιδίου, και μητέρα του η Σταματίνα Ζέρβα. Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία ως ιατρός: κατατάχθηκε στον στρατό το 1845, προήχθη σε υπίατρο το 1861 και το 1863 πήγε με εκπαιδευτική άδεια στη Γαλλία, όπου υπηρετούσε ο αδελφός του Αναστάσιος, επίσης στρατιωτικός ιατρός.
Με την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης, το 1866, κατέβηκε στην Κρήτη ως εθελοντής μαζί με τους μικρότερους αδελφούς του, Ανδρέα και Κυριάκο. Πήρε μέρος στις επιχειρήσεις στις Κυδωνίες, στο Σέλινο, στα Σφακιά, στους Λάκκους και στην πολιορκία της Κισσάμου, προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες και συμμετέχοντας στις μάχες.
Στις 16 Ιανουαρίου 1867 έπεσε στη μάχη του Αστερακίου, κοντά στον Καμαριώτη Μυλοποτάμου. Σύμφωνα με τον επιμνημόσυνο λόγο που δημοσίευσε η εφημερίδα «Αυγή», ο Βασιλείου βρισκόταν στο κέντρο των ελληνικών δυνάμεων. Όταν οι υπερασπιστές επιχείρησαν να υψώσουν την ελληνική σημαία σε οθωμανικό οχύρωμα, όρμησε να τους συνδράμει και σκοτώθηκε στη μάχη. Η εφημερίδα ανέφερε ότι είχε δεχθεί σφαίρα στο μάτι, ενώ ο επιμνημόσυνος λόγος περιέγραψε τον θάνατό του κατά την έφοδο.
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε συγκίνηση στο Κρανίδι και στην Αθήνα. Στις 19 Φεβρουαρίου 1867 τελέστηκε μνημόσυνο στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών με πρωτοβουλία του Ιατρικού Συλλόγου.
Η «Αυγή» τον αποκάλεσε «νεομάρτυ της πατρίδος και καύχημα της πόλεως του Κρανιδίου».
Χαρίλαος Αναγνωστόπουλος (?-1867)
Για τον Χαρίλαο Αναγνωστόπουλο οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι περιορισμένες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως ανθυπασπιστή του Πεζικού και εθελοντή στην Κρητική Επανάσταση, χωρίς να προσδιορίζουν τον τόπο καταγωγής ή τη χρονολογία γέννησής του.
Τον Μάρτιο του 1867 συμμετείχε στις επιχειρήσεις των επαναστατικών δυνάμεων στην περιοχή των Χανίων. Ο Νικόλαος Ψύχας, περιγράφοντας την επιδρομή προς τα Χανιά στις 21 Μαρτίου, αναφέρει ότι ο Αναγνωστόπουλος έπεσε μαχόμενος, χτυπημένος στο κεφάλι.
Άλλη έκθεση, που μεταγράφεται στην ΑΝΩΓΗ, τον καταγράφει τραυματισμένο σε σύγκρουση της ίδιας περιόδου. Οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν ως προς την έκβαση της δράσης του και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα..
Το όνομά του και η μορφή του στο αναμνηστικό πιάτο τον συνδέουν με την ευρύτερη θυσία των αγωνιστών της Κρητικής Επανάστασης.
Η παρουσία του ανάμεσα στις μορφές που τιμώνται δεν σημαίνει ότι πολέμησε ή σκοτώθηκε στη Μονή Αρκαδίου.
Ιωάννης Δημακόπουλος (1833–1866)
Ο Ιωάννης Δημακόπουλος ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού και εθελοντής στην Κρητική Επανάσταση του 1866. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό και τον Πανδέκτη του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1833. Καταγόταν από τη Βυτίνα της Αρκαδίας. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Δημακόπουλος, αγωνιστής του 1821 και αξιωματικός της Χωροφυλακής.
Ο Ιωάννης φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε ως αξιωματικός. Το 1854 πήρε μέρος στην επανάσταση της Θεσσαλίας. Όταν ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση, ζήτησε από το υπουργείο Στρατιωτικών άδεια να μεταβεί στην Κρήτη. Το αίτημά του απορρίφθηκε, αλλά εκείνος αναχώρησε χωρίς επίσημη άδεια. Έφτασε στον όρμο του Μπαλί, στο Μυλοπόταμο, στις 24 Σεπτεμβρίου 1866, μαζί με τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο. Ο Κορωναίος τον όρισε φρούραρχο της Μονής Αρκαδίου.
