Ο Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895) γεννήθηκε στο Ναύπλιο και ήταν μόλις είκοσι οκτώ ετών όταν διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης του 1866 και η ηρωική εποποιία του Αρκαδίου (εικ. 1). Υπήρξε μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων, καθώς ήταν ποιητής που έζησε αποκλειστικά από την πένα του. Στην εποχή του θεωρούνταν εθνικός ποιητής. Η φήμη του έφτανε και στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας, ενώ οι απαγγελίες του στην ιστορική αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», στην Αθήνα, προσέλκυαν πλήθος ακροατών. Η είσοδος γινόταν πάντοτε με εισιτήριο και τα έσοδα ήταν σημαντικά, καθώς η δημοτικότητά του προκαλούσε μεγάλη κοσμοσυρροή.
Η ιδιαίτερη αυτή δημοτικότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής του. Επρόκειτο για μια μεταβατική περίοδο, με έντονες εθνικές προσδοκίες, πολιτικές ανακατατάξεις και διαδοχικές απογοητεύσεις, ένα κλίμα που ευνοούσε τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις υπερβολές του Ρομαντισμού. Στο συγκεκριμένο πνευματικό περιβάλλον η έντονα ρομαντική ποίηση του Παράσχου βρήκε πρόσφορο έδαφος και γνώρισε ευρεία διάδοση. Κατά τις επόμενες, ωστόσο, δεκαετίες, η ποιητική του δημιουργία σατιρίστηκε και η απήχησή της περιορίστηκε σταδιακά, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε σχετική αφάνεια.
Το 1859 εντάχθηκε στην αντιοθωνική οργάνωση «Χρυσή Νεολαία», διώχθηκε και φυλακίστηκε. Αποφυλακίστηκε με παρέμβαση του αδελφού του Γεωργίου, αλλά εξακολούθησε την αντιδυναστική δράση του, γράφοντας ποιήματα κατά του Όθωνα. Έλαβε μέρος και στην εξέγερση του 1862, η οποία οδήγησε στην πτώση της βασιλείας. Αξιοσημείωτη είναι, πάντως, η μεταγενέστερη ποιητική αναφορά του στον έκπτωτο μονάρχη με το: «Ελεγείον εις τον Όθωνα», που αποτυπώνει διαφορετικό συναισθηματικό τόνο, σε σχέση με την προηγούμενη αντιδυναστική του δράση.
Η γλώσσα του ήταν μικτή, κυρίως καθαρεύουσα, αλλά κάποιες φορές γινόταν και γνήσια δημοτική, όπως στα λυρικά ποιήματά του για το Αρκάδι. Ένα από αυτά αποτελεί αντικείμενο της παρούσας μελέτης, στο πλαίσιο της επετειακής αυτής δημοσίευσης.
Το τροχήλατο καταδρομικό «Αρκάδι» και η δράση του κατά την Κρητική Επανάσταση
Το τροχήλατο καταδρομικό «Αρκάδι» (εικ. 2) ήταν αδελφό πλοίο με τα Κρήτη, Ένωσις και Πανελλήνιον. Ανέπτυσσε ταχύτητα 10 κόμβων και ήταν εξοπλισμένο με τέσσερα πυροβόλα Armstrong, ενώ το πλήρωμά του αποτελούνταν από υπαξιωματικούς και ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού. Κατά τη διάρκεια της δράσης του πραγματοποίησε συνολικά είκοσι τρεις πλόες (ταξίδια) και έγινε θρυλικό για τα κατορθώματά του. Οι Έλληνες το αποκαλούσαν «άτρωτο», ενώ οι Τούρκοι «Διαβολοβάπορο» και «Σεϊτάν βαπόρ», όπως σημείωνε ο Σκίννερ, ανταποκριτής τότε των Times του Λονδίνου.
