ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Έλλειμμα δομών αντιμετώπισης της βίας ανηλίκων στο Ρέθυμνο

0

 «ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ» ΠΡΟΣ ΠΑΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΗΨΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΩΝ

Με το Ρέθυμνο να μην είναι πρώτο στην λίστα αλλά να έχει και αυτό τα δικά του περιστατικά που προβληματίζουν, η καταγραφή των φαινομένων βίας μεταξύ των ανηλίκων αλλά και γενικότερα η έκφραση βίας από πλευράς των ανήλικων εφήβων αποτελεί ένα φαινόμενο που ολοένα και απλώνεται σαν «γάγγραινα» μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Αμέσως μετά την περίοδο της πανδημίας τα περιστατικά έχουν πολλαπλασιαστεί με το 2024 να μετρά 14,5 χιλιάδες καταγεγραμμένα γεγονότα σε ολόκληρη τη χώρα και το 2025 να κλείνει σε τροχιά για νέο δυσμενές ρεκόρ.

Η σωματική βία που αφορά περιστατικά ξυλοδαρμών σε σχολεία και πλατείες, με ιδιαίτερη αναφορά στην αύξηση της βίας μεταξύ κοριτσιών είναι μια από την μορφές που εκδηλώνεται το φαινόμενο.

Παράλληλα μιλάμε για οργανωμένο έγκλημα, δράση «άγουρων συμμοριών» που εμπλέκονται σε κλοπές, ληστείες και επιθέσεις με μαχαίρια ενώ μια άλλη μορφή του είναι ο σχολικός εκφοβισμός, δηλαδή περιστατικά bullying που συχνά βιντεοσκοπούνται και διαμοιράζονται στα social media.

Προσεγγίζουμε το φαινόμενο μιλώντας με την ψυχολόχο κ. Χρυσούλα Παπαδάκη και εντρυφούμε στο πως καταγράφεται στο Ρέθυμνο με την Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Κέντρου Διαφοροδιάγνωσης Αξιολόγησης και Συμβουλευτικής Υποστήριξης Ρεθύμνου (ΚΕΔΑΣΥ) κ. Μαρία Πετράκη.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΒΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ;

Απαντώντας στην ερώτηση για το τι είναι η βία ανηλίκων η Ψυχολόγος Χρυσούλα Παπαδάκη, μιλώντας στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» τόνισε τα εξής: «Τα τελευταία χρόνια , η βία των ανηλίκων αποτελεί ένα εξελισσόμενα σοβαρό  κοινωνικό ζήτημα. Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό, να παρατηρήσουμε τους παρακάτω αριθμούς που καταγράφουν τον συνολικό αριθμό ανηλίκων που απασχόλησαν τις αρχές τις συγκεκριμένες χρονολογίες, αναγνωρίζοντας έτσι την εκρηκτική αύξηση των περιστατικών αυτών: Το 2021 είχαμε 6.361 περιστατικά, 7.506 το 2022, ακολούθως 11.822 το 2022 και 14.596 αντίστοιχα γεγονότα το 2024.

Ήδη το πρώτο 9μηνο του 2025 μετρούμε 9.038 καταγεγραμμένα περιστατικά ενώ έχουμε και τις αναφορές που καταγράφουν ότι το 2025 πάνω από 2.000 παιδιά κατέληξαν σε νοσοκομεία λόγω τραυματισμών από βία. Μια τελευταία έρευνα σε 5.00 μαθητές ηλικίας  12-18 ετών,  κατέδειξε ότι το 52% των μαθητών αυτών έχουν εκτεθεί σε ψηφιακή/online βια και περίπου 14% των μαθητών έχουν βιώσει άμεσα online βία, μαρτυρώντας ότι τα τελευταία χρόνια η βία πέρα από τις φυσικές διαμάχες διευρύνεται ι και στις ψηφιακές πλατφόρμες. Πλέον, η βία των ανηλίκων δεν αποτελεί ένα περιστασιακό, δευτερεύον ζήτημα αλλά  αναπτύσσεται σε ένα φαινόμενο με  ανησυχητικούς κοινωνικούς δείκτες και συνεχόμενα αυξητικές τάσεις».