Κατά την πολιορκία, ο Δημακόπουλος ανέλαβε την ευθύνη της άμυνας της μονής. Όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Αρκάδι και ακολούθησε η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης, συνελήφθη μαζί με άλλους επιζώντες υπερασπιστές. Εκτελέστηκε την επομένη, στις 10 Νοεμβρίου 1866, αφού αρνήθηκε να κρύψει την ιδιότητά του ως Έλληνα αξιωματικού.
Η άμυνα του Αρκαδίου και η στάση του Δημακόπουλου έγιναν σύμβολα της συμμετοχής εθελοντών από την ελεύθερη Ελλάδα στον κρητικό αγώνα.
Γαβριήλ Μαρινάκης (1825 ή 1826–1866)
Ο Γαβριήλ Μαρινάκης, κατά κόσμον Γεώργιος, γεννήθηκε στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στη Μονή Αρκαδίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα ιερομόναχος. Από το 1856 έως τον θάνατό του, το 1866, διετέλεσε ηγούμενος της μονής.
Με την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης αναδείχθηκε σε σημαντική θρησκευτική και πολιτική μορφή του αγώνα. Εκπροσώπησε το Ρέθυμνο στην Παγκρήτια Συνέλευση του Μαΐου και εξελέγη πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής Ρεθύμνης. Το Αρκάδι έγινε έδρα της Επιτροπής και καταφύγιο επαναστατών και αμάχων.
Παρά τις προειδοποιήσεις του συνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου ότι η μονή δεν προσφερόταν για άμυνα, ο Μαρινάκης αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Κατά την πολιορκία, τον Νοέμβριο του 1866, παρέμεινε εκεί μαζί με τους υπερασπιστές και συνέβαλε στην οργάνωση της αντίστασης και στην εμψύχωσή τους. Σκοτώθηκε κατά την πτώση της Μονής, στις 9 Νοεμβρίου. Ο Μαρινάκης έμεινε στη μνήμη ως μία από τις εμβληματικές μορφές του Αρκαδίου.
Πάνος Κορωναίος (1808 ή 1809–1899)
Ο Πάνος Κορωναίος υπήρξε αξιωματικός του Πυροβολικού, στρατηγός και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από γονείς κυθηραϊκής καταγωγής και φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Η στρατιωτική του πορεία περιλάμβανε συμμετοχή στον Κριμαϊκό Πόλεμο και στην εκστρατεία της Συρίας, ενώ στην Ελλάδα πρωταγωνίστησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 και στα γεγονότα που οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα. Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών και εκλέχθηκε βουλευτής.
Με την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης, το 1866, αποβιβάστηκε στην Κρήτη και ανέλαβε την ηγεσία των επαναστατικών δυνάμεων στην περιοχή του Ρεθύμνου. Στο Αρκάδι εκτίμησε ότι η θέση του μοναστηριού δεν προσφερόταν για αποτελεσματική άμυνα. Όταν ο ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης επέμεινε να παραμείνει, ο Κορωναίος όρισε φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Δημακόπουλο και αποχώρησε.
Αποστρατεύτηκε το 1880 με τον βαθμό του αντιστράτηγου και πέθανε στην Αθήνα το 1899.
Τα ατμόπλοια «Πανελλήνιον» και «Αρκάδιον»
Οι απεικονίσεις των δύο ατμόπλοιων στο αναμνηστικό πιάτο θυμίζουν την έμπρακτη υποστήριξη που έφτανε στην Κρήτη από τη θάλασσα και τον αγώνα ανεφοδιασμού των επαναστατών.
Το «Πανελλήνιον» ήταν ένα από τα δύο τροχήλατα ατμόπλοια που διέθεσε η Ελληνική Ατμοπλοΐα στην Κεντρική Επιτροπή του κρητικού αγώνα, μαζί με την «Ύδρα». Μετέφερε εθελοντές, πολεμοφόδια και τρόφιμα στο νησί, ενώ στην επιστροφή παραλάμβανε τραυματίες και αμάχους. Κατά καιρούς κυβερνήτες του υπήρξαν ο Νικόλαος Σαχτούρης και ο Βασίλειος Ορλώφ. Οι πηγές διαφέρουν ως προς τον αριθμό των αποστολών του, συμφωνούν όμως ότι συνέβαλε ουσιαστικά στον ανεφοδιασμό των επαναστατών. Στους κυβερνήτες του αναφέρονται ο Νικόλαος Σαχτούρης, ο Βασίλειος Ορλώφ και ο Νικόλαος Αγγελικάρας· άλλες πηγές μνημονεύουν επίσης τον Αναστάσιο Κοτζιά.
