ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΑΠΟΨΕΙΣ

Λυράρης – Χορευτής – Παρεάκια του γλεντιού

0

Ο Ρεθεμνιώτης λυράρης Ανδρέας Ροδινός, στη σύντομη ζωή του (πέθανε το 1934 σε ηλικία 22 χρονών), κατάφερε να αναδειχθεί σε θρύλο και πρότυπο για τους περισσότερους από τους λυράρηδες που ακολούθησαν έως και σήμερα. Όσοι είχαν την τύχη να παρευρεθούν στο περίφημο γλέντι που έγινε στην προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930, στο οποίο αναγνωρίστηκε καθολικά η καλλιτεχνική του αξία, διηγούνταν ακόμη και δεκαετίες αργότερα τη μοναδική εμπειρία που έζησαν, όπως τη διηγήθηκε και σε μένα ο Κωστής Κλημαθιανός (Γιαννακόκωστας), από τις Κουρούτες Αμαρίου, που έτυχε να είναι παρών, επειδή εκείνα τα χρόνια εργαζόταν ως μαραγκός, στο ξυλουργείο Μουντριανάκη, που υπήρχε τότε στο Ρέθυμνο. Ο Ροδινός είχε παίξει λύρα στο γλέντι αυτό μαζί με τον Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλλο, λαουτιέρη ίσως εφάμιλλο -και φωνητικά- του Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη με τον οποίο (Μπαξεβάνη) ο Ροδινός αποτέλεσε περισσότερο γνωστό δίδυμο, «ζυγιά» όπως λεγόταν τότε.

Μέσα στην πλούσια κρητική μουσική παράδοση, ο λυράρης, με την έννοια του οργανοπαίχτη εν γένει της κρητικής μουσικής, αλλά και του τραγουδιστή και του μαντιναδολόγου, που συχνά συγκεντρώνονται ως ιδιότητες στο πρόσωπό του, καθώς και ο χορευτής (ο οποιοσδήποτε χορευτής ανεξαρτήτως χορευτικής δεινότητας), αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, σε ένα κορυφαίο δρώμενο, αυτό του κρητικού γλεντιού/πανηγυριού.

Παράλληλα, στο πλαίσιο της επιδίωξης του Κρητικού όχι μόνο να συναναστραφεί με τα άτομα του  στενού και ευρύτερου κοινωνικού του περίγυρου, αλλά και να γλεντήσει, δίνοντας διέξοδο στη λεβεντιά και το μερακλίκι του, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη διατήρηση της παράδοσης του τόπου του, οι παρέες, διαχρονικά, συντέλεσαν στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του και κατ’ επέκταση και του τρόπου ζωής του, που συχνά, ως προς αρκετές εκφάνσεις του, αποτελεί αντικείμενο θετικού σχολιασμού από τους μη Κρητικούς. Σχεδόν κάθε Κρητικός, και ιδίως όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερες ηλικίες και έζησαν και σε εποχές που η παράδοση ήταν ακόμα πιο ζωντανή, έχει κάποτε ανακαλέσει στη μνήμη του αξέχαστες στιγμές που πέρασε συμμετέχοντας σε κάποια από τις περίφημες κρητικές παρέες, όπου, είτε με τη συνοδεία παραδοσιακών μουσικών οργάνων (λύρα, βιολί, μαντολίνο, ασκομπαντούρα κ.α.) είτε και χωρίς αυτά -μόνο τραγουδώντας- γύρισε ένα ένα τα σπίτια κάποιου χωριού της κρητικής υπαίθρου.

Οι στίχοι που ακολουθούν, παρουσιάζονται συγκεντρωμένοι εδώ για πρώτη φορά ως ενιαίο θεματικό σύνολο (“μυσταγωγίες κρητικής μουσικής”), ενώ έχουν δημοσιευτεί, χωριστά, στην εφημερίδα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», τον Ιούνιο και τον Οκτώβριο του 2022, με τους τίτλους: «Ο Λυράρης», «Ο Χορευτής», και «Τα παρεάκια του γλεντιού».

