Η σημαντικότητα της μουσειακής αγωγής και ο πολυεπίπεδος ρόλος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που υλοποιούνται σε χώρους μουσείων και συλλογών, αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο «Μουσεία: Τόποι (αυτό) αναφοράς και παιδείας», που παρουσιάζεται την προσεχή Πέμπτη 29 Ιανουαρίου στο Κέντρο Κοινωνικής και Πολιτιστικής Διακονίας «Θεομήτωρ» στον Τίμιο Σταυρό της πόλης του Ρεθύμνου.
Με την ευκαιρία της εκδήλωσης η διαπρεπής αρχαιολόγος με την πολυσχιδή δραστηριότητα στα πολιτιστικά δρώμενα του νομού Ρεθύμνου, μίλησε στην εφημερίδα «Ρέθεμνος» για την εμπειρία της στην υλοποίηση των προγραμμάτων αυτών αλλά και το όφελος που έχουν στην διαδικασία κατάκτησης της γνώσης.
ΒΙΒΛΙΟ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
«Σ’ αυτό το βιβλίο, προσπάθησα να χωρέσω την εμπειρία μου από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και δράσεων για παιδιά και ενήλικο κοινό, στο πλαίσιο της μουσειακής αγωγής από το 1987 έως σήμερα. Μια εμπειρία που χτίστηκε στη βάση της κοινής λογικής, της αποδοχής της διαφορετικότητας, την αποφυγή των στερεοτύπων και τη σοβαρή μελέτη της βιβλιογραφίας», δήλωσε στην εφημερίδα μας η Ειρήνη Γαβριλάκη.
Ερωτηθείσα για το περιεχόμενο του βιβλίου είπε: «Σχεδίασα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά όλων των σχολικών βαθμίδων, αλλά και για διάφορες κατηγορίες ενηλίκων: ρομά, μετανάστες, έγκλειστους σε φυλακές, απεξαρτούμενους, ηλικιωμένους. Αυτά τα προγράμματα περιγράφονται στο βιβλίο μου: οι σχεδιαστικοί τους άξονες, το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν, οι ασκήσεις που μεταχειρίστηκα ή οι προτάσεις επέκτασής τους.
Παράλληλα, φωτίζονται οι συνθήκες της περιόδου από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και οι συγκυρίες στο Ρέθυμνο που επέτρεψαν σε μένα και σε μία ευρύτερη ομάδα κυρίως εκπαιδευτικών να συνεργαστούμε προς την κατεύθυνση της άτυπης εκπαίδευσης, δημιουργώντας μια μεγάλη κοινότητα, στην οποία ήταν χαρά και τιμή να ανήκω.
Τέλος περιγράφονται οι υπηρεσιακές συνθήκες που υποστήριξαν την υλοποίηση του οράματος ενός ανοικτού μουσείου στην κοινωνία. Εννοώ τις δομές και τις πρωτοβουλίες του Υπουργείου Πολιτισμού και τη στάση της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων».
Ως προς τους στόχους της έκδοσης, δηλαδή, πού μπορεί να είναι χρήσιμο το βιβλίο, η αρχαιολόγος δήλωσε: «Ευελπιστώ ότι η συμπυκνωμένη εμπειρία όλων αυτών των χρόνων, τα σχέδια προγραμμάτων που παρατίθενται, το θεωρητικό πλαίσιο που σκιαγραφείται για καθένα από αυτά, οι εξειδικευμένες ασκήσεις που διευκολύνουν την «ανάγνωση» των εκθεμάτων στο Μουσείο, μπορούν να χρησιμεύσουν και σε άλλους συναδέλφους, αρχαιολόγους ή εκπαιδευτικούς, που θα την αξιολογήσουν και θα τη χρησιμοποιήσουν, εμπλουτίζοντάς τη. Τελικά, προτείνω το βιβλίο ως εργαλείο στους συναδέλφους, με το οποίο θα μπορέσουν ευκολότερα, ίσως, να ανοίξουν τον δικό τους δρόμο. ΄
Μέσω αυτώ θα είναι δυνατή η αποκωδικοποίηση των αρχαίων αντικειμένων, η κατανόηση του κοινωνικού/πολιτικού/οικονομικού πλαισίου, μέσα στο οποίο αυτά παρήχθησαν και χρησιμοποιήθηκαν. Θα αποκτήσουν, με τον τρόπο αυτόν, φωνή. Και μαζί μ’ αυτά θα αποκτήσουν και οι άνθρωποι της αρχαιότητας που τα χρησιμοποίησαν. Εξάλλου η μουσειακή αγωγή είναι ο μόνος τρόπος για να αποκτήσουν ζωή οι χώροι των μουσείων και οι επισκέπτες τους, νεότεροι ή μεγαλύτεροι, φωνή μέσα σε αυτά. Στόχος μου ήταν τα μουσεία να ζωντανέψουν και η κοινότητα που τα περιλαμβάνει να αντανακλάται σε αυτά».
