ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Το αυξανόμενο κόστος ζωής, οι ανησυχίες για τη δημόσια εκπαίδευση και η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς αναδεικνύονται σε βασικούς παράγοντες της κρίσης, με τη βία να θέτει νέα ερωτήματα για τη δημοκρατική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα.
Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις στη Γαλλία, με επίκεντρο το Παρίσι, τη Μασσαλία, τη Λυών και άλλες μεγάλες πόλεις, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής, της πολιτικής εκπροσώπησης και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Αυτό τονίζει Μιλώντας στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» ο Πολιτικός Επιστήμονας Δρ. Στυλιανός Τζαγκαράκης, Διδάσκων Τμήματος Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ, ο οποίος κάνει λόγο για μια κρίση που υπερβαίνει τα Γαλλικά σύνορα και γίνεται Ευρωπαϊκό.
Στην δήλωση του για τα όσα συνέβησαν στην Γαλλία και προσεγγίζοντας το καθολικό ερώτημα, αν αυτά είναι δυνατόν να τα δούμε και στην Ελλάδα σύντομα, ο διαπρεπής επιστήμονας ανέλυσε το ζήτημα ως ακολούθως:
«Οι εικόνες βίας και καταστροφής που καταγράφονται τις τελευταίες ημέρες στη Γαλλία επαναφέρουν με επιτακτικό τρόπο ένα βασικό ζήτημα για τις σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, το οποίο σχετίζεται με το γεγονός ότι μια κοινωνία με ισχυρή παράδοση κοινωνικών δικαιωμάτων, δημόσιων υπηρεσιών και πολιτικής συμμετοχής οδηγείται σε τόσο εκτεταμένες εκδηλώσεις κοινωνικής αντιπαράθεσης. Τα επεισόδια στο Παρίσι, στη Μασσαλία, στη Λυών και σε άλλες πόλεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως πρόβλημα δημόσιας τάξης, καθώς αποτελούν εκδήλωση μιας βαθύτερης κρίσης κοινωνικής εμπιστοσύνης, πολιτικής εκπροσώπησης, προσδοκιών για το μέλλον, καθώς και αποτυχίας των εφαρμοζόμενων δημόσιων πολιτικών.
Η πρόσφατη κινητοποίηση, που ξεκίνησε από διαμαρτυρίες μαθητών για την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος και διευρύνθηκε με αιτήματα σχετικά με το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες, οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους. Ωστόσο, η μαζική και κατά κύριο λόγο ειρηνική διαμαρτυρία επισκιάστηκε από εμπρησμούς, λεηλασίες περιουσιών, επιθέσεις και σοβαρές καταστροφές σε δημόσια κτίρια, καθώς και από συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις. Η διάκριση ανάμεσα στην ειρηνική διαμαρτυρία και την άκρατη βία είναι σημαντική, καθώς η συμμετοχή σε μια κινητοποίηση δεν συνεπάγεται συλλογική ευθύνη και αποδοχή για τις πράξεις βίαιων ομάδων.
Ας εστιάσουμε όμως στις βαθύτερες όψεις της κρίσης αυτής. Η πρώτη διάστασή της είναι κοινωνικοοικονομική, καθώς η αύξηση του κόστους διαβίωσης, η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών και η αίσθηση υποχώρησης της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών, περιορίζουν την πραγματική οικονομική ασφάλεια ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας, κυρίως του πιο ευάλωτου. Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος αλλά συνδέεται με την αβεβαιότητα, τις άνισες ευκαιρίες και την αντίληψη ότι η οικονομική πρόοδος δεν μεταφράζεται σε συλλογική ευημερία. Όταν η κοινωνική κινητικότητα και η κοινωνική συνοχή αποδυναμώνονται, διαβρώνεται σταδιακά και η εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα των δημόσιων πολιτικών και των κρατικών θεσμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η θέση των νεότερων γενεών. Οι διαμαρτυρίες για τις εκπαιδευτικές υποδομές, την έλλειψη προσωπικού και τις προοπτικές πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση αντανακλούν ευρύτερες ανησυχίες για τη δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης και την ποιότητα διαβίωσης. Η εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό κοινωνικής συνοχής και όταν οι νέοι αμφισβητούν την ικανότητα αυτού του μηχανισμού να διασφαλίζει ένα καλύτερο μέλλον, η δυσαρέσκεια αποκτά χαρακτηριστικά αμφισβήτησης του ίδιου του κοινωνικού συμβολαίου.
Δεύτερη σημαντική διάσταση της συγκεκριμένης κρίσης είναι η θεσμική. Σύμφωνα με έρευνα του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026[1], μόλις το 22% των πολιτών στη Γαλλία δήλωνε υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση το 2025, έναντι 40% κατά μέσο όρο στις χώρες μέλη του Οργανισμού. Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει αιτιώδη σύνδεση με τα πρόσφατα επεισόδια, αναδεικνύει όμως ένα περιβάλλον περιορισμένης πολιτικής νομιμοποίησης και δυσαρέσκειας. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι οι ανησυχίες τους δεν μετατρέπονται σε ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις, ενισχύεται η απόσταση μεταξύ κοινωνίας και θεσμών.
