ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αναμνήσεις του Γεωργίου Χατζάκη από τη Μάχη της Κρήτης και τη γερμανική Κατοχή

0

Ο Γιώργος Χατζάκης γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου 1937 στο Ρέθυμνο. Πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Χατζάκης, ο οποίος διέθετε, για το Ρέθυμνο, το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της εταιρείας υπεραστικών λεωφορείων «Συγγελάκης» και  εργαζόταν ως Σταθμάρχης στην εταιρεία στο Ρέθυμνο. Η μητέρα του, Αικατερίνη, το γένος Κουκουβάγια, ήταν από την Πέργαμο της Μ. Ασίας και ήρθε στο Ρέθυμνο το 1914, με τον πρώτο διωγμό, μαζί με την οικογένειά της: Τον πατέρα, τη μητέρα και δύο αδελφές του πατέρα της, τη γιαγιά της, καθώς και τον θείο τους, τον γνωστό παπά Γρηγόρη Βοργιαδάκη.  

Η μητέρα του, ερχόμενη στο Ρέθυμνο, που ήταν τελειόφοιτη Γυμνασίου, εργάστηκε ως λογίστρια στο βενζινάδικο του Βαλαρή στην πλατεία 4ων Μαρτύρων. Εκεί την είδε ο Νικόλαος Χατζάκης και τη ζήτησε σε γάμο από τον θείο της, παπά Γρηγόρη Βοργιαδάκη, που ήταν ιερέας στη Μικρή Παναγία (Κυρία των Αγγέλων) και ενέπνεε τον σεβασμό σε όλη την κοινωνία του Ρεθύμνου.

Ο Γιώργος Χατζάκης έχει μια αδερφή, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη, την Ευαγγελία (Λιλίκα) που παντρεύτηκε τον θεολόγο Γιάννη Κουμεντάκη.

Ο Νικόλαος Χατζάκης είχε άδοξο και μαρτυρικό τέλος, αφού στις 14 Ιανουαρίου 1944, στην πλατεία 4ων Μαρτύρων, έξω από το εστιατόριο Δασκαλογιάννη, τον πάτησε ένα γερμανικό καμιόνι, είτε κατά λάθος είτε επίτηδες. Έτσι η γυναίκα του έμεινε χήρα σε ηλικία μόλις 32 ετών. Τότε, αναγκάστηκε, να ξαναδουλέψει ως λογίστρια, (τι ειρωνεία) στο ΚΤΕΛ, στους πρώην υπαλλήλους του συζύγου της, μέχρι που βγήκε στη σύνταξη.

Το 1941 που ήρθαν οι Γερμανοί, ήμουν 4 ετών και τα θυμάμαι όλα. Τις ημέρες των βομβαρδισμών φύγαμε και πήγαμε στις σπηλιές. Μετά γυρίσαμε, αφού το σπίτι μας στην παλιά Πόλη δεν είχε πάθει ζημιές από τους βομβαρδισμούς.

Είχα ένα θείο με τη θεία μου που έμεναν στα Περιβόλια, τον Νίκο τον Λιούτα, Μικρασιάτες κι αυτοί. Πήγαμε εκεί, στο σπίτι τους, που ήταν απέναντι από το παλιό Πανεπιστήμιο, στη σημερινή οδό Κωνσταντουδάκη, όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί τον Μάιο του 1941. Θυμάμαι, αξέχαστα ότι καθόμασταν κάτω από μια χλαπουτσοσυκιά (φραγκοσυκιά), την ώρα των βομβαρδισμών και χτύπησε μια σφαίρα γερμανικού αεροπλάνου τη φραγκοσυκιά και γέμισε το πρόσωπό μας ζουμιά από τα φραγκόσυκα. Σε κάθε πέρασμα αεροπλάνου, εγώ έκλεινα τα μάτια μου από τον φόβο και η αδερφή μου η Λιλίκα, που ήταν ήδη οκτώ χρονών, φώναζε: «Στον πάτο της θάλασσας να πάτε». Ένα βράδυ πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι των Περιβολίων στο οποίο έπεσε μια βόμβα η οποία, ευτυχώς, δεν εξερράγη και γλιτώσαμε από βέβαιο θάνατο.