Οι στίχοι του «λυράρη», αν και εμπνευσμένοι κυρίως από την αξιομνημόνευτη αλλά και τραγική ιστορία του Ροδινού, γράφτηκαν για τον κάθε Κρητικό μουσικό καλλιτέχνη που βαδίζοντας στα χνάρια της αγνής μουσικής παράδοσης, με προσωπικές θυσίες και σκληρή δουλειά, καταφέρνει μια μέρα να κάνει περήφανους εδικούς και φίλους, μα σε κάποιες περιπτώσεις και ολόκληρη την Κρήτη.

Το ανάλογο ισχύει και για τους στίχους του «χορευτή» που με τη λεβεντιά και το μερακλίκι του ή στην περίπτωση που πρόκειται για χορεύτρια, τη χάρη και το σκέρτσο της, ολοκληρώνει -κατά κάποιο τρόπο- μια μυσταγωγία κρητικής μουσικής. Διευκρινίζεται, ότι ο Νουκομιχάλης που αναφέρεται στους στίχους του «χορευτή» ήταν ο λυράρης από τις Κουρούτες Μιχάλης Νουκάκης (1923 - 2006). Υπάρχει αξιόλογη ανέκδοτη ηχογράφησή του, με τον Βασίλη Κατσαμά στο λα(γ)ούτο και το τραγούδι, η οποία έγινε στην Αθήνα μεταξύ 1977 και 1979, και παρόλο που δεν έχει γίνει σε επαγγελματικό στούντιο ηχογράφησης αλλά σε αυθόρμητο γλέντι αξίζει να κυκλοφορήσει κάποια στιγμή και επίσημα, ώστε να μπορούν να την απολαύσουν και άλλοι, πέρα από τους συγχωριανούς του Κουρουθιανούς. Επίσης, το αναφερόμενο στο ίδιο ποίημα «Ανωγειανό παρεάκι», ήταν η σχολή κρητικών χορών που λειτουργούσε στους Αμπελόκηπους της Αθήνας τη δεκαετία του 1980, με βασικούς δασκάλους τους Ανωγειανούς πρωτοχορευτές Γιάννη Σταυρακάκη και Δημήτρη Μαυρόκωστα.

Στα «παρεάκια του γλεντιού», οι στίχοι περιγράφουν μέρος των προσωπικών μου βιωμάτων από τη συμμετοχή μου σε παρέες των Κουρουτών Αμαρίου, με χρονική περίοδο αναφοράς τη δεκαετία 1973 – 1983:

 

Α. Ο λυράρης

Τη λύρα επρωτόπιασε σαν ήτανε κοπέλι,

την έκαμε να κελαηδεί ωσάν το ζιγαρδέλι.

Η λύρα είναι έρωτας, η λύρα είναι πάθος,

του κατακλύζει τη ζωή, μα δεν υπάρχει λάθος.

 

Μέρα και νύχτα βρίνεται απάνω απ' το κατράνι,

τον τέλειο ήχο για να βρει, τα δυνατά ντου βάνει·

και το δοξάρι στσι χορδές πηγαίνει και γιαγέρνει,

και μαγικούς γλυκούς σκοπούς εις την παρέα φέρνει.

 

Στριφτάλια, γλώσσα, κεφαλή, λαιμό και καβαλάρη,

μάθια, καπάκι και καυκί, χορδές, μουρνιό δοξάρι.

Να μην ξεχάσω την ψυχή, ουσία αθρώπου πείρας,

μα 'ναι η ψυχή του λυρατζή κι όχι η «ψυχή» τση λύρας.

 

Λένε πως με καταχανά τράμπα 'καμε μεγάλη,

τέλειος λυράρης να γενεί μα νιο να τονε πάρει·

κι άλλοι, πως εμαθήτεψεν' εκειά, στο σταυροδρόμι,

μ' απ' το Θεό -ν- το χάρισμα, όχι κακού προνόμι·

κι απόκειας, πως εκατέβηκε στο «σκοτεινό» φαράγγι,

μα με περίσσα ’πιμονή κελαϊδισμούς παράγει.

Στη λύρα που προέκταση νιώθει του εαυτού ντου,

ήχους γλυκούς μονομεριά που πλέκει από το νου ντου.

