Στις 2 Μάη 2026,στο «Σπίτι του Πολιτισμού» στο Ρέθυμνο πραγματοποιήθηκε εκδήλωση τιμής που διοργάνωσε η ΤΕ Ρεθύμνου του ΚΚΕ για τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές της Καισαριανής τον Μάη του 1944.
Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν η Νικολέτα Χριστοδουλοπούλου, μέλος του Γραφείου της ΕΠ Κρήτης του ΚΚΕ, και ο Γιώργος Μαργαρίτης, καθηγητής Σύγχρονης και Νεότερης Ιστορίας.
Η Ν. Χριστοδουλοπούλου στάθηκε στον βαθύ αντίκτυπο που προκάλεσε η πρόσφατη δημοσιοποίηση των συγκλονιστικών φωτογραφιών των μελλοθάνατων, σημειώνοντας πως η εικόνα δίνει νέα πνοή στα λόγια που έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας στο τελευταίο του σημείωμα:
«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».
Υπογράμμισε δε, πως η ιστορία του ’44 απέδειξε για ακόμη μια φορά ότι η «Εθνική Ενότητα» είναι αδύνατη σε μια ταξική κοινωνία και ότι ο πραγματικός πατριωτισμός ταυτίζεται με το δίκαιο του λαού.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής Γ. Μαργαρίτης ανέδειξε το γεγονός ότι οι 200, ως στελέχη του Κόμματος και του συνδικαλιστικού κινήματος, βρίσκονταν υπό συνεχή διωγμό ήδη από τον Μεσοπόλεμο. Κατήγγειλε τη στάση της εγχώριας αστικής τάξης και των κυβερνήσεων Μεταξά και Τσουδερού, που κράτησαν τους αγωνιστές δέσμιους παραδίδοντάς τους στους κατακτητές.
«Τι πήρε ο λαός μας από τους κατακτητές;
Εκτελέσεις στο Γεντί Κουλέ και την Καισαριανή. Αυτά πήρε ο λαός μας, ενώ η αστική τάξη συγκέντρωνε χρυσό και δολάρια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στέλιος Παπαδάκης – Δημήτρης Μαμαλάκης
Στο κλείσιμο της εκδήλωσης, η Τομεακή Επιτροπή Ρεθύμνου του ΚΚΕ απένειμε τιμητική πλακέτα στον Δημήτρη Μαμαλάκη, εκπρόσωπο της οικογένειας του Γιώργου Μαμαλάκη, του κομμουνιστή αγωνιστή από τα Αγκουσελιανά που θυσιάστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με τους 200. Ακολούθησε σύντομη παρέμβαση από τον συγχωριανό του, Στέλιο Παπαδάκη, καθώς και μια αναγκαστικά συνοπτική παρουσίαση του βιογραφικού του, λόγω των χρονικών περιορισμών της εκδήλωσης.
Παρουσιάζουμε λοιπόν σε αυτό το εκτενές αφιέρωμα , την έρευνα της φιλολόγου-ερευνήτριας κ. Άννας Μαρκουλιδάκη .
Πρόκειται για την ερευνήτρια που έβγαλε από την αφάνεια και σύστησε στους χωριανούς, συνεπαρχιώτες και Ρεθεμνιώτες την προσωπικότητα του Γιώργου Μαμαλάκη, δίνοντας το έναυσμα για την πρώτη τιμητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το Μάη του 2024 στη γενέτειρά του, τα Αγκουσελιανά.
Σήμερα, η έρευνά της επιστρέφει εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία για τη ζωή, τη δράση και τις περιόδους φυλάκισης του Μαμαλάκη, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη πλέον αποτύπωση της πορείας του έως και την κορυφαία στιγμή της θυσίας του , συνεισφέροντας ουσιαστικά στη διατήρηση της Ιστορικής Μνήμης.
Η παρουσίαση του πρωτογενούς αυτού υλικού γίνεται με την ευγενική παραχώρηση της ερευνήτριας, την οποία ο γράφων ευχαριστεί θερμά για την τιμή και την εμπιστοσύνη να αναλάβει την επιμέλεια του δημοσιεύματος.
Λουλούδης Ηλίας
..
Γιώργης Μαμαλάκης (1907-1944)
Όρθιος στο κέντρο Γιώργης Μαμαλάκης , καθιστός ο πατέρας του Γιάννης, αριστερά η δεύτερη σύζυγος Αγγελική Μαυρομάτη από τις Ατσιπάδες. Δεξιά μία αδελφή του και το μικρό παιδί μάλλον νεότερο αδελφάκι του. Πηγή Στέλιος Παπαδάκης
Ο Αγκουσελιανός Γιώργης Μαμαλάκης, σύμφωνα με το δημοτολόγιο Σπηλίου γεννήθηκε το 1907 και ήταν το δεύτερο τέκνο από την πρώτη σύζυγο του πατέρα του Γιάννη, Αμαλία, με πρωτότοκη την Ανδρονίκη, κι υστερότοκους τον Ανδρέα, τη Μαρία (Μαριόγκα) και το Στέλιο, και από τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του Αγγελική, αδελφός της Ελευθερίας, του Αριστοτέλη, του Σήφη, του Δημήτρη, της Μαρίας, της Ειρήνης, του Κλέαρχου και του Εμμανουήλ.
Προερχόταν από τη διακεκριμένη οικογένεια Μαμαλάκη, με ρίζες στο Ροδάκινο Αγίου Βασιλείου και κλάδους σε διάφορα χωριά, που τα μέλη της έδειξαν υψηλό αγωνιστικό φρόνημα και αυτοθυσία σε όλες τις πολεμικές αναμετρήσεις, από τις επαναστάσεις την περίοδο της οθωμανικής κατοχής της Κρήτης, τις συγκρούσεις στη Μακεδονία, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ως τη Μάχη της Κρήτης και την Εθνική Αντίσταση.