Μετά από δύο ημέρες ήρθε ο πατέρας μου, μαζί με τον αδερφό του τον Κώστα και μας πήρε, ενώ οι μάχες συνεχίζονταν ακόμα. Οι Γερμανοί είχαν καταλάβει το ύψωμα του Άη Γιώργη (εκεί που βρίσκεται ο ομώνυμος ναός και το νεκροταφείο των Περιβολίων). Νεοζηλανδοί στρατιώτες, μαζί με δικούς μας βρίσκονταν εκεί που ήταν το παλιό Πανεπιστήμιο, στην Ταβέρνα του Φώτη, προσπαθώντας να ανακαταλάβουν το ύψωμα.

Ο πατέρας μου με έβαλε στην πλάτη του, αφού ήμουν μόνο 4 ετών και δεν μπορούσα να περπατάω γρήγορα και το ίδιο έκανε και ο αδερφός του με την αδερφή μου. Στου Κόρακα την Καμάρα είδα έναν Γερμανό, που από την τρομάρα μού φάνηκε πως ήταν δυο μέτρα, ξαπλωμένο κάτω, νεκρό και του είχαν φύγει τα άρβυλα. Μου έκανε τεράστια εντύπωση και με την παιδική μου αφέλεια, ρώτησα τον πατέρα μου: «μα πώς του λείπουν αυτού τα παπούτσια»; Δεν μου προξένησε εντύπωση ότι ήταν σκοτωμένος, αλλά ότι του έλλειπαν τα παπούτσια. Παρακάτω, εκεί που σήμερα είναι το σινεμά ΠΑΝΤΕΛΗΣ, βρίσκονταν τρία άλογα σκοτωμένα, αλλά επειδή ήταν ζεμένα στα κάρα, δεν μπορούσαν να πέσουν κάτω. Μόνο τα κεφάλια τους ήταν σκυμμένα, γεγονός που μαρτυρούσε τον θάνατό τους. Δεν μπορώ, ακόμα και σήμερα, να ξεχάσω εκείνη την εικόνα.

Φτάνοντας στο Ρέθυμνο, όλη η οικογένεια, πήγαμε στις σπηλιές, υπό το φόβο των συνεχιζόμενων αεροπορικών βομβαρδισμών. Ήταν μαζί μας και ο παπά Γρηγόρης (Βοργιαδάκης) και η γιαγιά μου. Πρώτα πήγαμε στον «Νερόσπηλιο». Αυτό το σπήλαιο είναι στην περιοχή της Τρυπητής στον λόφο του Άη Γιάννη στον Εβληγιά. Λεγόταν «Νερόσπηλιος», γιατί ήταν γεμάτος σταλαχτίτες και υπήρχε και μια φυσική γούρνα μέσα  που έπεφτε το νερό από τους σταλαχτίτες και μπορούσες να πιεις από αυτό το νερό.  Κάθε βράδυ με είχαν συνηθίσει να μου δίνουν μια καραμέλα για να κοιμηθώ. Εκεί βέβαια, πού να βρεθεί καραμέλα! Ένα βράδυ ξεσήκωσα τον κόσμο με τα κλάματά μου γιατί ήθελα καραμέλα. Με έβγαλε ο πατέρας μου έξω, μου έδωσε δυο ξυλιές στον πισινό και ησύχασα. Πρώτη φορά που με έδερνε ο πατέρας μου. Δεν θυμάμαι να με είχε ξαναδείρει.

Στον Νερόσπηλιο ήταν και ένας Μανωλέας, ο οποίος κρατούσε μαζί του και ένα όπλο τύπου «Γκρα». Γιος του ήταν ο Σήφης Μανωλέας, γνωστός κομμουνιστής που τον σκότωσαν αργότερα στον εμφύλιο στην ταράτσα του σπιτιού του, απέναντι από το 3ο Δημοτικό Σχολείο, στη Σοχώρα.