 

Την κεφαλή στην κεφαλή τση λύρας κολλημένη,

έχει σαν παίζει κοντυλιές και λύτρωση ανιμένει·

γιατί δεν παίζει μοναχάς πατούλιες να γλεντίζει,

μα και τον πόνο τον κρουφό πού 'χει να 'ποκοιμίζει.

 

Η τύχη του φανέρωσε-ν-τεχνίτη πασαδόρο,

που 'χει και αηδονιού φωνή, ω το παντέρμο δώρο!

Σ' αυτή τη μερακλίδικη παρέα του Ρεθέμνου,

άχι και πώς να βρίχνουμουν ανάμεσά ντως Θε μου!

Μαγάρι να 'μουνε κι εγώ στου Ρέθεμνους τα μέρη,

στο γλέντι π' άφηκε εποχή κειονά το Καλοκαίρι·

που 'τονε δεκοχτώ χρονώ μα ήτονε φτασμένος,

απ' ούλους ο καλύτερος κι ο πλια κανακεμένος.

Να 'πινα κόκκινο κρασί εκειά στην προκυμαία,

να χόρευγα να χόρταινα η-την καλή παρέα·

και μέχρι να ροδίσει η αυγή, στου λιμανιού την άκρη,

να γροίκουνε τσι κοντυλιές που είν' ο μπαξές με τ' άνθη!

 

 

Β. Ο χορευτής

 

Εις τον παλιό τον καφενέ, στα γλέντια τα μεγάλα,

από μικιός τα μελετά τω χορευτώ τα ζάλα·

που παίζουν πήδους βγαίνουνε σάμε τα μεσοδόκια,

στον ουρανό ανεβαίνουνε, τση λεβεντιάς αποτόκια·

κι ύστερα προσγειώνουνται στην τάβλα απού τρίζει,

με τα στιβάνια κάνουνε βρούχος που ξεχωρίζει.

 

Σα μεγαλώνει μιαολιά ντακαίρνει πεντοζάλη,

απού κεντά ντου η γλυκειά λύρα Νουκομιχάλη.

Ρέγεται τη μελαχρινή, που να! χορεύγει πάλι!

με ζεβλωμένους τσ’ άγκωνες κουρουθιανό τριζάλη.

Μα ’νησυχεί αρά και που στα γλέντια τα ωραία,

που γίνουνται συχνά-πυκνά, εκειά, εις την πλατέα·

να μην προκάμει άλλος κιανείς στην πίστα να σηκώσει,

για σούστα τη μελαχρινή, το κάλεσμα να δώσει.

Ω Θε μου πόση μέθεξη, μεγάλη περηφάνεια,

ψυχής αντάρα φοβερή, ανήκουστη λαχτάρα·

να μην τελειώσει ογλήγορα η λύρα να μαγεύγει,

εις το χορό που ο χορευτής την κοπελιά αγκαζεύγει.

 

Η μοίρα ντου τον οδηγεί σ’ Ανωγειανό παρεάκι,

που ’τονε δάσκαλοι καλοί, με έγνοια και μεράκι.

Σαράντα χρόνια πάνε μπλιο μα οι θύμησες βαστούνε,

κι όλο και δυναμώνουνε αντίς για να σβηστούνε·

που έξε η ώρα το πρωί στο Κρητικό Κονάκι

χορεύγανε εις την αυλή με το Σηφογιωργάκη·

εκειά αναγυρίζουνε, τα πάσα ντου μετρούνε,

κάτω απ’ τον ξάστερο ουρανό χορούς να ξαναϊδούνε.

Ήντα κι αν εξημέρωσε, η φλόγα ντου δε σβήνει,

από φωθιά ’ναι μαγική, πλια αναπνιά του δίνει.

Κρατεί στο στήθος ντου βαθειά του μερακλή η γι-αντάρα,

κι άλλο χορό ’ναι που ζητά μ’ ακόρεστη λαχτάρα.

Κι όντε στσι μύτες των ποδιώ η-το συρτό αρχινίζει,

μπελί πως είναι μερακλής γίνεται, το γνωρίζει.

Και στο καπάκι ο λυρατζής «κερνά» μαλεβιζώτη,

η κρητική παράδοση δεν είναι ό,τι κι ό,τι.

Κι όντεν τελειώσει ο χορός, η φλέγα έχει φουσκώσει,

εις το λαιμό μα τη χαρά ατόφια έχει νιώσει.