Ο Γιώργης Μαμαλάκης, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς, έφυγε από την Κρήτη, εγκαταστάθηκε στην Παλαιά Κοκκινιά, και εργάστηκε ως Βυρσοδεψεργάτης (ταμπάκης). Κοντά του είχαν πάει και τα αδέλφια του Ανδρέας και Στέλιος, βυρσοδεψεργάτες και αυτοί, και στη συνέχεια ιδιοκτήτες δικού τους εργαστηρίου στην περιοχή του Ρουφ, μία περιοχή αποκρουστικά ανθυγιεινή λόγω των βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Τη μετανάστευση των τριών αδελφών ακολούθησε και ο μικρότερος αδελφός τους Αριστοτέλησ, ο οποίος φέρεται να πυροβολήθηκε πισώπλατα από τους Γερμανούς υπό ανεξακρίβωτες συνθήκες ως σήμερα.
Στην Κοκκινιά
Ο Γιώργης Μαμαλάκης, ως κάτοικος της Παλιάς Κοκκινιάς, μιας περιοχής με έντονο το προσφυγικό στοιχείο με προοδευτική ιδεολογική ταυτότητα, δραστηριοποιήθηκε πολιτικά από νεαρή ηλικία μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και υπήρξε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας Δέρματος και μέλος του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, σε μία περίοδο οικονομικής ύφεσης και ριζοσπαστικοποίησης του συνδικαλιστικού κινήματος. Το 1932 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 μηνών και ενός έτους εκτόπιση για παράβαση του νόμου του «Ιδιώνυμου», του νόμου 4229/24/7/1929 «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών» της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου.
Το 1934 ανήκε στον πυρήνα των λίγων μεροκαματιάρηδων που είχαν πάρει την απόφαση «Να κρατήσουν στα χέρια τους τον αγώνα του Κοκκινιώτικου Λαού» και κάνοντας «Καλή Σπορά» πέτυχαν «Καλή Σοδειά» με την πύκνωση του αγωνιστικού κινήματος απέναντι στους φασίστες.
Έτσι, ήταν παρών στο Πανελλήνιο Αντιφασιστικό Συνέδριο στις 5 Ιουνίου 1934 στον Κοκκιναρά της Κηφισιάς που συγκλήθηκε σε ημιπαράνομες συνθήκες μετά από δημόσιο κάλεσμα στον Ριζοσπάστη προς όλους τους εχθρούς του φασισμού για κοινό αγωνιστικό μέτωπο.
Οι πρώτες διώξεις
Το 1935, χρονιά του Βενιζελικού κινήματος, της δικτατορίας Κονδύλη και της επαναφοράς της μοναρχίας με νόθο δημοψήφισμα, εξορίστηκε στη Σίκινο, έναν τόπο που οι συνοδοί χωροφύλακες χαρακτήριζαν «Καλό για Γλάρους και Κομμουνιστές».
Μετά από απεργία πείνας χιλίων κρατούμενων σε φυλακές και νησιά στις 16 Δεκεμβρίου 1935, και την κινητοποίηση του πολιτικού -εκτός των Φιλελεύθερων-, και του επαγγελματικού κόσμου, δόθηκε αμνηστία στους περισσότερους πολιτικούς κρατούμενους.
Στις εκλογές της 9 Ιουνίου 1935 συμμετείχε ως έβδομος κατά σειρά υποψήφιος βουλευτής Πειραιά στο ψηφοδέλτιο του ΕΜΕΑ (Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Αγροτών), όπου όμως το εκλογικό σύστημα της εποχής δεν επέτρεψε την εκλογή των ενωτικών σχημάτων κομμουνιστών και συμπραττόντων παρά το ποσοστό του 9.56% που συγκέντρωσε.
Στο πλαίσιο των πανελλαδικών απεργιών και κινητοποιήσεων σε συμπαράσταση προς τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης με 12 θύματα και 280 τραυματίες στις 9 Μαΐου το 1936, λίγο πριν την επιβολή της ΒασιλοΜεταξικής δικτατορίας, ο Μαμαλάκης, υπήρξε μεταξύ των πρωτεργατών των απεργιακών κινητοποιήσεων και των συλλαλητηρίων και ειδικότερα της Παμπειραϊκής απεργίας στις 13 Ιουνίου 1936, που κατέληξε σε σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών και αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων.
Στην Ακροναυπλία
Στρατόπεδο Ακροναυπλίας- Η είσοδος των φυλακών
Στις 24 του Μάρτη 1937 μεταφέρθηκε με το πλοίο της άγονης γραμμής «Μαρία Λ.» από τον Άη-Στράτη στο Τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά, και από εκεί, μαζί με άλλους δύο Πειραιώτες εξόριστους, «ως επικίνδυνος αποδράσεως» στο «Στρατόπεδο Κρατήσεως κομμουνιστών» στον ερειπωμένο στρατώνα στην Ακροναυπλία και τοποθετήθηκε στο Β΄ θάλαμο των φυλακών.
Στην Ακροναυπλία, το σύμβολο ανυπέρβλητης αντίστασης στη συντριβή των συνειδήσεων και της μετατροπής του εγκλεισμού σε αδιάλειπτο αγώνα των άοπλων μαχητών για την εθνική ελευθερία και τη λαϊκή κυριαρχία.
Σε μία εποχή καταστολής, λογοκρισίας, συλλήψεων, βασανιστηρίων, απηνών διώξεων, φυλακίσεων και εκτοπίσεων, που εξέθρεψε το φόβο αλλά και τις καταδόσεις, με διαλυμένες τις οργανώσεις του ΚΚΕ και την ύπαρξη της ψευδεπίγραφης «Προσωρινής Κεντρικής Επιτροπής» του διαβόητου υφυπουργού Ασφαλείας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, η Ομάδα Συμβίωσης των Πολιτικών κρατούμενων με επικεφαλής την Κομματική Επιτροπή της Ακροναυπλίας κατόρθωσε μέσα στις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, με την ανελέητη πίεση για την υπογραφή «Δηλώσεων αποκήρυξης του κομμουνισμού» και τις δολοφονικές επιθέσεις της φρουράς, να κρατήσει ψηλά το αγωνιστικό φρόνημα των φυλακισμένων.
Να οργανώσει συνεργεία που επέτρεψαν την εξασφάλιση τροφής, υγιεινής και περίθαλψης, την επιμόρφωση (με επικεφαλής τον σπουδαίο παιδαγωγό Δημήτρη Γληνό), την εμβάθυνση στην πολιτική θεωρία και επιστήμη και την καλλιτεχνική έκφραση και την αναψυχή.