Κάθε φορά που περνούσε γερμανικό αεροπλάνο, ο Μανωλέας έβγαινε από τη σπηλιά και με το όπλο προσπαθούσε να ρίξει στο αεροπλάνο, νομίζοντας ότι θα το καταρρίψει. Τότε οι γυναίκες που ήταν στη σπηλιά του φώναζαν: «…, άτιμε, άσε το όπλο κάτω», με τη λογική ότι ένας ενδεχόμενος πυροβολισμός θα φανέρωνε τη θέση μας και θα γινόμασταν στόχος των γερμανικών αεροπλάνων.

Μετά από μερικές μέρες φύγαμε από εκεί και πήγαμε σε άλλη σπηλιά στο Ρισβάν Μετόχι. Δεν είχαμε πάρει καθόλου ρούχα μαζί μας, παρά μόνο αυτά που φορούσαμε. Μας έγδυναν τελείως τα παιδιά, έπλυναν τα ρούχα μας, τα άπλωναν και μετά τα ξαναφορούσαμε. 

Όταν ηρέμησαν τα πράγματα και οι Γερμανοί είχαν γίνει κύριοι της κατάστασης, επιστρέψαμε στο Ρέθυμνο και πήγαμε στο σπίτι του παπά Γρηγόρη, στην τότε οδό Ναβαρίνου, σημερινή οδός Μαβίλη, το δεύτερο στενό μετά τη Μικρή Παναγία, πηγαίνοντας προς τη Σοχώρα. Ο δρόμος ήταν δύσκολα προσπελάσιμος, αφού είχαν πέσει βόμβες και είχαν καταστρέψει αρκετά σπίτια.

Ο παπά Γρηγόρης είχε στο σπίτι του μια μεγάλη καρέκλα στην οποία καθόταν. Μια μέρα, αφού είχε τελειώσει η Μάχη της Κρήτης, ήρθαν στο σπίτι 5-6 Γερμανοί αναζητώντας κρασί για να πιούνε. Πιάσανε τον παπά Γρηγόρη από τα γένια, του έβαλαν και το πιστόλι στον κρόταφο, αποκαλώντας τον «κάπτεν», θεωρώντας, προφανώς ότι ήταν επικεφαλής αντάρτικου σώματος, αφού μέσα στο σπίτι δεν φορούσε τα ράσα. Για καλή του τύχη, μπήκε εκείνη τη στιγμή ένας γείτονας μέσα και του φίλησε το χέρι. Κατάλαβαν, προφανώς, οι Γερμανοί το λάθος τους, φοβήθηκαν, σεβάστηκαν, δεν ξέρω, και άφησαν τον παπά Γρηγόρη. Τότε οι Γερμανοί, από τα νεύρα τους, μας έσπασαν μια στάμνα, θεωρώντας ότι μέσα θα έχει κρασί, η οποία, όμως, είχε νερό.

Θα ήμουνα 5 χρονών. Στο στενό μας υπήρχε μια σιδερένια ψηλή κολώνα με κάγκελα, της Ηλεκτρικής κι εγώ είχα σκαρφαλώσει πάνω. Απέναντι καθόταν ο Μανώλης ο Παυλάκης που ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από εμένα. Είχα βρει, δεν ξέρω από πού, ένα σκαλιστό πόδι από βιβλιοθήκη, που είχε το σχήμα πιστολιού. Ο Μανώλης κρυβόταν στη γωνία του δρόμου, κρατώντας κι αυτός ένα ξύλο και κάναμε πως παίζαμε πόλεμο. Εκείνη την ώρα του παιχνιδιού, περνάει ένας Γερμανός πάνω σε μια μοτοσυκλέτα, με το όπλο στην πλάτη, που τον ονομάζαμε «μουσάτο» και ανήκε στη Γκεστάπο. Βλέποντάς τον εγώ, σκαρφαλωμένος ακόμα στην κολώνα, με την παιδική μου αφέλεια, του κάνω «μπουμ-μπουμ» με το ξύλινο πιστόλι μου. Αυτός, άμεσα, σταματάει τη μοτοσυκλέτα του λίγα μέτρα πιο κάτω, έξω από το σπίτι του Φραϊδάκη. Κατεβαίνει από τη μοτοσικλέτα και αρχίζει να φωνάζει «ράους, ράους», δηλαδή φύγε από εκεί. Φοβήθηκα, κατέβηκα γρήγορα γρήγορα από την κολώνα και μπήκα φουριόζος σε μια πόρτα που βρήκα ανοιχτή, δίπλα στον φούρνο του Κλαψινού και κρύφτηκα κάτω από τη σκάλα. Η μάνα μου, που βρισκόταν στο μπαλκόνι, είδε όλη τη σκηνή και άρχισε, έντρομη να φωνάζει και να κλαίει. Στον δρόμο ήταν ο Βαλιάνος, που πουλούσε τα ψιλικά και άρχισε να φωνάζει στον Γερμανό: «πίκολο, πίκολο», εννοώντας ότι είμαι μικρό παιδί και παίζω και να μη μου δίνει σημασία. Έψαξε για λίγη ώρα ο Γερμανός να με βρει, αλλά πού να με βρει κάτω από τη σκάλα, μέχρι που βαρέθηκε και έφυγε.