Στη γαλλική περίπτωση, η κρίση αυτή συνδέεται και με τον κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος. Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών μηχανισμών εκπροσώπησης και η εντεινόμενη πολιτική πόλωση δυσχεραίνουν τη συγκρότηση συναινέσεων. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική πίεση περιορίζει τις δυνατότητες άμεσης ανταπόκρισης στα κοινωνικά αιτήματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η κοινωνική δυσαρέσκεια αποδυναμώνει την πολιτική σταθερότητα, ενώ η πολιτική αστάθεια δυσκολεύει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των αιτίων της δυσαρέσκειας.
Ωστόσο, η κατανόηση των κοινωνικών αιτίων της διαμαρτυρίας δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δικαιολόγηση της βίας και αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο μέσα σε μια δημοκρατία. Η καταστροφή δημόσιων υποδομών, οι εμπρησμοί και οι λεηλασίες ιδιωτικών περιουσιών αποτελούν ευθεία προσβολή της δημοκρατικής νομιμότητας, καθώς πλήττουν εργαζομένους, μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τοπικές κοινότητες, συχνά δηλαδή κοινωνικές ομάδες που ήδη αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Επιπλέον, η βία υπονομεύει τη νομιμοποίηση των ειρηνικών κοινωνικών διεκδικήσεων και δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω πολιτική πόλωση και ανάδυση ακραίων φωνών ένθεν, κακείθεν.
Συνεπώς, η απάντηση της γαλλικής πολιτείας θα πρέπει να κινηθεί σε δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις. Από τη μια πλευρά, απαιτείται αποτελεσματική και αναλογική εφαρμογή του νόμου, προστασία των πολιτών και λογοδοσία για παράνομες ενέργειες, χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς στο δικαίωμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας. Από την άλλη, χρειάζεται μια συνεκτική πολιτική κοινωνικής προστασίας, ενίσχυσης της δημόσιας εκπαίδευσης, αντιμετώπισης των ανισοτήτων και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Το ουσιαστικό δίδαγμα της γαλλικής κρίσης υπερβαίνει τα εθνικά της σύνορα και καθίσταται ευρωπαϊκό. Η κοινωνική συνοχή δε διασφαλίζεται αποκλειστικά μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης ούτε η δημοκρατική σταθερότητα μπορεί να στηρίζεται μόνο στην επιβολή της τάξης, καθώς προϋποθέτουν ισχυρούς θεσμούς, κοινωνική δικαιοσύνη και πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής. Η βία όμως, δεν μπορεί να αποτελεί αποδεκτό μέσο κοινωνικής διεκδίκησης και είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί ο νόμος, ο οποίος αποτελεί βασική δημοκρατική κατάκτηση. Συνεπώς, η πραγματική πρόκληση για τη Γαλλία είναι εξαιρετικά δύσκολη, όχι όμως ακατόρθωτη, ήτοι να αποκαταστήσει ταυτόχρονα την ασφάλεια των πολιτών μέσω της εφαρμογής του νόμου και την εμπιστοσύνη τους στη δημοκρατία μέσω της κοινωνικής ευημερίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ακραίες εκφράσεις θα περιοριστούν απ’ όπου κι αν προέρχονται».
ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ...
«Η φτώχεια μπορεί να δημιουργήσει άγχος, ντροπή και αίσθημα μειονεξίας σε σχέση με τους συνομήλικους του. Όταν λοιπόν ο νέος αισθάνεται ότι στερείται ίσων ευκαιριών και προοπτικών και ότι αντιμετωπίζεται άνισα εξαιτίας της κοινωνικής του θέσης, μπορεί να βιώσει έντονη δυσαρέσκεια και ματαίωση, που συχνά μπορεί να διοχετεύσει μέσω της συμμετοχής του σε μία μαζική εξέγερση».
Τα παραπάνω τονίζει η ψυχολόγος Χρυσούλα Παπαδάκη επισημαίνοντας και από την πλευρά της, ότι οι έφηβοι βρίσκονται μπροστά σε ένα αγώνα «ανάκτησης της αξιοπρέπειας» που θεωρούν πως στερούνται.
Απαντώντας στους προβληματισμούς που έχουμε όλοι ως προς το τί ακριβώς συμβαίνει στην Γαλλία, πως αιτιολογούνται όσα είδαμε στην Αλβανία και πόσο κοντά βρισκόμαστε να δούμε να γιγαντώνονται τέτοια φαινόμενα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η κ. Παπαδάκη δήλωσε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος»:
«Το τελευταίο διάστημα γίναμε μάρτυρες μαθητικών εξεγέρσεων, όπως αυτές της Γαλλίας. Τι όμως μπορεί να πυροδοτήσει έναν μαθητή να εκφραστεί μέσω αυτού του τρόπου; Η εξέγερση μπορεί να λειτουργήσει ως μια προσπάθεια ανάκτησης της αξιοπρέπειας, της προσωπικής δύναμης, της σταθερότητας αλλά και της αίσθησης ότι ο νέος μπορεί και θέλει να επηρεάσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι και αλλιώς η εφηβεία αποτελεί μια περίοδο αυξημένης ευαισθησίας, στην κριτική και την κοινωνική αποδοχή, όπου ο νέος διαμορφώνει την προσωπική του ταυτότητα, υπάρχει έντονη η ανάγκη για αυτονομία και ανεξαρτησία και βιώνει συναισθήματα συχνά δύσκολα στην διαχείριση τους.
