Δεν μπορεί να ξεχάσει κανείς τους πανηγυρισμούς της τοπικής κοινωνίας όταν τη δεκαετία του 1970 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κρήτης με την έδρα του να βρίσκεται στο Ρέθυμνο. Τότε, σταδιακά, το Ρέθυμνο, από «παντέρμο» άρχισε να ατενίζει με αισιοδοξία το κοινωνικό και οικονομικό του μέλλον, σε συνδυασμό με τη σταδιακή ανάπτυξη του τουρισμού.
Πέντε δεκαετίες μετά, ελεύθερη πτώση καταγράφεται στις βάσεις εισαγωγής σχεδόν στο σύνολο των τμημάτων που εδρεύουν στο Ρέθυμνο και τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών 2026 που ανακοινώθηκαν χθες επιβεβαιώνουν αυτό που η πόλη βιώνει εδώ και χρόνια: σταδιακή συρρίκνωση του φοιτητικού της δυναμικού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, από τα εννέα τμήματα του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο, μόνο δύο τμήματα εμφάνισαν αύξηση στη βάση εισαγωγής: το τμήμα Κοινωνιολογίας και το τμήμα Οικονομικών Επιστημών, και αυτή οριακή, μόλις 30 και 115 μόρια αντίστοιχα. Σε όλα τα υπόλοιπα, οι βάσεις κατρακύλησαν.
Η εικόνα γίνεται δραματική όταν δει κανείς όχι μόνο τα μόρια, αλλά και το πόσους φοιτητές τελικά κατάφερε να προσελκύσει κάθε σχολή:
Στο τμήμα Φιλοσοφίας η βάση έπεσε στα 8.895 μόρια από 9.130 το 2025. Από τις 129 θέσεις που δίνει το Υπουργείο, καλύφθηκαν μόλις 33. Μένουν 96 κενές. Στο τμήμα Φιλολογίας η βάση έπεσε στα 9.052 μόρια από 9.149 πέρυσι. Περνούν 64 φοιτητές, μένουν κενές 134 από τις 198 θέσεις. Στην Ιστορία και Αρχαιολογία η βάση διαμορφώθηκε στα 8.975 μόρια από 9.050, με μόλις 40 εισακτέους και 108 κενές θέσεις από τις 148. Στην Πολιτική Επιστήμη η βάση έπεσε στα 8.975 από 9.300 μόρια, με 218 εισακτέους και 11 κενές.
Ακόμη και τμήματα που παραδοσιακά θεωρούνταν «σχολές διαφυγής» από την ΕΒΕ δεν γέμισαν. Στο Οικονομικό Τμήμα, παρά την άνοδο 115 μορίων στα 10.530 μόρια, περνούν μόλις 67 νέοι φοιτητές και μένουν κενές 164 από τις 231 θέσεις. Αντιθέτως, μόνο τα Παιδαγωγικά και η Ψυχολογία κράτησαν δυνάμεις: Δημοτικής Εκπαίδευσης 12.875 μόρια με 171 εισακτέους και μηδενικά κενά, Προσχολικής 11.260 μόρια με 156 εισακτέους, Ψυχολογίας 16.083 μόρια με 174 εισακτέους, Κοινωνιολογίας 10.280 μόρια με 172 εισακτέους.
Γιατί όμως οι υποψήφιοι γυρίζουν την πλάτη στο Ρέθυμνο; Η απάντηση δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Είναι κυρίως οικονομική. Το οξύ στεγαστικό πρόβλημα και το αυξημένο κόστος ζωής λειτουργούν πλέον αποτρεπτικά. Το Ρέθυμνο είναι ανάμεσα στις ακριβότερες φοιτητουπόλεις της χώρας, με τα ενοίκια να είναι απλησίαστα, για τη μέση ελληνική οικογένεια. Μια μονόχωρη γκαρσονιέρα κοστίζει πάνω από 400 ευρώ, ενώ τα μικρά δυάρια κινούνται στον απλησίαστο αστερισμό των 600 ευρώ τον μήνα, αν είσαι τυχερός και βρεις και κανένα από αυτά, αφού τα AIRBNB έχουν κατακλύσει τη ρεθεμνιώτικη αγορά, καθιστώντας πραγματικό λαχείο την εύρεση ενός αξιοπρεπούς σπιτιού για μακροχρόνια μίσθωση σε λογική τιμή. Μαζί με ρεύμα, κοινόχρηστα και μετακινήσεις προς τον Γάλλο, ο φοιτητής χρειάζεται πάνω από 700-800 ευρώ τον μήνα. Αλήθεια, πόσες ελληνικές οικογένειες έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν αυτά τα χρήματα;
Σε συνδυασμό με την ανασφάλεια επαγγελματικής αποκατάστασης στις ανθρωπιστικές σπουδές, πολλοί υποψήφιοι επιλέγουν σχολές κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Η στροφή προς τις θετικές επιστήμες είναι έκδηλη. Δεν είναι τυχαίο ότι στο γειτονικό Ηράκλειο, από τα οκτώ τμήματα, τα μισά εμφάνισαν αύξηση στις βάσεις τους.
Η ζημιά για την κοινωνία του Ρεθύμνου θα είναι πολλαπλή. Κάθε κενή θέση είναι χαμένος τζίρος για ενοίκια, καφέ, βιβλιοπωλεία. Με 134 κενές στη Φιλολογία και 108 στην Ιστορία-Αρχαιολογία, μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που δεν θα ξαναμπούν μπουν ποτέ στην τοπική αγορά. Και αυτά όμως τα νούμερα είναι πλασματικά, αφού είναι άγνωστο πόσοι φοιτητές εντέλει θα έρθουν να σπουδάσουν στο Ρέθυμνο και δεν θα επιλέξουν είτε να ξαναδώσουν εξετάσεις είτε να σπουδάζουν εξ αποστάσεως και να έρχονται σποραδικά στην πόλη μόνο την περίοδο των εξετάσεων.
Ακόμα και η κατασκευή των 2.500 περίπου φοιτητικών κατοικιών που εξαγγέλθηκε ότι θα ξεκινήσει άμεσα, δεν είμαι σίγουρος ότι θα αναστρέψει το ήδη αρνητικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί πανελλαδικά για το Ρέθυμνο.
Κυρίως όμως, το Ρέθυμνο χάνει αυτό που το έκανε να ξεχωρίζει πέρα από ένα τουριστικό θέρετρο: τη νεολαία του, τη χειμερινή του ζωή, τις εκδηλώσεις, τον αέρα της πανεπιστημιούπολης. Είναι όλα αυτά που ζήσαμε εμείς όταν φοιτούσαμε στο Ρέθυμνο τη δεκαετία του 1980. Με αμφιθέατρα που γεμίζουν στο ένα τρίτο, τίθεται θέμα βιωσιμότητας των ίδιων των τμημάτων. Και όταν κλείσει μια σχολή στην περιφέρεια, δεν ξανανοίγει.
Ως κοινωνία της «πόλης των Γραμμάτων» πρέπει να δούμε με σκεπτικισμό όλο αυτό το γεγονός και να λάβουμε το μήνυμα πριν είναι αργά. Γιατί ο τουρισμός είναι ευπαθές προϊόν, που δεν ξέρουμε μέχρι πότε και μέχρι ποιου σημείου θα μπορεί να θρέψει τον τόπο. Και μάλλον κανείς μας δεν θέλει να γυρίσει στην εποχή που οι παππούδες μας μάζευαν τα χαρούπια και τα βελάνια για να ζήσουν τις οικογένειές τους!