Υπήρχαν Γερμανοί, που τους φωνάζαμε: «ε! καμαράτ» και μας έδιναν σοκολάτες και μπομπότα, ήταν άλλοι που μας έδιναν κλωτσιές όταν τους ζητούσαμε κάτι.

Τα κεφάλια από τα κοτόπουλα που έσφαζαν δεν τα έτρωγαν οι Γερμανοί και τα πετούσαν, χωρίς, όμως, να αφήνουν κανέναν να τα πάρει. Για να περνάει η ώρα τους και να διασκεδάζουν, στην αυλή του σχολείου στη Σοχώρα, που είχαν επιτάξει, έβαζαν παιδιά και έπαιζαν άτυπους αγώνες, μποξ μεταξύ τους και όποιος κέρδιζε έπαιρνε τα κεφάλια από τα κοτόπουλα, ως έπαθλο και τα πήγαινε στο σπίτι του, αφού πρώτα είχε γεμίσει το πρόσωπό του αίματα από τις μπουνιές.

Μια μέρα καθόμασταν με τη γιαγιά μου στο σπίτι του παππού μου στην Πηγή. Ήμασταν 6-8 εγγόνια. Εγώ, με τον Νίκο τον Σουμπασάκη, τον καθηγητή, ήμασταν οι μικρότεροι. Ήταν νύχτα και καθόμασταν και μας έλεγε η γιαγιά μας ιστορίες ,με το φως του λύχνου. Πάνω από τον νεροχύτη είχε ένα πρεβάζι και έβαζε τις στάμνες με το νερό. Το σπίτι ήταν σε δρόμο που ήταν αδιέξοδο. Κάποια στιγμή, ακούμε ένα δυνατό χτύπο στην πόρτα, την ρίχνουν κάτω και ορμάνε στο σπίτι 5-6 Γερμανοί. Αρχίζουν να φωνάζουν στη γιαγιά μου, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τι της έλεγαν και πάνε και σβήνουν το φως του λύχνου, γιατί απαγορευότανε λέει, για να μην δίνουμε στόχο στα αγγλικά αεροπλάνα! Τι στόχο να δώσει τώρα ένας λύχνος σε αεροπλάνα. Έψαχναν κι αυτοί κρασί να πιούν, έριξαν κάτω τις στάμνες, τις έκαναν κομμάτια και έφυγαν. Εμείς τα παιδιά, όλη την ώρα είχαμε ζαρώσει από τον φόβο μας και δεν κουνιόμασταν καθόλου.