Πέρα από αυτό όμως, οι αλύγιστοι της Ακροναυπλίας, παρά τα σφάλματα και τις ανθρώπινες αδυναμίες τους, δεν αποκόπηκαν ποτέ από το λαό, δεν έπαψαν ποτέ να έχουν το βλέμμα στραμμένο στις τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό και να λειτουργούν πολιτικά σε συνδιαλλαγή με τις εξωτερικές κομματικές οργανώσεις με απώτερο σκοπό την προστασία του λαού.
Ο Γιώργης Μαμαλάκης ανήκε στην εθνικοτοπική ομάδα των Κρητών της Ακροναυπλίας, στην οποία ανήκαν και οι Ρεθεμνιώτες Γιάννης Μανούσακας τσαγκάρης, Αντώνης Μαυρομιχελάκης τριατατικός, Γιώργης Σμπώκος φοιτητής, Γιάννης Τσικουράκης εργάτης και Γιώργης Παπαδάκης, τσαγκάρης.
Ο Γιάννης Μανούσακας τον αναφέρει ως έναν από τους λίγους συντρόφους με τον οποίο γνώριζε ήδη από τη φυλακή και με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά στο διάστημα 1939-1942 με τις ιδιότητες του στελέχους της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ Πειραιά και μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας Δέρματος.
Τον περιγράφει σαν έναν άνθρωπο ψηλό, λεβέντη και δυνατό στο σώμα, με τον οποίο μοιραζόταν εμπιστευτικά τις σκέψεις του, παρά την ευθυγράμμιση του Μαμαλάκη με την κομματική γραμμή, που κάθονταν μαζί στο προαύλιο και έκαναν ένα είδος αυτομόρφωσης με την εκφώνηση λόγων σε υποτιθέμενο ακροατήριο και απολογίες υπέρ των λαϊκών συμφερόντων σε υποθετικές δίκες.
Ο Μαμαλάκης μάλιστα διαμεσολαβούσε για τη μεταφορά των προτάσεων του Μανούσακα στην επιτροπή καθοδήγησης.
Χαρακτηριστικό στην ομιλία του Μαμαλάκη ήταν η χρήση λέξεων της «μαλλιαρής» του Πειραιά σε συνδυασμό με αυτές του αριστερού ιδιώματος, απότοκο της διαδρομής του στη συνδικαλιστική δράση και τη συμβίωση με το Πειραϊκό προλεταριάτο.
Στην Πύλο
Στις 10-15 Οκτωβρίου 1939, 200 Ακροναυπλιώτες μεταφέρθηκαν με τρένο ως την Καλαμάτα και στη συνέχεια με αυτοκίνητα στο ερειπωμένο φρούριο της Πύλου, ανάμεσά τους και ο Γιώργης Μαμαλάκης.
Σκοπός της μεταφοράς ήταν ο εξαναγκασμός τους να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας ή και η εξόντωσή τους με την κράτησή τους στα ανήλιαγα, κρύα και μουχλιασμένα κελιά στις καμάρες του τείχους.
Και όμως οι κρατούμενοι αντιστάθηκαν, οργανώθηκαν, βελτίωσαν με αγώνα τις συνθήκες διαβίωσης, μέχρι ανθόκηπο έφτιαξαν.
Με την κήρυξη του πολέμου το 1940, οι Ακροναυπλιώτες υπέβαλαν στις 29 Οκτωβρίου 1940 υπόμνημα στην κυβέρνηση Μεταξά με το οποίο δήλωναν πρόθυμοι να πολεμήσουν τους Ιταλούς φασίστες κατακτητές την πρώτη γραμμή για την ανεξαρτησία της πατρίδας και τη λευτεριά του λαού.
Την παλλαϊκή στράτευσης του λαού στον αγώνα κατά των κατακτητών πρόταξε και ο γραμματέας του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης με το ανοιχτό γράμμα στον ελληνικό λαό δυο μέρες αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου.
Ακολούθησε επιστολή προς τον υπουργό Δημόσιας Ασφάλειας Κ. Μανιαδάκη με το ίδιο αίτημα στις 6/11/1940, με απάντηση που έθετε ως προαπαιτούμενο για να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή την υπογραφή δήλωσης αποκήρυξης των ιδεών τους, διότι η κυβέρνηση Μεταξά φρονούσε ότι ο πόλεμος κατά της φασιστικής Ιταλίας ήταν πόλεμος κατά του ιταλικού έθνους και όχι κατά του Φασισμού!!!
Επιστροφή στην Ακροναυπλία
Μετά από 22 μήνες, και ελάχιστα πριν παραλάβουν τις φυλακές οι Γερμανοί, πιθανότατα 17-18 Απριλίου 1941, μεταφέρθηκαν στην Ακροναυπλία με φορτηγά και τρένο και όλοι οι κρατούμενοι στην Πύλο, χωρίς να γνωρίζουν την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς.
Από τις 21 ως τις 15 Απριλίου 1941 όλοι μαζί έζησαν την κόλαση του βομβαρδισμού της Ακροναυπλίας από τα γερμανικά στούκας και την ανατίναξη ενός εμπορικού πλοίου φορτωμένο νιτρογλυκερίνη που ρήμαξε το κτίριο των φυλακών, στοιβαγμένοι στο καταφύγιο που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει.
Στις 28 Απριλίου1941, επί εξόριστης κυβέρνησης Εμμ. Τσουδερού και υπουργίας του Μεταξικού Κ. Μανιαδάκη, οι Γερμανοί εισήλθαν στο Ναύπλιο και οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας στις γερμανικές αρχές κατοχής.
Με διαδικασίες επίσημου πρωτοκόλλου, μέσω του διοικητή του στρατοπέδου υπομοίραρχου Γιαννίκου σε συνεργασία με το διοικητή Χωροφυλακής Ναυπλίου Αναστασίου Πάτερη, μία κραυγαλέα αντεθνική πράξη που έστειλε στο απόσπασμα 300 από αυτούς.