Η ίδια συνέχισε  λέγοντας: «Η  βία των ανηλίκων όπως επίσημα ορίζεται, αποτελεί  το σύνολο επιθετικών ή αντικοινωνικών συμπεριφορών που εκδηλώνονται από άτομα κάτω των 18 που έχουν ως αποτέλεσμα την σωματική, ψυχολογική ή κοινωνική βλάβη άλλων ατόμων ή του ίδιου του δράστη. Σήμερα, η  επιθετική / βλαπτική συμπεριφορά που ασκείται μεταξύ ανηλίκων, παρουσιάζεται με  τις  παρακάτω  μορφές:

  • Σωματική βία που περιλαμβάνει ξυλοδαρμούς, συμπλοκές σε ομάδες ανηλίκων, τραυματισμούς με αντικείμενα και επιθέσεις εντός ή εκτός σχολείου και αποτελεί την συχνότερη μορφή βίας.
  • Σχολική βία που εμφανίζεται κυρίως στο σχολικό περιβάλλον μέσω λεκτικών προσβολών, ξυλοδαρμού, κοινωνικού αποκλεισμού, απειλών και εκφοβισμού του θύματος. Το 2025 καταγράφηκαν 1200 περιπτώσεις σε σχολεία.
  • Λεκτική ή ψυχολογική βία που δεν αφήνει σωματικά σημάδια και εκδηλώνεται με απειλές, εκβιασμούς και ταπείνωση μπροστά στους άλλους.
  • Ψηφιακή βία που αφορά απειλητικά / υβριστικά μηνύματα, δημοσίευση προσωπικών φωτογραφιών αλλά και διαδικτυακό εξευτελισμό, η οποία έχει μεγάλη διάρκεια γιατί το υλικό παραμένει online.
  • Σεξουαλική βία ή παρενόχληση
  • Ομαδική/Συμμοριακή βία
  • Βία συνδεόμενη με άλλες παραβατικες πράξεις η οποία συνοδεύει εγκλήματα όπως ληστείες και βανδαλισμούς και αποτελεί το 40% των συλλήψεων ανηλίκων».

ΣΕ ΤΙ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΒΙΑΙΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ;

Προσεγγίζοντας τα αίτια της εξάπλωσης του σύνθετου αυτού κοινωνικοπαιδαγωγικού φαινομένου που δημιουργεί πίεση, αισθήματα αδικίας  και διαχείρισης συναισθημάτων και έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην κοινωνική και ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη  των ανηλίκων, η Χρυσούλα Παπαδάκη δήλωσε:

«Ο  ανήλικος που εκδηλώνει  βίαιη δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά, αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανάπτυξη  ενσυναίσθησης και στην κοινωνική αλληλεπίδραση, που ενισχύονται από προβλήματα αυτοεκτίμησης, θυμού αλλά και ρύθμισης του συναισθήματος. Προβλήματα  στο οικογενειακό περιβάλλον, τραυματικές εμπειρίες όπως η απώλεια αλλά και  η έλλειψη ορίων,  ενισχύουν  σημαντικά  την δυνατότητα ελέγχου της παρόρμησης. Η απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας με γονείς, η παραμέληση αλλά και η υπερβολική πίεση για επιδόσεις ή  ‘στερεότυπες’ συμπεριφορές, μπορεί επίσης  να πυροδοτήσει  μεμονωμένες  περιπτώσεις  βίας.  Συχνά, η  επαναλαμβανόμενη  άσκηση επιθετικής συμπεριφοράς λειτουργεί  ως μηχανισμός εκτόνωσης εσωτερικών συγκρούσεων και διαχείρισης άγχους,   αλλά και αναπαραγωγής συμπεριφορών που έχουν βιώσει στο οικογενειακό τους περιβάλλον.