Ο αδερφός του πατέρα μου, ο Μανώλης, ήταν για 4-5 χρόνια αιχμάλωτος στη Γερμανία, μετά το τέλος του α’ παγκοσμίου πολέμου. Κατάφερε έτσι να μάθει άπταιστα τα γερμανικά. Είχε μάλιστα συνάψει σχέση με μια Γερμανίδα, που δεν ήθελε όμως να έρθει στην Κρήτη μετά την απελευθέρωσή του. Όταν έπεσαν οι πρώτοι αλεξιπτωτιστές Γερμανοί στην Πηγή, για να καταλάβουν το αεροδρόμιο, που εκεί βρίσκονταν τα χωράφια του παππού μου, οι Άγγλοι στρατιώτες, μαζί με τις ελληνικές δυνάμεις συνέλαβαν αρκετούς Γερμανούς αλεξιπτωτιστές ως αιχμαλώτους. Στην Πηγή εκείνα τα χρόνια υπήρχε επανδρωμένος Σταθμός Χωροφυλακής. Εκεί, λοιπόν, προσωρινά κράτησαν τους Γερμανούς αιχμαλώτους. Σε κάποιον Γερμανό αιχμάλωτο, που ήταν τραυματισμένος, ο θείος μου ο Μανώλης του μίλησε γερμανικά και του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και ένα «τυροζούλι» από αυτά που έφτιαχνε η γιαγιά μου, τυλιγμένα σε μια καρό πετσέτα. Μετά την ολοκληρωτική κατάληψη της Κρήτης, ορίστηκε ένας Γερμανός αξιωματικός επικεφαλής όλης της περιοχής του Αρκαδίου. Αυτός, έτυχε να είναι ο τραυματίας που ο θείος μου του είχε δώσει φαγητό. Με την ανάληψη των καθηκόντων του, έδωσε εντολή να βρουν και να του φέρουν έναν Κρητικό της περιοχής που μιλούσε γερμανικά. Δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί ο Χατζάκης ο Μανώλης, ο θείος μου. Πάει, λοιπόν ένα γερμανικό απόσπασμα, μαζί με έναν διερμηνέα στο σπίτι του θείου μου, τον παίρνουν και τον οδηγούν μπροστά στον Γερμανό Διοικητή. Ο Γερμανός του απευθύνεται στα γερμανικά: «με γνωρίζεις»; Ο θείος μου του απάντησε αρνητικά. Ανοίγει το πέτο του ο Γερμανός και του λέει: «αυτή την πετσέτα την αναγνωρίζεις»; Ο θείος μου συγκλονίστηκε. «Αυτή την πετσέτα την έδωσες σε έναν τραυματισμένο Γερμανό με ένα κομμάτι ψωμί και ένα κομμάτι τυρί», συνέχισε ο Γερμανός. «Αυτός ο Γερμανός είμαι εγώ. Φύγε τώρα και αν σου συμβεί το οτιδήποτε θα έρθεις να με βρεις». Λίγους μήνες μετά, μέσα στο 1941  και έχοντας ήδη ξεκινήσει η αντίσταση εναντίον των Γερμανών, οι Πηγιανοί είχαν κάνει κάποια δολιοφθορά, σαμποτάζ, στα γερμανικά στρατεύματα. Συνέλαβαν οι Γερμανοί 40 χωριανούς να τους οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ανάμεσά τους ήταν και ο αδερφός του θείου μου του Μανώλη. Μόλις το πληροφορήθηκε ο Μανώλης Χατζάκης, πήγε κατευθείαν στον Γερμανό Διοικητή: «Αυτοί που συλλάβατε δεν έχουν καμία σχέση με το σαμποτάζ που λέτε. Στο υπογράφω εγώ». «Θα αφήσω τους 39 από τους 40. Έναν μόνο δεν θα αφήσω γιατί φοράει ρολόι Γερμανού αλεξιπτωτιστή», του απαντά ο Γερμανός Διοικητής. «Είναι ρητή εντολή των ανωτέρων μου, τέτοιες περιπτώσεις να εκτελούνται». Έτσι, με παρέμβαση του θείου μου σώθηκαν οι 39 χωριανοί. Μόνο ο ένας, από το Άδελε, δεν τα κατάφερε. Νομίζω λεγόταν Χαρκιανάκης.