Σχετικά με το ζήτημα της απόδρασης των Ακροναυπλιωτών πριν την άφιξη των Γερμανών περιορίζομαι μόνο σε μία πτυχή:
ο Γιάννης Μανούσακας έστειλε το Γιώργη Μαμαλάκη, άνθρωπο με υψηλό βαθμό κομματικότητας, να μεταφέρει στην καθοδήγηση συζητήσεις χωροφυλάκων που ζητούσαν από το διοικητή να μην παραδοθούν στους Γερμανούς, για να λάβει ο Γ. Ιωανννίδης της επιτροπής καθοδήγησης την απατηλή διαβεβαίωση από το διοικητή στο λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι θα τους εξοπλίσει να πολεμήσουν μαζί με τους χωροφύλακες!
Το επόμενο διάστημα οι Ακροναυπλιώτες κρατώντας «Την ψυχή στα δόντια» δοκιμάστηκαν άγρια από την πείνα -δέκα μήνες είχαν να φάνε ψωμί- που αποσκελέτωσε τα κορμιά τους, σάλεψε το μυαλό ορισμένων και έστειλε στο θάνατο 35 από αυτούς.
Τότε ο Γιώργης Μαμαλάκης ανήκε στο συνεργείο των μεταφορέων που ήταν υπεύθυνοι για τη μεταφορά προμηθειών στο στρατόπεδο.
Στα στρατόπεδα Λάρισας – Μεταξά- Χαϊδαρίου
Μπλοκ 15- Στρατόπεδο Χαϊδαρίου
Στην επόμενη φάση της σταδιακής διάλυσης των φυλακών Ακροναυπλίας με τη μεταγωγή των κρατουμένων σε άλλα στρατόπεδα, ο Μαμαλάκης μετήχθη στο ιταλικό στρατόπεδο της Λάρισας (η πρώτη μεταγωγή 25 κρατουμένων έγινε στις 14/16 Σεπτεμβρίου 1942, 100 κρατουμένων στις 30 Ιανουαρίου 1943 και 150 κρατουμένων τέλη Φεβρουαρίου 1943) το όνομά του αναφέρεται στον κατάλογο των φυματικών κρατουμένων του θαλάμου 10 το καλοκαίρι 1943.
Για το κολαστήριο της Λάρισας αρκεί να πούμε ότι στο ιταλικό στρατόπεδο της Λάρισας το 1941 αφανίστηκαν, εκτός από 500, από τη λιμοκτονία, τη γύμνια, το δριμύ ψύχος, τις αρρώστιες και την τρέλα. Ανάμεσά τους Κρητικοί της V Μεραρχίας που είχαν αποκλειστεί στην Αθήνα.
Η επόμενη μεταγωγή του Μαμαλάκη έγινε στο πρώην στρατώνα επί Μεταξά (1937) και επί κατοχής στρατόπεδο συγκέντρωσης και μεταγωγής Χαϊδαρίου, παράρτημα των φυλακών Αβέρωφ, το οποίο στις 8/9/1943 με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών παραδόθηκε από τους Ιταλούς στους Γερμανούς με πρώτο διοικητή τον Αυστριακό επιλοχία Ρούντι Τρέπτε (Rudolph Trepte).
Στο Χαϊδάρι, όπου φυλακίστηκε κάθε αντιστασιακός οποιασδήποτε κοινωνικής προέλευσης, θρησκείας, μόρφωσης, πολιτικής ιδεολογίας, παράταξης, με κοινή συνισταμένη τον αγώνα κατά των ναζί και των συνεργατών τους ως εχθρού του εχθρού της πατρίδας και του λαού και ορισμένοι ποινικοί αλλά και κάποιοι συνεργάτες των ίδιων των Γερμανών, οι μεταξοκρατούμενοι Ακροναυπλιώτες στεγάστηκαν στο Μπλοκ 4.
Στις 19/11/1943 τη διοίκηση ανέλαβαν η SD (ΕΣ-ΝΤΕ, Υπηρεσία Ασφαλείας που στεγαζόταν μαζί με υπηρεσίες των SS, και της Gestapo στη διαβόητη οδό Μέρλιν) με διοικητή τον πρώην διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Syrets στο Κίεβο αξιωματικό των SS Πάουλ Ότο Ραντόμσκι (Paul Otto von Radomski) ως τις 27/2/1944 και έπειτα τον υπολοχαγό των SS Καρλ Φίσερ (Karl Fischer), το όνομα του οποίου περιλαμβανόταν στη αναφορά σχετικά με τους μεγαλύτερους εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα που υποβλήθηκε στον πρωθυπουργό Πέτρο Βούλγαρη στις 15/5/1945.
Οι συνθήκες που επέβαλε ο βασανιστής Ραντόμσκι μετέτρεψαν το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, και εδικά το Μπλοκ 15, το χώρο απομόνωσης, σε «Βαστίλη του 20ού αιώνα», «Το Γολγοθά της σκλαβωμένης μα και μαχόμενης Ελλάδας», ένα «Νταχάου».
Ειδικά στο «Μπλοκ 15»: οι έγκλειστοι, οργανωμένοι σε μονάδες και συνεργεία, σε καθεστώς μόνιμου τρόμου κακοποίησης και εκτέλεσης, υφίσταντο κάθε είδους στέρηση, βασανιστήριο και εξευτελισμό με οποιαδήποτε αφορμή.
Τότε, με βάση μαρτυρίες συγγενών, στο Μαμαλάκη άφηνε τρόφιμα και έπλενε τα ρούχα του η αδελφή του Μαριόγκα, καθώς δέματα άφηνε επίσης ο γαμπρός του Μιλτιάδης Βαρδάκης.
Απόδραση 17 στελεχών του ΚΚΕ
Η έμπειρη ομάδα των Ακροναυπλιωτών κυριολεκτικά έσωσε τους κρατούμενους από το να μετατραπούν σε μία τρομαγμένη αγέλη, έρμαιο των σαδιστών διοικητών και των μεθόδων τους: ανέλαβαν πολλά καθήκοντα λειτουργίας του στρατοπέδου, στήριξαν με κάθε τρόπο τη συνύπαρξη χιλιάδων κρατουμένων κάτω από τις δυνατές ανθρώπινες συνθήκες και κυρίως, καθώς ήταν συνειδητοποιημένοι και ψυχωμένοι οι ίδιοι, διατήρησαν ακατάβλητο το φρόνημα των συγκρατουμένων τους.