Το «Αρκάδιον», πρώην Dream, αγοράστηκε το 1867 με χρήματα Ελλήνων του Λονδίνου και ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της Μονής Αρκαδίου. Πραγματοποίησε 23 αποστολές στην Κρήτη, μεταφέροντας εθελοντές και εφόδια παρά τον οθωμανικό αποκλεισμό. Στα ταξίδια του υπηρέτησαν ως πλοίαρχοι Παυλίδης Νικόλαος Αγγελικάρας Αναστάσιος Κουρεντής. Τον Αύγουστο του 1867, κατά το τελευταίο του ταξίδι, συγκρούστηκε με το οθωμανικό πολεμικό «Ιτζεδδίν» στα παράλια μεταξύ Αγίας Ρουμέλης και Παλαιόχωρας. Για να μην αιχμαλωτιστεί, ο Κουρεντής το οδήγησε στην Παχειά Άμμο, δυτικά της Παλαιόχωρας, όπου και πυρπολήθηκε.
Βιβλιογραφία
- Παπαδόπουλος-Βρετός, Μαρίνος (εκδ.). Εθνικόν Ημερολόγιον του δισέκτου έτους 1868. Έτος Η΄. Λειψία: F. A. Brockhaus, 1868.
- Παπαδόπουλος-Βρετός, Ανδρέας. «Βιογραφικαί σημειώσεις περί των προσωπογραφηθέντων εν τω παρόντι Τόμω». Εθνικόν Ημερολόγιον, 1870
- Παράσχος, Αχιλλεύς. Ποιήματα. Τ. 2. Αθήνα–Κωνσταντινούπολη: Ανδρέας Κορομηλάς, 1881, σ. 352–356, ενότητα «Επιγράμματα (αυτοσχέδια)». Περιλαμβάνει τα σχετικά ποιήματα για τον Έσσλεν, τον Βαρνάβα και τον Αναγνωστόπουλο.
- Σπετσιέρη-Beschi, Κατερίνα. «Το “Ολοκαύτωμα” του Αρκαδίου: σχέσεις προτύπου και αντιγράφων». Αρχαιολογικόν Δελτίον 30, Α΄: Μελέτες (1975),
- Τζεκάκης, Μιχάλης. «Ένα σπάνιο φυλλάδιο του 1868 για την Ολοκαύτωση του Αρκαδίου». Ρεθεμνιώτικα Νέα, 4 Νοεμβρίου 2015. rethnea.gr.
- Παπαπολυβίου, Πέτρος. «150 χρόνια από το ολοκαύτωμα στη Μονή Αρκαδίου». Ο Φιλελεύθερος, 26 Νοεμβρίου 2016· αναδημοσίευση στο papapolyviou.com.
- Φωτόπουλος, Χρήστος Σ. «Ένας Μακεδόνας ήρωας: Υπολοχαγός Πυροβολικού Αλέξανδρος Γ. Πραΐδης (Η σταδιοδρομία και η δράση του)». Στρατιωτική Επιθεώρηση, τχ. 4, Ιούλιος–Αύγουστος 1996.
- Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. «Υπολοχαγός Πυροβολικού Πραΐδης Αλέξανδρος». geetha.mil.gr
- Αυγή. Δημοσίευμα για τον θάνατο και το μνημόσυνο του Ιωάννη Βασιλείου, 21 Φεβρουαρίου 1867· αναδημοσίευση στην argolikivivliothiki.gr.
- Ψύχας, Νικόλαος Σ. Επαναστατική εικών των δυτικών της Κρήτης διαμερισμάτων, ή ανασκευή χωρίων τινών της περιγραφούσης τον εθνικόν αγώνα της Κρήτης κατά των Τούρκων πραγματείας του καθηγητού Μενδέλσωνος Βαρθόλδου. Αθήνα, 1870. repository.librarychania.gr
- «Η μεγάλη Κρητική επανάσταση του 1866–1869: Γεγονότα Μαρτίου 1867». anogi.gr
- Τωμαδάκης, Νικόλαος Β. «Ο ηγούμενος της εν Κρήτη μονής Αρκαδίου. Κατά κόσμον Γεώργιος Μαρινάκης». Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4 anemi.lib.uoc.gr.
- Βενέρης, Τιμόθεος Μ. Το Αρκάδι δια των αιώνων. Αθήνα: Πυρσός, 1938.
- Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ. 3. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1983–1988
- Μωραΐτης, Κάρολος Επ. Ιωάννης Δημακόπουλος (1833–1866): Ο ηρωικός φρούραρχος της Ιεράς Μονής Αρκαδίου. Αθήνα: Πελασγός, 2007.
- Γενικά Αρχεία του Κράτους. «Αρχείο Πάνου Κορωναίου ». greekarchivesinventory.gak.g
