Δεν τον ήξερα τον Γιάννη Κουδουναράκη μέχρι το 1989. Πώς να τον ήξερα άλλωστε; Γνώριζα μόνο τη σύζυγό του Ελένη και περισσότερο τον πεθερό και την πεθερά του, τον Λεωνίδα Καούνη και την Ελένη Κωστογιάννη, με τους οποίους ήμασταν οικογενειακοί φίλοι. Έτσι, ήταν παραπάνω από φυσικό, όταν η γυναίκα μου έμεινε έγκυος, να απευθυνθούμε σ’ αυτόν ως γυναικολόγο να την παρακολουθεί κι αργότερα -με το καλό- να την ξεγεννήσει. Ένα παραπάνω που ήταν γείτονας, αφού στέγαζε το ιατρείο του πολύ κοντά στο σπίτι μας.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Καλά, μέχρι που το βράδυ του Σαββατοκύριακου 20 με 21 Μαΐου, που, μετά από επαπειλούμενη κύηση, «έσπασαν τα νερά». Για όσους δεν ξέρουν την έκφραση, αυτό σημαίνει ότι ήρθε η ώρα του τοκετού. Μόνο που η αναμενόμενη και ευκταία ώρα εκείνη απείχε σχεδόν τρεις μήνες. Δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, πολύ περισσότερο που κοιμόμουν βαριά -ήταν κατά τις τρεις το πρωί- όταν η γυναίκα μου με ταρακούνησε, λέγοντάς μου τις τρεις μαγικές λέξεις που ανέφερα παραπάνω. Μισοκοιμισμένος όπως ήμουν δεν κατάλαβα τίποτα, ούτε άλλωστε κι όταν την άκουσα να το λέει τηλεφωνικά έντρομη στον καλό μας γιατρό. Ο οποίος σηκώθηκε τάχιστα από το κρεβάτι του κι έτρεξε στο ιατρείο, περιμένοντάς μας.
Παρά το ότι δεν είχε εύκολο το γέλιο, είχε να το λέει αργότερα, ότι μας περίμενε αρκετά, ενόσω εγώ προσπαθούσα να ξυπνήσω πίνοντας αρειμανίως τον καφέ μου και καπνίζοντας το ένα πάνω στο άλλο τα τσιγάρα. Μας περίμενε γεμάτος αγωνία, ξέροντας ότι ακόμα κι αν τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά, πράγμα αμφίβολο, ο πρόωρος -μόλις επτά μηνών- γιος μας είχε πιθανότητες λιγότερες από τις μισές να επιζήσει. Έτσι έλεγαν οι στατιστικές, για ένα πλασματάκι μάλιστα που ζύγιζε ενάμισι κιλό. Όσο ένα μεγαλόσωμο κουνέλι.
Ο Γιάννης Κουδουναράκης αποδείχτηκε τελικά περισσότερο κι από άξιος της εμπιστοσύνης μας. Πριν ξημερώσει βρισκόταν και πάλι δίπλα μας, στον τότε «Ασκληπιό», κι έπιανε στα χέρια του την πρώτη ανάλυση αίματος: τα λευκά αιμοσφαίρια ήταν ήδη πολλά…
-Θα το παλέψουμε όσο πάει, μας είχε πει τότε. Το μωρό είναι αγόρι και το αναπνευστικό σύστημα των αγοριών αργεί να λειτουργήσει. Εμείς θα προσπαθήσουμε να το ενισχύσουμε και να το επιταχύνουμε με κορτιζόνη.
Και το πάλεψε αρκετές μέρες, μέχρι την Πέμπτη της νέας εβδομάδας. Τα λευκά αιμοσφαίρια είχαν εν τω μεταξύ πιάσει υψηλά εποχής κι αναφυόταν κίνδυνος για την ίδια τη μητέρα. Το μουντό εκείνο απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης ο κύριος Γιάννης την ξεγέννησε. Δίπλα του στεκόταν η ευαίσθητη αναισθησιολόγος και φίλη Κάρεν Πολίτη, που συνεννοήθηκε μαζί του κι έκανε στην Αλκμήνη μας μια ινδιάνικη νάρκωση, ελαφριά τόσο, ώστε να μην επιβαρύνει περαιτέρω το νεογέννητο. Το οποίο ο καλός μας γιατρός έβαλε στη δανεική θερμοκοιτίδα του Νοσοκομείου και στο ασθενοφόρο, που την μετέφερε στη συνέχεια με τη συνοδεία μου στην κατάλληλη μονάδα του Βενιζέλειου Νοσοκομείου στο Ηράκλειο.