Ειδικότερα, ο Γιώργης Μαμαλάκης ήταν μάγειρος και διανομέας συσσιτίου στους κρατούμενους στην απομόνωση, κάτω από το βλέμμα του δεσμοφύλακα με το βούρδουλα στο χέρι.
Σχετικά με την απόδραση 17 στελεχών του ΚΚΕ με απόφαση του Π.Γ. του κόμματος στις 29 Απριλίου 1944, γεγονός που είχε δημιουργήσει προβληματισμό σχετικά με ενδεχόμενα αντίποινα, οι Ακροναυπλιώτες, «όπως πάντα, μια ψυχή κι ένας νους», όταν έμαθαν τα ονόματα όσων είχαν αποδράσει κατάλαβαν χωρίς καμιά άλλη εξήγηση.
Ο Μαμαλάκης κι ο Πλακοπίτης το φώναξαν στο στρατόπεδο:
«Τώρα που έφυγαν τα καλύτερα παιδιά μας, η Γκεσταπό ας κάνει ό,τι θέλει»
Είχαν υπάρξει, βέβαια, σκέψεις για την επίθεση του ΕΛΑΣ στις φυλακές Χαϊδαρίου και την απελευθέρωση των κρατουμένων και μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του βουλευτή του ΚΚΕ και κρατούμενου στο Χαϊδάρι Κώστα Λουλέ, ο ίδιος είχε αναλάβει το ρόλο του ασθενή που μεταφέρθηκε στη νοσοκομείο «Σωτηρία» προκειμένου να έρθει σε επαφή με το κόμμα.
Όμως η απάντηση του Ν. Πλουμπίδη εκ μέρους του Π.Γ. ήταν αρνητική γιατί ο νέος διοικητής είχε προχωρήσει σε ενίσχυση της οχύρωσης και μία επίθεση του ΕΛΑΣ ήταν απολύτως αδύνατη.
Ανακοίνωση Αντιποίνων
Φυλλάδιο με την ανακοίνωση για την εκτέλεση 200 κομμουνιστών φυλακισμένων στην Καισαριανή
Μέσα στο όργιο αίματος που επιδόθηκαν τα ναζιστικά στρατεύματα στην Ελλάδα το 1944, δρομολογήθηκε και η αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά του 1944 μετά την ενέδρα λόχου 20 ανδρών του 8ου συντάγματος του ΕΛΑΣ στη θέση Γκαγκανιά κοντά στους Μολάους υπό τον ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού Μανόλη Σταθάκη κατά αυτοκινητοπομπής και το θάνατο του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech) και γερμανών στρατιωτικών στις 27 Απριλίου, την επομένη της απαγωγής του στρατηγού Κράιπε, κατόπιν διαρροής πληροφοριών στον ΕΛΑΣ για τις κινήσεις του στρατηγού από το βρετανικό αρχηγείο Στρατιωτικών Υπηρεσιών.
Στην ανακοίνωση στην «Καθημερινή 30/4/1944» σχετικά με την εφαρμογή αντιποίνων ανακοινώθηκε ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1/5/1944, ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην έξωθεν των χωρίων.
Ο ιθύνων νους της σφαγής ήταν ο διαβόητος στρατηγός Βάλτερ Σιμάνα (Walter Schimana), που υπηρέτησε στην Ελλάδα από τον Οκτώβριο 1943 ως τον Οκτώβριο 1944. Τα «μέτρα εξιλέωσης», όπως αποκαλούσαν οι Γερμανοί τα αντίποινα, με αφετηρία μόλις τρεις ημέρες αργότερα, θέρισαν τη ζωή 335 Ελλήνων, ζυγίζοντας τη ζωή ενός νεκρού γερμανού όσο η ζωή 84 νεκρών Ελλήνων. Οι «Έλληνες εθελονταί» που έδρασαν «αυτοβούλως» στο μακελειό ήταν ταγματασφαλίτες υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Διονύσιου Παπαδόγγονα και έργο τους ήταν η δολοφονία εκατό Ελλήνων στην Πελοπόννησο, και ορισμένων στην Αθήνα, 30 με 35 έλληνες δολοφονήθηκαν στην κοίτη του Νέδοντα στην οδό Μολάων-Σπάρτης και 21 στο μαρτυρικό χωριό Άγιος Δημήτριος από Γερμανούς .
Η προέλευση των προγραμμένων
Η είδηση για τα αντίποινα μαθεύτηκε στη μυστική 5η συνδιάσκεψη της ΚΟΑ στις 30 Απριλίου, συζητήθηκε στην Επιτροπή Πόλης η δυνατότητα να σώσουν τα 200 παλληκάρια της Ακροναυπλίας, όμως ήταν αδύνατο να χτυπήσουν τέτοιο όγκο γερμανικών δυνάμεων. Παράλληλα ξεκίνησε μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση αποτροπής των εκτελέσεων:
μέλη της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΚΚΕ έριξαν τρικάκια στους δρόμους της πόλης, κυκλοφόρησαν φυλλάδια, επιδόθηκαν ψηφίσματα πλήθους σωματείων, έγιναν παύσεις εργασίας σε εργοστάσια και επιχειρήσεις, συγκεντρώσεις σε λαϊκές συνοικίες, συγκεντρώσεις οργανώσεων έξω από υπουργεία και τράπεζες και επιδόθηκαν ψηφίσματα υπέρ της ανάκλησης των αντιποίνων, δημόσιες σπουδαστικές και φοιτητικές εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις συγγενών ορισμένων από τους επικείμενους εκτελεσμένους στη Μητρόπολη της Αθήνας και εκκλήσεις στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό για τη μεσολάβησή του στις γερμανικές αρχές υπέρ της σωτηρίας των διακοσίων κομμουνιστών.