Η ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΖΑΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Προλογίζοντας την έκδοση που θα παρουσιαστεί, η Επίτιμη Έφορος της ΚΕ΄ ΕΠΚΑ και Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού Δρ Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, αναφέρει: «Πάνε πολλά χρόνια, στη δεκαετία του 1980, όταν ξεκίνησαν τα εκπαιδευτικά προγράμματα στην ΚΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων δυτικής Κρήτης. Μόλις είχε αποχωρήσει ο Διευθυντής της Γιάννης Τζεδάκις για να αναλάβει τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Τότε άρχισε το Πρόγραμμα «Μελίνα» στα σχολεία όλης της χώρας, το οποίο υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος σε θέματα παιδείας και πολιτισμού. Τότε δημιουργήθηκε και το Τμήμα Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο προώθησε την ευρύτερη επικοινωνία του με την Έκθεση της Γραφής. Η ΚΕ΄ ΕΠΚΑ ήταν η πρώτη περιφερειακή μονάδα που φιλοξένησε την Έκθεση και τα εργαστήριά της στη μεγάλη αίθουσα του Φιρκά στα Χανιά, η οποία είχε μόλις αποκατασταθεί. Στα παιδιά η δράση αυτή προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και τολμώ να πω τα επηρέασε στη σχολική πορεία τους.
Στη συνέχεια, η ΚΕ΄ ΕΠΚΑ έδωσε μεγάλη βαρύτητα στα εκπαιδευτικά προγράμματα για τους μαθητές, τα σεμινάρια για τους δασκάλους και την παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού. Τα θέματα είχαν άμεση σχέση με τα εκθέματα των αρχαιολογικών μουσείων και με τους αρχαιολογικούς χώρους της δυτικής Κρήτης. Η μουσειακή αγωγή και επιμορφωτική δραστηριότητα συνεχίστηκε ακόμη πιο έντονα στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, αγκαλιάζοντας τα Πολιτιστικά Δίκτυα και τις Οριζόντιες Δράσεις της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, σε συνεργασία με διάφορους φορείς. Πολλά υπήρξαν τα εκπαιδευτικά προγράμματα, τα σεμινάρια, οι ξεναγήσεις και οι διαλέξεις της Εφορείας. Πάντα ο στόχος ήταν η προσέγγιση και ερμηνεία των εκθεμάτων στα μουσεία, η αποκωδικοποίηση των μνημείων και αρχαιολογικών χώρων και η ευαισθητοποίηση του κοινού και κυρίως των παιδιών και των νέων για την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, ώστε οι ίδιοι, ως ενεργοί πολίτες, να συμβάλλουν στην προστασία και προβολή της. Η Εφορεία, μέσω της μουσειακής αγωγής, στράφηκε πρωτοποριακά και προς τις ειδικές ομάδες κοινού (ΚΑΠΗ, μετανάστες, απεξαρτούμενους, ρομά, κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες), ακολουθώντας τις επιταγές της πολιτισμικής δημοκρατίας για έναν πολιτισμό χωρίς δεσμά. Για τις επιμορφωτικές δράσεις προσέλαβε και απασχόλησε και νέους αρχαιολόγους, όπως τη Χρύσα Μπούρμπου και τη Σοφία Τρούλη.
Σε αυτήν τη μακρόχρονη δραστηριότητα της Εφορείας πρωτοστάτησε η Ειρήνη Γαβριλάκη και εξαρχής έδειξε μεγάλη έφεση στο συγκεκριμένο αντικείμενο της δημόσιας αρχαιολογίας. Διέθετε όλα τα προσόντα που απαιτούντο για τα εκπαιδευτικά προγράμματα: πολύ δραστήρια, ανοιχτή στις προκλήσεις, δεινή στον λόγο και τη γραφή, με μεγάλη φαντασία, και προπαντός επικοινωνιακή, πονόψυχη και αγαπητή στο κοινό. Το παρόν πόνημα είναι απτή απόδειξη του έργου που επιτέλεσε επί σειρά ετών και της αγάπης της προς τον τομέα αυτό».