Κοινωνικοί παράγοντες που συμβάλλουν όχι μόνο στην εμφάνιση αλλά και στον πολλαπλασιασμό περιστατικών βίας αποτελούν η πίεση από συνομηλίκους, η απόρριψη, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο ρατσισμός και οι διακρίσεις που εκδηλώνονται από άλλους συνομηλίκους. Η ανάγκη για αποδοχή και ένταξη  σε κοινωνικές ομάδες μπορεί να οδηγήσει  ορισμένους ανήλικους στην υιοθέτηση βίαιων πρακτικών προκειμένου να αποκτήσουν κοινωνικό κύρος και δύναμη.   Στο σχολείο, που αποτελεί έναν βασικό θεσμό κοινωνικοποίησης, η ύπαρξη φαινομένων σχολικού  εκφοβισμού (bullying), το ανταγωνιστικό κλίμα, η απουσία σαφών κανονισμών,  η ελλιπής εφαρμογή παιδαγωγικών πρόληψης αλλά και η καθυστερημένη παρέμβαση συχνά του  εκπαιδευτικού συμβάλλει στην δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανασφάλειας και  αδικίας. Οι μαθητές λοιπόν, σε τέτοιες συνθήκες  υιοθετούν την βία ως μέσο επιβολής και αυτοπροστασίας .Η ψυχολογική βλάβη που προκαλείται στα θύματα , όπου εκδηλώνεται  με έντονο άγχος, μειωμένη αυτοτεκτίμηση και κοινωνική απομόνωση μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής παρόμοιων βίαιων συμπεριφορών των ίδιων των θυμάτων σε άλλους ανήλικους. Το σχολικό περιβάλλον όπου αντικατοπτρίζονται οι ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες και εντάσεις,  έχει καθοριστικό  ρόλο όχι μόνο στην ενίσχυση αλλά και στην αποτροπή βίαιων συμπεριφορών».

ΠΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΕΝΑΣ ΕΝΗΛΙΚΑΣ;

«Η αντίδραση ενός ενήλικα στη βία ενός ανηλίκου είναι καθοριστική, γι’αυτό χρειάζεται να είναι ήρεμη και προστατευτική». Αυτό τονίζει η έμπειρη ψυχολόγος, η οποία επισημαίνει: «Αρχικά, ο  στόχος της θα πρέπει  να είναι  η ασφάλεια του παιδιού, γι’αυτό το απομακρύνεις από τον κίνδυνο και ζητάς ιατρική βοήθεια αν είναι απαραίτητη. Μετά το ακούς με ηρεμία και σταθερό τόνο, χωρίς να το κατηγορείς και να αμφισβητείς αυτά που λέει. Στην συνέχεια το καθησυχάζεις τονίζοντας του ότι δεν φταίει και  σίγουρα ότι δεν είναι μόνο του. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, εδώ ο ενήλικας να ΜΗΝ  υποτιμήσει το περιστατικό, να ΜΗΝ το αναγκάσει να σιωπήσει και τελικά να ΜΗΝ πιέσει το παιδί να αντεπιτεθεί. Ο ενήλικας χρειάζεται να ενθαρρύνει το παιδί να μάθει να εκφράζει και να ελέγχει τα συναισθήματα του , να επιλύει τις συγκρούσεις του με λόγια χωρίς βία  και να αναπτύσσει θετικές κοινωνικές δεξιότητες.

Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί την παρέμβαση της κοινωνίας μέσω της  προσπάθειας συνεργασίας  της  οικογένειας,   των θεσμών και του σχολείου. Η δημιουργία εκπαιδευτικών  προγραμμάτων  πρόληψης και παρέμβασης  για θύματα και δράστες αλλά και ειδικής  αναμορφωτικής αγωγής, θα μπορέσουν όχι μόνο να σταματήσουν αλλά και να αποτρέψουν μελλοντικούς βίαιους ανήλικους. Η ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών θα μπορέσει να βοηθήσει όχι μόνο στην έγκαιρη αναγνώριση αλλά και στην έγκαιρη αντιμετώπιση του φαινομένου  στο σχολικό περιβάλλον. Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας είναι καθοριστική για την δημιουργία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντος που προάγει την  ψυχοκοινωνική προσαρμογή του ανήλικου.   Αδιαμφισβήτητα, η αντιμετώπιση του φαινομένου επιβάλλει την συμμετοχή ειδικών όπως ψυχολόγων , οι οποίοι μπορούν να παρέχουν καθοδήγηση και υποστήριξη στα παιδιά για την ανάπτυξη θετικών δεξιοτήτων όπως η ενσυναίσθηση και ο  θυμός. Ουσιαστικό επίσης ρόλο στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου είναι η φροντίδα και η ουσιαστική περίθαλψη των  βίαιων ανηλίκων με προγράμματα επανένταξης και κοινωνικής ενσωμάτωσης.

 Πραγματικά είναι σημαντικότατο  να  καταλάβουμε ότι η ανήλικη βία δεν  είναι ένα απλό  παιδικό ‘καβγαδάκι’, αλλά ένα πρόβλημα που αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα μπορεί να έχει  μακροχρόνιες συνέπειες  και  να οδηγήσει σε σοβαρότερη βία στην ενήλικη ζωή».

Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

Ανοίγοντας το κεφάλαιο για την εμφάνιση του φαινομένου στο Ρέθυμνο, μιλήσαμε με την Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Κέντρου Διαφοροδιάγνωσης Αξιολόγησης και Συμβουλευτικής Υποστήριξης Ρεθύμνου (ΚΕΔΑΣΥ) κ. Μαρία Πετράκη.

Σκοπός των ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. είναι η υποστήριξη των μαθητών, των σχολικών μονάδων και των Εκπαιδευτικών Κέντρων της περιοχής αρμοδιότητάς τους για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των μαθητών στην εκπαίδευση και την προάσπιση της αρμονικής ψυχοκοινωνικής τους ανάπτυξης και προόδου. Για τα ζητήματα, για τα οποία επιφυλάσσεται αποκλειστική αρμοδιότητα στα ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ., δεν έχουν αρμοδιότητα άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή φορείς.

Οι αρμοδιότητες που ασκούν τα ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. είναι η διερεύνηση και αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και ψυχοκοινωνικών αναγκών των μαθητών, ο σχεδιασμός και υλοποίηση εκπαιδευτικών και ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων για την υποστήριξη μαθητών, γονέων κι εκπαιδευτικών, η υποστήριξη του συνολικού έργου των σχολικών μονάδων μέσα από την υλοποίηση προγραμμάτων πρωτογενούς ή δευτερογενούς πρόληψης και προαγωγής της ψυχικής υγείας και η ενημέρωση και επιμόρφωση του κοινωνικού συνόλου με διάθεση υλικού και επιμορφωτικές δράσεις για ευαισθητοποίηση σε θέματα διαφορετικότητας.

Για την εμφάνιση φαινομένων βίας από ανήλικους στα σχολεία του Ρεθύμνου, η κ. Πετράκη δήλωσε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος»: «Στο Ρέθυμνο, το φαινόμενο της εφηβικής βίας δεν εμφανίζεται με την ένταση που παρατηρείται σε μεγάλα αστικά κέντρα, ωστόσο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αμελητέο. Περιστατικά λεκτικής βίας, σχολικού εκφοβισμού, κοινωνικού αποκλεισμού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σωματικών συγκρούσεων καταγράφονται τόσο στον σχολικό χώρο όσο και εκτός αυτού. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση της διαδικτυακής βίας, μέσω των κοινωνικών δικτύων, η οποία συχνά παραμένει αόρατη στους ενήλικες αλλά έχει σοβαρές συνέπειες για τα θύματα. Επομένως, παρότι η βία δεν λαμβάνει ακραίες διαστάσεις, η παρουσία της είναι υπαρκτή και επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητα των εφήβων».

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΕΦΗΒΙΚΗ ΒΙΑ;

Ερωτηθείσα για το πώς προσεγγίζουμε τα αίτια εμφάνισης της εφηβικής βίας στο Ρέθυμνο, η Μαρία Πετράκη δήλωσε: «Τα αίτια των περιστατικών εφηβικής βίας και στο Ρέθυμνο είναι πολυπαραγοντικά. Αρχικά, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς η έλλειψη επικοινωνίας, η πολύωρη εργασία των γονέων και η απουσία αξιολόγησης των αποκλινόντων συμπεριφορών των παιδιών είναι μια κυρίαρχη αιτία. Επιπλέον, η επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της βίαιης εικόνας που προβάλλεται συχνά από τα ΜΜΕ συμβάλλει στη νομιμοποίηση της βίας ως τρόπου επίλυσης διαφορών. Καταρχάς, ιδιαίτερα αισθητή είναι η έλλειψη σχολών γονέων και προγραμμάτων συστηματικής επιμόρφωσης των οικογενειών. Πολλοί γονείς αδυνατούν να διαχειριστούν τις ψυχολογικές μεταβολές της εφηβείας, γεγονός που οδηγεί σε λανθασμένες πρακτικές διαπαιδαγώγησης, όπως η αδιαφορία ή η υπερβολική αυστηρότητα».