Δυστυχώς ο Δαμασκηνός, παρόλο που οι προσπάθειές του ως την τελευταία στιγμή καθυστέρησαν την ώρα των εκτελέσεων, αναγκάστηκε να δηλώσει στους συγγενείς πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα και το μόνο που του απομένει είναι να προσεύχεται στο Θεό.
Η κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη υπέβαλε μερικά χλιαρά διαβήματα.
Όσον αφορά την προέλευση των προγραμμένων, σύμφωνα με τον Ανδρέα Δενεζάκη ήταν 170 από τους εξόριστους στην Ακροναυπλία και την Ανάφη, 6 ΤεταρτοΔιεθνιστές, 5 ΑρχειοΜαρξιστές, και οι υπόλοιποι στελέχη του ΚΚΕ, Ελασίτες και Επονίτες.
Ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης από την έρευνά του κατέληξε ότι 156 εκτελεσμένοι ήταν κομμουνιστές προπολεμικοί κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ακροναυπλίας και εξόριστοι στην Ανάφη και οι υπόλοιποι μέλη του ΕΑΜ.
Υπήρξαν διάφοροι λόγοι για τη σύγχυση γύρω από τα ονόματα των νεκρών, κυρίως η απόκρυψη των ονομάτων από τους Γερμανούς, εξ ου και η ανακοίνωση της σφαγής στον ελεγχόμενο τύπο που ανακοίνωσε το γεγονός «στα ψιλά».
Ο Τελευταίος Χορός
Απο την ταινία -Το τελευταίο Σημείωμα
Οι Ακροναυπλιώτες, ζυγίζοντας τα προειδοποιητικά σημάδια και τις πληροφορίες που έφτασαν στο στρατόπεδο, κατάλαβαν ότι εκείνοι ήταν που θα εκτελούνταν. Αποχαιρέτησαν τους φίλους τους στους άλλους θαλάμους και οι περισσότεροι συγκεντρώθηκαν στο θάλαμο 1 στο «Μπλοκ 3».
Εκεί βρισκόταν και ο Γιώργης Μαμαλάκης και συμμετείχε στο γλέντι που στήθηκε με κιθάρες και βιολί.
«Οι Κρητικοί Παν. Κορνάρος, Νίκος Μαριακάκης, Γιώργος Μαντωνανάκης, Γιώργος Μαμαλάκης, και καμιά εικοσιπενταριά άλλοι χόρεψαν πεντοζάλη κι άλλους κρητικούς χορούς. Έπειτα όλοι μαζί χόρεψαν τσάμικο και στο τέλος τραγούδησαν και χόρεψαν το χορό του Ζαλόγγου που είχε μεταβληθεί σε ύμνο του Χαϊδαριού».
Ο Παντελής Βούλγαρης που μετέφερε τη σκηνή του χορού την παραμονής της εκτέλεσης στο Χαϊδάρι στην ταινία του «Το τελευταίο σημείωμα» (2017) διάλεξε για το χορό των Κρητικών τη μαντινάδα
«Η λεβεντιά είναι πληγή που πάντα αίμα τρέχει
Θε μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει».
Οι κρατούμενοι των μαγειρείων έφαγαν όλοι μαζί, τραγούδησαν, χόρεψαν, μίλησαν για τη ζωή τους, ζητούσαν εκδίκηση, πολλοί πέρασαν το βράδυ άγρυπνοι καπνίζοντας.
Ακροναυπλιά, Ακροναυπλιά...
Ναπολέων Σουκατζίδης
Στις 8 το πρωί, ντυμένοι με ό,τι καλύτερο είχαν, παρατάχθηκαν στο γενικό προσκλητήριο στο προαύλιο με τις κάννες των πολυβόλων στραμμένες επάνω τους.
Μετά την καταμέτρηση και την αναφορά στον διοικητή Φίσερ από τον στρατοπεδάρχη Αντώνη Βαρθολομαίο και το διερμηνέα Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο Φίσερ έβγαλε μία αλφαβητική κατάσταση, καταρτισμένη από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών στην Ειδική ασφάλεια στην οδό Μέρλιν, με τα ονόματά των προγραμμένων από έναν κόκκινο φάκελο (ο Γιώργης Μαμαλάκης ήταν 104ος) και διέταξε να βγει μπροστά όποιος άκουγε το όνομά του επειδή δήθεν θα μεταφέρονταν σε άλλο στρατόπεδο.
Τότε, ο γερμανομαθής και διερμηνέας του στρατοπέδου Ναπολέων Σουκατζίδης, γεννημένος στην Προύσα και μετά το 1922 κάτοικος Αρκαλοχωρίου, αρνήθηκε να εξαιρεθεί από την εκτέλεση και μοιράστηκε τον θανάσιμο κλήρο της θυσίας με τους συντρόφους του, όπως έκανε και ο Αντώνης Βαρθολομαίος.
Ανά εικοσάδες διατάχτηκαν να πάνε να πάρουν τα πράγματά τους και να επιστρέψουν σε παράταξη κοντά στα μαγειρεία. Όσοι άκουγαν το όνομά τους φώναζαν ένα ηχηρό «παρών», ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα και τη Λευτεριά, και περνούσαν με υπερήφανο βήμα στη θέση τους.
Μέχρι να τους παραλάβουν τα φορτηγά, οι μελλοθάνατοι πάλι έστησαν χορό και τραγούδι μπροστά στο διοικητή ζωσμένοι από παντού από σιδερόφραχτη φρουρά, τραγούδησαν τον Εθνικό Ύμνο . και μπροστά στους συγκλονισμένους αλλά αλύγιστους ελάχιστους Ακροναυπλιώτες που εξαιρέθηκαν από τον κατάλογο, οι κύκλοι του χορού των μελλοθάνατων ενώνονταν με το τραγούδι για την Ακροναυπλία
«Ακροναυπλιά, Ακροναυπλιά,...
είσαι βράχος, φως γεμάτος
κι εκδικήτρα λευτεριά»
Για την Ελλάδα, το Λαό, τ΄ατσαλένιο ΚΚΕ
Τελικός σταθμός ήταν το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Όταν έφτασαν τα δέκα φορτηγά που θα τους μετέφεραν το στρατόπεδο αντιλάλησε από τον εθνικό ύμνο, το «Έχε γειά καημένε κόσμε» και ζητωκραύγαζαν «για την Ελλάδα, το λαό, τ΄ατσαλένιο ΚΚΕ».