Στετός, κυπαρισσόκορμος, το μπέτη αναντρανίζει,

η περηφάνεια η αγνή τα στήθη πλημμυρίζει.

 

Σπολλάτη ντου του χορευτή κι ανέ γ-κακοκαιρίζει,

τση Κρήτης η παράδοση κι ο τόπος τον ορίζει.

Γιατί το σώμα κι α(ν) γερνά, κι απ’ το «άτι» ξεπεζεύγει,

μεν’ η ψυχή ντου αζωντανή και νοερά χορεύγει.

 

 

Γ. Τα παρεάκια του γλεντιού

Θυμούμαι αλλοτινούς καιρούς που ’μουνε κοπελάκι,

στου Ψηλορείτη τα ριζά και ντεληκανιδάκι.

Οι αναμνήσεις μου κλουθούν, τα ’ζησα καινουργιώνουν, 

μα δυο παρεάκια που ’τυχα στο μέσα μου στοιχειώνουν.

 

Εννιά χρονώ σαν ήμουνε, ζεστό καλοκαιράκι,

η-το χωριό εγυρίσαμε με το μαντολινάκι.

Και μια και δυο εντάκαρε ο Μανώλης γρατζουνίζει,

ήντα κι α(ν) δε το σπούδαξε, η ψυχή χορδές αγγίζει. 

Απού του Μανελοστεφανή πάμε ντο ίσα κάτω,

τα γέλια, τα τραγούδια μας, πέμπουν γλεντιού μαντάτο.

Εκειά στη στράτα τση Λυγιάς το κέφι ανεβαίνει,

κι ο Στέλιος που παντήχνει μας εις την παρέα μπαίνει.

Ομπρός στου Πανάγο την αυλή ξεπιτυρούμεν’ όλοι,

γροικάται η φασαρία μας στου Στελιανομανώλη!

Την Κάτω Ρούγα παίρνωμε σάμε του Λαδογιάννη,

ο καθαείς με τη σειρά το μαντολίνο πιάνει.

Στ’ αλώνι στένωμε χορό, τα ζάλα βγάνουν σκόνη,

η ώρα κι αν επέρασεν’ ο νου μας δε μερώνει.

Όπου κι αν αριβάρωμε μασε περιποιούνται,

φιλόξενα τρατέρνουνε, καλά ευχαριστούνται.

Στην υστεργιά γιαγέρνωμεν’ οθέ ντου Σαρδογιώργη,

το κέφι π’ άφτει, σίντερα του χαρκιδιού ντου λιώνει!

 

Μα ’ναστορούμαι κι άλλη μια φορά με παρεάκι,

που γύρισα ούλο το χωριό χωρίς μαντολινάκι.

Αποξεσταλού στον καφενέ η-του Μανελογιάννη,

παρέα αρχινίξαμε, μα ’μαστον πλια μεγάλοι.

Απής εβαρεθήκαμε κουβέντα, κομπολόι,

με τσι ρακές ντακαίρνωμε ντο μαντιναδολόι.

Ω την παντέρμη ονόστιμη ρακή με τ’ αστραγάλια,

που υψιπέτη φέρνει σε στο πι και φι στα ουράνια!

Με μέτρο για να κεφιστείς και όι να μεθύσεις,

καλλιά ’ναι την υπερβολή σαν πιεις πιοτό ν’ αφήσεις.

Απής νυχτώνει και οι πολλοί γιαγέρνουνε στο σπίτι,

οπίσω τρεις παράταση ζητούνε στο ξενύχτι.

Του λόγου μου και ο Κωστής, και ο Μανώλης πάλι,

αγκαλιασμένοι πάμενε και όπου μασε βγάλει.

Κι αναμεσίς στα χωρατά με μαντινάδες μόνο,

τραγουδιστά λαλούμενε σε ούλο μας το δρόμο·

απού τσ’ άκρες του Κατωχωριού σάμε τ’ Απανωχώρι,

Ψαρονίκο και Μουντόκωστα για του σεβντά μια γ-κόρη:

«Θα ξεκλειδώσω την καρδιά (μπαρμπούνι μου) και μέσα θα σε βάλω

και θα τσακίσω τα κλειδιά (μπεμπέκα μου) μπλιο μου να μη σε βγάλω.