Όμως η Αλκμήνη δεν είχε δει το μωρό της, οπότε υποψιαζόταν ότι θα μπορούσε να έχει πεθάνει και εμείς να της το έχουμε κρύψει. Εγώ πηγαινοερχόμουν στο Ηράκλειο στο παιδί, προσπαθώντας να το ταΐσω με το μπιμπερό κάθε τρίωρο κι αυτή βρισκόταν σε ανάρρωση από την καισαρική τομή στον «Ασκληπιό». Κι έκλαιγε, έκλαιγε απαρηγόρητα. Ήταν τότε που ο καλός μας γιατρός περνούσε πρωί, μεσημέρι και βράδυ από εκεί και την παρηγορούσε. Μέχρι που ανέρρωσε και μπόρεσε να πάει κοντά στο παιδί μας. Κι εγώ θεώρησα σκόπιμο να δημοσιεύσω στις εφημερίδες ένα ευχαριστήριο, που όμως δεν το έχω κρατήσει και που φαντάζομαι ότι θα έλεγε ότι ο συμπολίτης μας πάνω κι από εξαίρετος γιατρός ήταν και εξαίρετος άνθρωπος!
Τα ίδια περίπου έγιναν τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη Νεφέλη μας. Δεν θέλω να κουράσω περισσότερο όσους αναγνώστες έχουν φτάσει μέχρι εδώ, όμως πρέπει να πω ότι χάρη στον ίδιο άνθρωπο σώθηκε και το κοριτσάκι μας, που αυτό είχε αρχίσει να ασφυκτιά στη μήτρα της μητέρας της από τον τέταρτο κιόλας μήνα. Η κατεύθυνση μόνο άλλαξε αυτή τη φορά, «Ασκληπιός» και στη συνέχεια ΠΕΠΑΓΝΗ. Με τον ακούραστο κύριο Γιάννη πάντα από δίπλα. Το Νεφελάκι μας μπόρεσε έτσι να μείνει προστατευμένο μέχρι περίπου «την ώρα της» και να δει το φως του κόσμου τούτου υγιές. Θεωρήσαμε και τότε υποχρέωσή μας να τον ευχαριστήσουμε και μέσω του τύπου, κι ευτυχώς τη φορά αυτή κρατήσαμε το σχετικό απόκομμα, που βλέπετε δίπλα και που γράφει: «Η νεογέννητη Νεφέλη ευχαριστεί τον γιατρό Γιάννη Κουδουναράκη που τη βοήθησε να έρθει υγιής στον κόσμο».
Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα το μικρούλι εκείνο που είχε ανασύρει στη ζωή ο καλός μας μαιευτήρας αφέθηκε στα χέρια του και του εμπιστεύτηκε τον καρπό της δικής του κοιλίας. Ήταν η περίοδος του εγκλεισμού και ο τοκετός έγινε αυτή τη φορά στα Χανιά, όπου όλοι, και οι παππούδες ακόμη απαγορευόταν ν’ ανέβουμε στο δωμάτιο της κλινικής. Ο κύριος Γιάννης όχι μόνο διεξήγαγε με επιτυχία τον τοκετό αλλά σκέφτηκε κι εμάς, τους παππουδολαλάδες. Σκέφτηκε και τράβηξε φωτογραφίες το νεογέννητο, το οποίο μας επέδειξε στη συνέχεια στο κινητό του (φωτογραφία), χαμογελώντας περισσότερο κι από εμάς, «μέχρι τ’ αυτιά».
Ο αείμνηστος γιατρός είχε την τύχη να φέρει στον κόσμο εκατοντάδες παιδιά, μεταξύ των οποίων και εγγόνια, όπως αυτό στη φωτογραφία από τον γιο του Λεωνίδα, που φέρει και το όνομά του. Είμαι σίγουρος ότι το χώμα που θα τον σκεπάσει θα είναι όχι απλώς ελαφρύ αλλά θωπευτικό, όπως θωπευτικά ήταν τα χέρια του όταν έφερναν στον κόσμο όλα αυτά τα παιδιά. Τον φαντάζομαι να τα κοιτάζει κάπου από το επέκεινα μ’ εκείνο το αδιόρατο μειδίαμά του κι εκείνα να του το ανταποδίδουν, ευχαριστώντας μ’ ένα δικό τους εκφραστικό και ευγνώμον χαμόγελο.