Θυμάμαι, το 1941, που ζούσε ακόμα ο πατέρας μου, όλη η γειτονιά που ζούσαμε ήταν πρόσφυγες. Το σπίτι του παπά Γρηγόρη είχε έναν θόλο εκεί που βρισκόταν η τουαλέτα και όταν φοβόμασταν ότι θα γίνονταν βομβαρδισμοί μαζευόταν εκεί όλη η γειτονιά για να προστατευθεί, επειδή θεωρούσε το μέρος πιο ανθεκτικό και ασφαλές. Μαζευόμασταν περίπου 10 άτομα και στρώναμε κουβέρτες κάτω και κοιμόμασταν όλοι μαζί «στρωματσάδα». Μια τέτοια βραδιά με πανσέληνο, που η νύχτα ήταν φωτεινή, ήμασταν πάλι μαζεμένοι όλοι εκεί. Μαζί μας και ο Ευκλείδης ο γιατρός, ο οποίος μιλούσε και γαλλικά.  Σπάσανε οι Γερμανοί την πόρτα του σπιτιού, θεωρώντας ότι έχουμε αναμμένα φώτα στο σπίτι, ενώ απαγορευόταν αυστηρά. Ο Ευκλείδης μίλησε γαλλικά σε κάποιον Γερμανό στρατιώτη που μιλούσε κι αυτός, αλλά πάνω στη σαστισμάρα και τον φόβο του, αντί να πει ότι έχει φως λόγω του φεγγαριού, είπε ότι έχει ήλιο. Οι Γερμανοί θεωρώντας ότι τους κοροϊδεύει, του έριξαν δυο τρία χαστούκια και έφυγαν.

Κάθε Κυριακή απόγευμα, εκεί που ήταν η κλινική του Δανδόλου, μετέπειτα Σερτεδάκη,  απέναντι από το ζαχαροπλαστείο Σκαρτσιλάκη στη λεωφόρο Κουντουριώτη, είχαν τοποθετήσει οι Γερμανοί μεγάφωνα και ακούγονταν γερμανικά στρατιωτικά εμβατήρια καθώς και ομιλίες του Χίτλερ. Αν σε έβλεπαν και δυσανασχετούσες ή γελούσες, το ξύλο ήταν άμεσο.

Ήταν ένας Γερμανός, «Γιαννάκη» τον λέγαμε και μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Ένα βράδυ στο σπίτι του παπά Γρηγόρη, στη σημερινή οδό Μαβίλη (μετά που σκοτώθηκε ο πατέρας μου μας πήρε ο παπά Γρηγόρης στο σπίτι του), είχε έρθει επίσκεψη ο γιατρός ο Ευκλείδης, που ήταν κι αυτός Μικρασιάτης  και είχε πολλές σχέσεις με τον παπά Γρηγόρη. Στο σπίτι μέσα, μετά τον θάνατο του πατέρα μου ήταν όλα μαύρα. Οι καθρέφτες σκεπασμένοι με μαύρα πανιά, το ίδιο και οι καρέκλες και οι καναπέδες. Τα τραπεζομάντηλα μαύρα, το ίδιο και οι κουρτίνες. Με δυο λύχνους που είχαμε στο σπίτι, τι φως να βγαίνει προς τα έξω; Ήρθε, λοιπόν, ο «Γιαννάκης» με πολλή ευγένεια και μας είπε στα ελληνικά να σβήσουμε τα φώτα γιατί ήταν διαταγή, μετά τη δύση του ηλίου να μην υπάρχει κανένα αναμμένο φως στα σπίτια.