Ανέβηκαν ανά εικοσάδες στα φορτηγά, μερικοί πετώντας τα καπέλα τους στον αέρα και φωνάζοντας «Ζήτω η Λευτεριά» και έφυγαν. Στο δρόμο, πολλοί έριξαν χαρτάκια ή κομμάτια πανί με τα τελευταία τους λόγια.
Τα φορτηγά σταμάτησαν στην νοτιανατολική είσοδο και οι Γερμανοί κατέβαζαν μόνο ανά είκοσι ή τριάντα τους κρατούμενους γιατί φοβούνταν τους αντάρτες στα γύρω βουνά. Το εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούνταν από 15-20 Γερμανούς στρατιώτες με επικεφαλής τον αξιωματικό των SS Καρλ Όφμαν που γνώριζε ελληνικά από το 1922 όταν υπηρέτησε στη Σμύρνη.
Στο χώρο της εκτέλεσης ήταν παρόντες ο διοικητής του Ι΄ τμήματος Παγκρατίου Κανελλόπουλος, με αγκυλωτό σταυρό στο περιβραχιόνιό του, και ο αστυνόμος Θωμαΐδης του ΚΑ΄ μαζί με περίπου σαράντα αστυφύλακες, και εργάτες του δήμου Καισαριανής (ή και αγγαρεμένοι πολίτες) με φορεία για τη μεταφορά των σορών.
Οι ταγματασφαλίτες ήρθαν πολύ αργότερα με δύο φορτηγά και κατέλαβαν θέσεις γύρω από Σκοπευτήριο τραγουδώντας τα δικά τους τραγούδια, οι δε αστυνομικοί είχαν παραταχθεί σε μία τρίτη ζώνη περιφρούρησης, ως μη απολύτως έμπιστοι, δηλ. ως ύποπτοι πατριωτικών αισθημάτων.
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα
Μελλοθάνατοι περνούν την πύλη του Σκοπευτηρίου. Τα πεταμένα ρούχα είναι αυτών που είχαν ήδη εκτελεστεί
Κάθε ομάδα που κατέβαζαν πήγαινε πρώτα στα καμαράκια, τις θυρίδες των ανδρείκελων του Σκοπευτηρίου και άφηναν τα ρούχα τους σε ένα χώρο με ένα σημείωμα με το όνομά και τη διεύθυνσή τους. Υπήρχε, όπως συνηθιζόταν στις εκτελέσεις, ιερέας για να μεταλάβει τους μελλοθάνατους.
Η τελευταία διαδρομή των μελλοθάνατων, ένας διάδρομος πενήντα μέτρων, οδηγούσε στο πεδίο των 300 μ. μπροστά στις κάννες των όπλων σε απόσταση 25 μ.
Ο ιερέας δέχτηκε αντί εξομολόγησης αμαρτιών τα χαιρετίσματα στην οικογένειά των καταδικασμένων και συνθήματα για την Ελλάδα, την Ελευθερία, τον Κόκκινο Στρατό, τη Λαοκρατία.
Οι μελλοθάνατοι αρνήθηκαν Όλοι να τους δέσουν τα μάτια.
«Κάθε ομάδα που ερχόταν η σειρά της έστεκε για το μακελειό στην ίδια πάντοτε θέση, δίπλα στο σωρό που σχημάτιζαν τα τρυπημένα απ’ τις σφαίρες κορμιά των συναγωνιστών τους, με τα πόδια βουτηγμένα μέσα στη λίμνη απ΄ το αίμα, ακούγοντας τους στερνούς βόγκους, βλέποντας τις τελευταίες σπασμωδικές κινήσεις των παλληκαριών που ξεψύχαγαν».
Πλήθος κόσμου προσπαθούσε σε απόσταση κρατούσε την αναπνοή του.
Άκουγε τις φωνές «Ζήτω η Ελλάδα», «Ζήτω η Λευτεριά», «Ζήτω το Κ.Κ.Ε.», τον Εθνικό Ύμνο, το «Μαύρη είν΄η νύχτα στα βουνά», αγωνιστικά τραγούδια για το ΕΑΜ και την Ακροναυπλία, χωρίς να προλάβουν να τελειώσουν τους στίχους.
«Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα
Μον΄ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι» έγραψε ο Κώστας Βάρναλης.
Όταν άρχισαν οι ριπές ο κόσμος άρχισε να κλαίει και να αναθεματίζει τους δολοφόνους.
Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν πένθιμα.
Το μακάβριο έργο των εκτελέσεων ολοκληρώθηκε από τις 10:00 ως τις 14:00.
Λαϊκό δρώμενο η υποδοχή του θανάτου
Τους νεκρούς στην αρχή μετέφεραν προσεκτικά οι σύντροφοι της επόμενης εικοσάδας μέχρι να εκνευριστούν οι Γερμανοί γιατί καθυστερούσαν. Οι αγγαρεμένοι εργάτες καθαριότητας μετέφεραν με δύο τρία ράντζα τα πτώματα και τα έριχναν σαν τσουβάλια μετά σε καμιόνια. Πίσω έμεινε το αποτρόπαιο θέαμα μιας λίμνης αίματος που σκεπάστηκε με χώμα.
Ολόκληρη η Καισαριανή θρήνησε τους αδικοσκοτωμένους, γυναίκες έβγαζαν κεραμίδια και τα ακουμπούσαν στις μάντρες στη γωνία των δρόμων με κεριά αναμμένα, εκατοντάδες γυναίκες με πανιά, με μπαμπάκια σφούγγιζαν τα αίματα κι άλλες έφερναν τα οικογενειακά κειμήλια, τα εικονίσματα της προσφυγιάς από τα Βούρλα, τα Ταταύλα, κι από πάνω έβαζαν τα μπαμπάκια με το αίμα των αγωνιστών.