Ο ΙΓ΄ πλους του καταδρομικού «Αρκάδι»
Ο «ΙΓ΄ πλους» ήταν ένας από τους είκοσι τρεις πλόες του καταδρομικού «Αρκάδι», το οποίο, με πλοίαρχο τον Νικόλαο Αγγελικάρα (φωτ. 3), τροφοδοτούσε με όπλα, τρόφιμα και εθελοντές την επαναστατημένη Κρήτη κατά την περίοδο 1866-1869. Κατά το ταξίδι αυτό, ενώ το «Αρκάδι» απομακρυνόταν από τον όρμο όπου είχε αποβιβάσει τα εφόδια, εντοπίστηκε και καταδιώχθηκε από τα τουρκικά καταδρομικά «Ιτζεδδίν» και «Τάλια». Αναγκάστηκε τότε να καταφύγει στο λιμάνι των Αντικυθήρων, με τα τουρκικά πλοία να πολιορκούν το νησί. Η είδηση προκάλεσε αναστάτωση στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου, η οποία απέστειλε διπλωματική διακοίνωση προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, επισημαίνοντας ότι οι Τούρκοι απειλούσαν ελληνικό έδαφος. Την κρίσιμη στιγμή ο πλοίαρχος Αγγελικάρας διέταξε επίθεση ολοταχώς εναντίον των πάνοπλων καταδρομικών, με εύστοχα πυρά. Τα τουρκικά πλοία αιφνιδιάστηκαν και υπέστησαν σημαντικές απώλειες στα πληρώματά τους, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να συνεχίσουν την καταδίωξη. Το «Αρκάδι» κατόρθωσε έτσι να διαφύγει και να καταπλεύσει στη Σύρο, όπου επισκευάστηκαν οι ζημιές που είχε υποστεί, ώστε να συνεχίσει κανονικά την αποστολή του.
Ο Αχιλλέας Παράσχος και το ποίημα «Ο ΙΓ΄ πλους»
Το επεισόδιο αυτό αποτύπωσε ποιητικά ο Αχιλλέας Παράσχος στο εκτενές ποίημά του «Ο ΙΓ΄ πλους» (1867), το πρώτο μέρος του οποίου αρχίζει ως εξής:
Πού είσαι και δε φαίνεσαι, αγαπημένο Αρκάδι;
Το μεσημέρι πέρασε, εδιάβηκε το βράδυ,
Κι ακόμη δεν εφάνηκαν τα κάτασπρα πανιά σου…
Στην Κρήτη μην απόμεινες μαζί με τα παιδιά σου;
Μην πολεμάς με το βοριά, μην παίζης στη γαλήνη[2],
Γεράκι της Αμερικής[3], Ελληνικό δελφίνι[4];
Αχ! είδησι μας έφεραν πικρή, φαρμακωμένη[5],
Και στ’ ακρογιάλια τρέχομε για σένα τρομασμένοι! (sic)
Το ποίημα ολοκληρώνεται με το ευρύτατα γνωστό και ιδιαίτερα λυρικό απόσπασμα, στο οποίο συμπυκνώνονται η συμβολική διάσταση που προσέδωσε ο Παράσχος στο καταδρομικό πλοίο και η ευγνωμοσύνη για την προσφορά του στους δοκιμαζόμενους Κρητικούς:
Τ’ Αρκάδι!… Ξέρετε, παιδιά, τι είναι το Αρκάδι;[6]
Είναι το γλυκοχάραγμα στης Κρήτης το σκοτάδι.
Είναι το μάνα [7] τ’ ουρανού που τρέφει τα παιδιά μας,
Είναι η (sic) Σπέτσαις, τα Ψαρά, η Ύδρα, η καρδιά μας [8].