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

Για επιπρόσθετα ζητήματα που ενεργοποιούν την εκδήλωση του φαινομένου στο Ρέθυμνο έκανε λόγο η προϊσταμένη του ΚΕΔΑΣΥ, που μας είπε: «Η δημιουργία και η σταθερή λειτουργία σχολών γονέων, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική καθοδήγηση και να ενισχύσει τον γονεϊκό ρόλο. Επιπλέον, η τοπική κοινωνία του Ρεθύμνου στερείται σε μεγάλο βαθμό οργανωμένων δομών συμβουλευτικής για εφήβους και οικογένειες. Η απουσία τέτοιων υπηρεσιών αφήνει τους νέους χωρίς επαγγελματική καθοδήγηση σε περιόδους κρίσης. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι η απουσία παιδοψυχιάτρου στις δημόσιες δομές είναι απαράδεκτη συνθήκη αφού δεκάδες παιδιά που παρουσιάζουν αποκλίνουσες συμπεριφορές και ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για βίαιες εκδηλώσεις δεν παρακολουθούνται. Και όταν και η δική μας Υπηρεσία τα παραπέμπει πρέπει οι γονείς να αναζητήσουν ιδιώτες παιδοψυχιάτρους έναντι υψηλών πολλές φορές αμοιβών».

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

Με επίκεντρο τα σχολεία του νομού Ρεθύμνου η Μαρία Πετράκη προχώρησε μέσα από την εφημερίδα «Ρέθεμνος» σε σειρά προτάσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου σε τοπικό επίπεδο.

Συγκεκριμένα, προτείνει τα εξής: «Η αντιμετώπιση της εφηβικής βίας αποτελεί συλλογική ευθύνη και προϋποθέτει τη συνεργασία όλων των φορέων που εμπλέκονται στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των νέων. Για να περιοριστεί το φαινόμενο στο Ρέθυμνο, απαιτείται ένα σύνολο στοχευμένων και συντονισμένων παρεμβάσεων.

Καταρχάς, καθοριστικός είναι ο ρόλος της οικογένειας. Οι γονείς οφείλουν να καλλιεργούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τα παιδιά τους, να ενισχύουν τον διάλογο και να λειτουργούν ως πρότυπα μη βίαιης συμπεριφοράς. Η έγκαιρη αναγνώριση προβληματικών συμπεριφορών και η συναισθηματική στήριξη των εφήβων μπορούν να αποτρέψουν την εκδήλωση επιθετικότητας.

Παράλληλα, το σχολείο καλείται να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην πρόληψη της βίας. Η εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής υγείας, η ανάπτυξη δράσεων κατά του σχολικού εκφοβισμού και η σταθερή και συνεχή παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού σχολικού περιβάλλοντος. Αν και έχουν αυξηθεί οι ΕΔΥ σε σχολικές μονάδες, χρειάζονται και άλλες επιπλέον και σε κάποια σχολεία με συχνότερη παρουσία της μια φοράς εβδομαδιαία. Η ενίσχυση αυτών των δομών, καθώς και η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων πρόληψης, θα συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού σχολικού κλίματος.

Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει ουσιαστικά τις παραπάνω δράσεις με επαρκή χρηματοδότηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η επένδυση στην πρόληψη, μέσω εκπαίδευσης και κοινωνικής φροντίδας, αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο περιορισμού της εφηβικής βίας.

Επιπλέον, σημαντική είναι η συμβολή της τοπικής κοινωνίας και της Πολιτείας. Η δημιουργία χώρων δημιουργικής απασχόλησης, αθλητικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων προσφέρει στους νέους υγιείς διεξόδους έκφρασης και εκτόνωσης. Παράλληλα, η διοργάνωση ενημερωτικών εκδηλώσεων και σεμιναρίων ευαισθητοποίησης μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική συνείδηση γύρω από το πρόβλημα της βίας.

Τέλος, απαραίτητη κρίνεται η ορθή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η εκπαίδευση των εφήβων στην ψηφιακή παιδεία και η ενημέρωσή τους για τις συνέπειες της διαδικτυακής βίας μπορούν να περιορίσουν φαινόμενα διαδικτυακού εκφοβισμού.

Συνοψίζοντας, η εφηβική βία στο Ρέθυμνο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Η κάλυψη των ελλείψεων σε σχολές γονέων, δομές ψυχοκοινωνικής στήριξης και προγράμματα πρόληψης αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός υγιούς και ασφαλούς περιβάλλοντος για τους εφήβους».

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Έλλειμμα δομών αντιμετώπισης της βίας ανηλίκων στο Ρέθυμνο

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