Η Καισαριανή αναβίωσε ένα λαϊκό δρώμενο υποδοχής του θανάτου και εξαγιασμού του ζωοφόρου αίματος, ως σήμα, μνήμα και μνημείο. Με αίμα έβαφαν και το δρόμο από όπου περνούσαν τα καμιόνια όπου να καταλήξουν στο Γ΄ Νεκροταφείο της Παλιάς Κοκκινιάς όπου οι σοροί τάφηκαν βιαστικά με τα ρούχα σε ατομικούς τάφους, ανοιγμένους από την προηγούμενη μέρα, χωρίς όνομα.
Τη φροντίδα των τάφων ανέλαβαν συγγενείς των νεκρών.
Αργότερα με ενέργειες της «Πανελλήνιας Ένωσης Θυμάτων Κατοχής 1941-44» παραχωρήθηκε από το δήμο Αθηναίων μια έκταση και, όταν ορίστηκε η ημερομηνία της εκταφής και ειδοποιήθηκαν οι οικογένειες των θυμάτων από την Ένωση, τα οστά τοποθετήθηκαν σε μικρά πράσινα κιβώτια με αύξοντα αριθμό, την ημερομηνία εκτέλεσης και, σε όσα τα ευρήματα επέτρεπαν την ταυτοποίηση, και το όνομα του νεκρού.
Τα κιβώτια τοποθετήθηκαν σε οστεοφυλάκιο και καλύφθηκαν με μαρμάρινες πλάκες. Όσο για τους συγγενείς που από την πρώτη μέρα είχαν συγκεντρωθεί έξω από την Αρχιεπισκοπή, παρέλαβαν μέσα σε απόλυτη οδύνη και αλλοφροσύνη τα ρούχα τους και ελάχιστα ενθύμια (σημειώματα, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα) από την αποθήκη της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, τα οποία είχαν παραλάβει με ειδοποίηση του τμήματος Καισαριανής την Πρωτομαγιά.
Γιώργης Μαμαλάκης -Επιλογικά
Κι ύστερα ακολούθησε το ζοφερό μετεμφυλιακό κράτος.
Η μνήμη του θυσιασμένου δέχτηκε το θρήνο ολόκληρων συνοικιών στην Αθήνα, το όνομά του ποτέ δεν στερήθηκε την τιμή από τους συντρόφους του, ούτε τη θέση του στην ιστορική έρευνα.
Στην Κρήτη, όμως, χάθηκε στη σιωπή.
Μέχρι το 2022 που γνωρίστηκα με το Στέλιο Παπαδάκη από τα Παλαιόλουτρα και του επισήμανα ότι στο χωριό τους γεννήθηκε ένας αγωνιστής που η εμβέλεια της θυσίας του και των συντρόφων του στο όνομα της ελευθερίας και των λαϊκών ελευθεριών ξεπερνά τα όρια της χώρας και οφείλουν να του αποδώσουν την τιμή που του πρέπει.
Ο Στέλιος αποδείχτηκε ο άγνωστος συνοδοιπόρος μου, ο κατάλληλος άνθρωπος για να καταλήξει η πρότασή μου στην εξαιρετική εκδήλωση στα Αγκουσελιανά που οργάνωσε ο τοπικός σύλλογος στις 12 Μαΐου 2024, μετά 80 χρόνια λήθης, με ομιλητή τον καθηγητή Γιώργο Μαργαρίτη και ένα σύντομο κείμενο δικό μου που διάβασε η δημοσιογράφος Δήμητρα Σωτηροπούλου.
Στις 2 Μαΐου 2026, μετά τη συγκλονιστική αποκάλυψη των φωτογραφιών των 200, οργανώθηκε εκδήλωση από την ΚΟ ΚΚΕ Ρεθύμνου εκδήλωση προ τιμήν των 200 και ειδικότερα του Ρεθεμνιώτη Γιώργη Μαμαλάκη με ομιλητές τη Νικολέττα Χριστοδουλοπούλου, τον καθηγητή Γ. Μαργαρίτη, τον Ανδρέα Βρακίδη με καταγωγή από την οικογένεια Μαμαλάκη, ο οποίος διάβασε ένα σύντομο βιογραφικό του Μαμαλάκη βασισμένο στα στοιχεία της έρευνάς μου, και ο Στέλιος Παπαδάκης.
Επόμενο βήμα η εκδήλωση στη γενέτειρά του, τα Αγκουσελιανά.
Σε πείσμα όλων, ο Μαμαλάκης, που νίκησε μαζί με τους συντρόφους του το θεριό, και υπόγραψε με το αίμα της καρδιάς του το πέταγμα στην ελευθερία, απαντά στο προσκλητήριο «παρών», ως Έλληνας, ως Κρητικός και ως Κομμουνιστής.
Αυτό το εκλεκτό τέκνο της Κρήτης, ο «λεβένταρος» και «ντόμπρος» άντρας, όπως τον θυμούνταν οι παλιοί, που αγαπούσε την παρέα και το κρασί, πάντοτε δίπλα πάντα σε όποιον είχε ανάγκη, έχει ήδη κερδίσει τη θέση του στην Ιστορία.
Οφείλουμε κι εμείς να σταθούμε στο ψήλωμα που ανέβασε τον άνθρωπο και τον τόπο και να φωτιστούμε από τη λάμψη της μορφής του.
Όσον αφορά τη ιδιωτική ζωή του Μαμαλάκη, με βάση την έρευνά μου, συγγενείς του είχαν αναφέρει στον Μανόλη Παντινάκη ότι ήταν πατέρας ενός ανήλικου κοριτσιού. Το μόνο στοιχείο που μπορώ να μοιραστώ σε αυτή την περίσταση είναι ότι η ύπαρξη της κόρης του Γιώργη Μαμαλάκη έχει επιβεβαιωθεί, αλλά οφείλουμε να σεβαστούμε τα προσωπικά δεδομένα.
Αθάνατος !!!
Άννα Μαρκουλιδάκη, Φιλόλογος – Ερευνήτρια
Επιμέλεια Λουλούδης Ηλίας
Πηγές
Πρωτογενής έρευνα –παραχώρηση : Άννα Μαρκουλιδάκη, φιλόλογος – ερευνήτρια
Φωτο: Στέλιος Παπαδάκης , imerodromos.gr, argolikivivliothiki.gr, katiousa.gr, rethnea.gr