Είναι τής Κρήτης η ζωή, το άγιο φυλαχτό της [9],
Είν’ η Ελλάς ολόκληρη μαζή (sic) με τ’ όνειρό της…
Στην αριστουργηματική αυτή στροφή, η λέξη «Αρκάδι» δεν παραπέμπει, φυσικά, στο μέγα και ηρωικό μοναστήρι της Κρήτης, αλλά στο καταδρομικό «Αρκάδι», το οποίο γινόταν, σε κάθε ταξίδι του, το «γλυκοχάραμα» στο σκοτάδι της επαναστατημένης Κρήτης, μεταφέροντας όπλα, τρόφιμα και εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα.
Η πρόσληψη αυτή του ποιήματος έχει ενδιαφέρον και από την άποψη της ιστορίας της λογοτεχνίας και της διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, η ευρεία χρήση των στίχων να συνέβαλε στην παγίωση αυτής της ερμηνείας. Με αυτήν ακριβώς τη σημασία- χωρίς αυτό να προϋποθέτει κατ’ ανάγκην άγνοια της αρχικής ιστορικής αναφοράς τους- παραθέτουν το συγκεκριμένο απόσπασμα τόσο ο Βασίλειος Ψιλάκης στην τετράτομη Ιστορία της Κρήτης (μεταγλωττισμένη έκδοση «Αρκάδι», Αθήναι, χ.χ.) όσο και ο Τιμόθεος Βενέρης στο έργο του «Το Αρκάδι διά των αιώνων» (σ. 377).
Με το πέρασμα του χρόνου, η αρχική ιστορική αναφορά υποχώρησε, ενώ οι στίχοι αυτονομήθηκαν και ενσωματώθηκαν στη συλλογική μνήμη ως ύμνος στο ηρωικό μοναστήρι του Αρκαδίου. Έτσι, μέσα από τη συνάντηση ιστορίας, ποίησης και συλλογικής πρόσληψης, το όνομα του θρυλικού πλοίου και εκείνο της ιστορικής Μονής συναντήθηκαν στην ίδια ποιητική έκφραση, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη και των δύο.
Σημειώσεις
[1] Αχ. Παράσχου, Ποιήματα, τ. 2, εν Αθήναις 1881. σσ. 92-95.
[2] Ειρωνεία
[3] Ο Παράσχος αποκαλεί το ατμόπλοιο «Γεράκι τής Αμερικής», γιατί αγοράστηκε από την Αμερική με χρήματα Ελλήνων τού Λονδίνου.
[4] Παρομοιάζεται με «δελφίνι» για τα 23 επικίνδυνα ταξίδια που πραγματοποίησε μέσα σε επτά μόλις μήνες στις ελληνικές θάλασσες.
[5] «Η φαρμακωμένη είδησι» αφορά στην περιπέτεια του καταδρομικού «Αρκάδι» κατά τον ΙΓ΄ πλου, που περιγράφεται παραπάνω.
[6] Ρητορική ερώτηση, καθώς δεν χρειάζεται απάντηση. Η απάντηση είναι αυτονόητη και δίνεται από τον ίδιο τον ποιητή αμέσως παρακάτω.
[7] Το «μάνα» είναι, σύμφωνα με την Αγία Γραφή, η τροφή που έριξε ο Θεός στους περιπλανώμενους Εβραίους στην έρημο της Αραβίας (Εξ. 16,4). Η προσφώνηση «τα παιδιά μας» εκφράζει την ευαισθησία και την τρυφερότητα των Ελλήνων της ελεύθερης Ελλάδας προς τους χειμαζόμενους Κρητικούς.
[8] Το «Αρκάδι» παραβάλλεται με νησιά αγαπημένα για την προσφορά τους στον Ελληνισμό, αλλά και με την ίδια την καρδιά μας. Ανάλογη είναι η πολυτιμότητα και η προσφορά του πλοίου προς τους Κρητικούς.
[9] Παρομοίωση του πλοίου «Αρκάδι» με φυλαχτό στον κόρφο της Κρήτης, όπως και προηγουμένως με το «μάνα εξ ουρανού».
[10] Το «Αρκάδι», τη στιγμή αυτή, διακρατεί την ελπίδα και το ελληνικό όραμα της Κρήτης.