Αυτό λοιπόν που πρέπει να κατανοήσουμε ότι πίσω από μία πολύ έντονη αντίδραση αδιαμφισβήτητα βρίσκονται συσσωρευμένα συναισθήματα ταπείνωσης, αποκλεισμού, ανασφάλειας και αδυναμίας ελέγχου της ζωής. Όταν λοιπόν ο νέος δεν διαθέτει ασφαλείς και αποτελεσματικούς τρόπους έκφρασης των συναισθημάτων τους, η αντίδραση του ενδέχεται να γίνει παρορμητική ή επιθετική, όπως αυτές οι εξεγέρσεις. Σίγουρα , είναι μια αντίδραση η οποία μόνο μας βοηθά να καταλάβουμε το ψυχολογικό υπόβαθρο της συμπεριφοράς αλλά δεν δικαιολογεί την βία.
Όταν ο νέος αισθάνεται ότι περιορίζεται υπερβολικά ή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με σεβασμό, η επαναλαμβανόμενη ματαίωση και η αδυναμία ελέγχου της ζωής τους ενδέχεται να μετατραπεί σε θυμό και ο ίδιος να αντιδράσει δυναμικά αμφισβητώντας έτσι την εξουσία. Ο μαθητής προτιμάει να αισθάνεται ότι η γνώμη του έχει αξία και ότι συμμετέχει στις αποφάσεις που επηρεάζουν την ζωή τους και η υποτίμηση αυτής μπορεί να ενισχύσει την αντίδραση του. Όταν ο νέος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ελέγξει την ζωή του μπορεί να συσσωρεύσει θυμό, που ενδέχεται να στραφεί προς τους γονείς, το σχολείο, την αστυνομία ή την κοινωνία και να τον εκφράσει μέσω μιας συμμετοχής σε μια μαζική τέτοια κινητοποίηση.
Η φτώχεια μπορεί να δημιουργήσει άγχος, ντροπή και αίσθημα μειονεξίας σε σχέση με τους συνομήλικους του .Όταν λοιπόν ο νέος αισθάνεται ότι στερείται ίσων ευκαιριών και προοπτικών και ότι αντιμετωπίζεται άνισα εξαιτίας της κοινωνικής του θέσης, μπορεί να βιώσει έντονη δυσαρέσκεια και ματαίωση, που συχνά μπορεί να διοχετεύσει μέσω της συμμετοχής του σε μία μαζική εξέγερση. Η ένταση των συναισθημάτων συχνά διογκώνεται όταν οι τωρινές δυνατότητες κοινωνικής εξέλιξης πλέον είναι ελάχιστες και ο μαθητής συχνά δυσκολεύεται να βρει άλλους τρόπους ελέγχου.
Τις περισσότερες φορές η συμμετοχή σε μία ομάδα προσφέρει αλληλεγύη, ασφάλεια και κοινή ταυτότητα. Ο μαθητής μπορεί να συμμετέχει σε μία ομαδική αντίδραση όχι μόνο επειδή συμμερίζεται τα αιτήματα της αλλά επειδή επιθυμεί και την αποδοχή των συνομιλήκων του. Η δυναμική της ομάδας μπορεί να ενισχύσει τόσο την ειρηνική διεκδίκηση όσο και την επιθετικότητα. Η μιμήση των συνομήλικων, ενδέχεται να λειτουργήσει ως ένας πιεστικός μοχλός εκδήλωσης συμπεριφορών που σε διαφορετικές συνθήκες δεν θα εκδηλωνόνταν ατομικά, ενισχύοντας έτσι την δυσαρέσκεια και την συλλογική της έκφραση αλλά και μετατρέποντας την προσωπική δυσαρέσκεια σε δύναμη του συνόλου
Δεν πρέπει όμως να αποδίδουμε οποιαδήποτε κινητοποίηση των μαθητών στα ψυχολογικά προβλήματα ή στην φτώχεια. Οι περισσότερες εξεγέρσεις έχουν συχνά πολιτικές, οικονομικές και ιστορικές αιτίες , ενώ πολλοί νέοι που βιώνουν οικονομική στέρηση, δεν εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά.
Έχει λοιπόν μέγιστη σημασία για να αντιμετωπίσουμε κάθε φορά τις εκάστοτε μαθητικές αντιδράσεις , να κατανοήσουμε ξεχωριστά την συμπεριφορά και τις συνθήκες που τις πυροδοτούν και να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές πλαίσιο όπου οι νέοι αισθάνομαι ότι μπορούν να ακουστούν και να έχουν δυνατότητες στο μέλλον τους».