Μα ως σ’ αγαπώ δε σ’ αγαπά η μάνα που σε γέννα

γιατί ’χει κι άλλο ν’ αγαπά μα ’γω ’χω μόνο εσένα».

 

Τση Κρήτη μας λεβέντες νιοι και ντεληκανιδάκια,

άξια συνεχίσετε τα όμορφα παρεάκια.

Το «πάντα γειά» όντε γ-κάνετε, λίγο πιοτό στη χέρα,

να μην ταλαπωδέρνετε κι ούλη-ν-την άλλη μέρα.

Πρεπιά ’χει ζάβαλε ο Κρητικός, αγνή μερακλοσύνη,

ομάδι με την αντρειγιά και με τη ντομπροσύνη,

κι αλήθεια στην παράδοση τση Κρήτης τη μεγάλη,

η παρέα θέση ζηλευτή κρατεί, ποιος αμφιβάλλει;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αγκαζεύγω=αγκαζάρω, δεσμεύω

αναντρανίζω=τεντώνω

αναστορούμαι=θυμάμαι

ανιμένω = περιμένω

απής=αφότου

απόκειας = μετά, ύστερα

αποξεσταλού=νωρίς το απόγευμα

(το) αποτόκι=το επακόλουθο

αρά και που= που και που

αριβάρω = καταφθάνω

άφτω=ανάβω

βρίνομαι=βρίσκομαι

(το) βρούχος=ο δυνατός θόρυβος

γιαγέρνω = επιστρέφω

γροικούμαι=ακούγομαι &  γροικώ=ακούω

εκειά = εκεί

ζάβαλε=βέβαια

(το) ζάλο = το πάσο, χορευτικό κόλπο, βήμα

(ο) ζεβλωμένος, -η, -ο =ο λυγισμένος

ήντα=τι

(ο) καθαείς=ο καθένας

κακοκαιρίζω=βρίσκομαι σε δύσκολους καιρούς ή συνθήκες

καλλιά = καλύτερα

(το) κατράνι=το ξύλο του καπακιού της λύρας από κέδρο Λιβάνου

κειονά=εκείνο

κιανείς=κανείς

κλουθώ=ακολουθώ

(η) κοντυλιά=η μουσική φράση παιγμένη από λύρα ή και βιολί

(το) κοπέλι=το παιδί

λαλώ = πάω, οδηγώ

μαγάρι=μακάρι

(το) μεσοδόκι=το παχύ οριζόντιο δοκάρι που συνήθως στηρίζει στέγη

μιαολιά = λιγάκι

(ο) μικιός=ο μικρός

μονομεριώ & μονομερίζω=συγκεντρώνω

μπελί = φανερό

(ο) μπέτης=το στήθος

μπλιο = πλέον

ντακαίρνω=ξεκινώ

ντως=τους

ξεπιτυρώ=μετά από μια διαδρομή φτάνω σε ένα μέρος

οθέ=προς

ομάδι = μαζί

όντε(ν)=όταν

ούλος, -η, -ο =όλος, ολόκληρος

παντήχνω=συναντιέμαι

(ο) πασαδόρος= ο λαουτιέρης

(το) πάσο = βλ. «ζάλο»

(η) πατούλια=η ομάδα, παρέα

(η) πρεπιά=η ευπρέπεια

ρέγομαι= μου αρέσει

σάμε=μέχρι

(ο) σεβντάς=ο ερωτικός καημός

σπολλάτη= εις πολλά έτη, χρόνια πολλά

(το) στιβάνι = η παραδοσιακή κρητική μπότα

(τα) στριφτάλια, (η) γλώσσα, κλπ=μέρη της λύρας, όπως και η «ψυχή» που είναι εσωτερικό μέρος της

ταλαπωδέρνω=ταλαιπωρούμαι

του λόγου μου=εγώ

τράμπα=ανταλλαγή

τρατέρνω=κερνώ

(στην) υστεργιά=στο τέλος

(ο) υψιπέτης= αυτός που πετάει ψηλά

(η) φλέγα=η φλέβα

(το) χαρκιδιό=το σιδηρουργείο

(το) χωρατό=το αστείο

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