Μια φορά πάλι, το 1944, Απρίλιο ή Μάιο, οι Γερμανοί έβγαλαν διαταγή και μάζεψαν όλους τους άντρες της πόλης, άνω των 18 ετών και τους πήγαν στο γήπεδο της Σοχώρας. Είχε βγει τελάλης στους δρόμους της πόλης και στα ελληνικά καλούσε τους άντρες να πάνε στο γήπεδο. Για να ελέγχουν αν εκτελείται η διαταγή, σε κάθε στενό της πόλης βρισκόταν ένας οπλισμένος Γερμανός, που είχε στην τσέπη του και χειροβομβίδες. Εμείς είχαμε μάθει να τις ξεχωρίζουμε, αφού ήταν πολύ διαφορετικές και πιο μεγάλες από τις κανονικές, λόγω της μακριάς ξύλινης λαβής τους. Απέναντι από το σπίτι μας, έμενε ένας φίλος μου, δυο χρόνια μεγαλύτερος από εμένα, ο Λεωνίδας ο Μαμαλάκης. Αυτοί είχαν και κήπο και μου φώναζε να πάμε να παίξουμε μπάλα. Εγώ στεκόμουνα πίσω από το παράθυρο του σπιτιού μας και ο Λεωνίδας πίσω από το δικό τους παράθυρο και συνεννοούμασταν με νεύματα για το παιχνίδι μας. Αλλά πώς να βγω έξω από το σπίτι, αφού ήταν ο Γερμανός φρουρός απ΄ έξω; Και με το που με έβλεπε να βγαίνω στο παράθυρο μου έκανε νόημα με άγριο ύφος να μπω μέσα; Ο Λεωνίδας από απέναντι, από το δικό τους παράθυρο, μου έκανε νόημα, πότε δεν θα κοίταζε ο Γερμανός για να βγω έξω να πάω απέναντι στο σπίτι τους. Σε μια στιγμή, παίρνω τη μεγάλη απόφαση να πεταχτώ έξω και να πάω στο σπίτι του φίλου μου. Ορμάω έξω από την πόρτα, αλλά στη μέση περίπου του δρόμου, με αντιλαμβάνεται ο Γερμανός που γύρισε ξαφνικά το βλέμμα του προς τη μεριά μου. Με πλησιάζει με γοργό βήμα, την ώρα που εγώ έχω σκαρφαλώσει στο παράθυρο για να πηδήξω μέσα στο απέναντι σπίτι. Βγάζει από την τσέπη τη χειροβομβίδα και με την ξύλινη λαβή της μου έπαιξε δυο ξυλιές στα πισινά.

Εκείνη τη μέρα, μάλιστα, έδωσαν εντολή να πάει και ο παπά Γρηγόρης στο γήπεδο και να φοράει και τα άμφιά του. Και τότε όλες οι γυναίκες κλαίγανε και «σκοτώνονταν» γιατί θεωρούσαν ότι η παρουσία του παπά Γρηγόρη με τα άμφια σήμαινε ότι θα τους εκτελούσαν και ο παπά Γρηγόρης θα τους λειτουργούσε για τελευταία φορά. Πέρασε μάλιστα και μια μοτοσυκλέτα και θεωρώντας ότι έχει πάνω της πολυβόλο, οι συγκεντρωμένοι Ρεθεμνιώτες, από τον φόβο της εκτέλεσης, έπεσαν ο ένα πάνω στον άλλον. Αυτή την ιστορία μας την έκανε μετά ο παπά Γρηγόρης. Τελικά τους άφησαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε τον λόγο που τους είχαν συγκεντρώσει.

Ο Ευκλείδης είχε έναν φίλο, Γερμανό αξιωματικό, γιατρό, που τον έλεγαν Κάρολο. Ήταν φιλέλληνας και ερχόταν στο σπίτι μας και μιλούσαν μεταξύ τους γαλλικά. Είχε μαζί του έναν τεράστιο σκύλο, που εγώ ως παιδί, νόμιζα πως ήταν στο μπόι μου. Στο λαιμό του ο σκύλος είχε ένα λουρί, που συνεχιζόταν και με αυτό τον κρατούσε από το χέρι του, και όπως μας έλεγε μετά ο Ευκλείδης, του έλεγε ο Γερμανός ότι το λουρί ήταν από δέρμα ψαριού.

Οι Γερμανοί έφυγαν από την Κρήτη τον Οκτώβριο του 1944. Θυμάμαι τότε όλος ο κόσμος ήταν πάω σε φορτηγά και έπαιζαν πυροβολισμούς. Μέχρι και τον παπά Γρηγόρη θυμάμαι πάνω σε ένα φορτηγό να πυροβολεί από τη χαρά του!

 

Επιμέλεια κειμένου: Νίκος Δερεδάκης, Δάσκαλος-Ιστορικός Ερευνητής

Με βάση προσωπική καταγραφή με εικόνα και ήχο αναμνήσεων του Γεωργίου Νικ. Χατζάκη, το 2024 από τον Νικόλαο – Σταύρο Δ. (astroskonaki@gmail.com)

Ο Νικόλαος Χατζάκης, με τη σύζυγό του Αικατερίνη, το γένος Κουκουβάγια και την κόρη τους Ευαγγελία (Λιλίκα) το 1935. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Τα αδέρφια Γεώργιος και η Ευαγγελία Χατζάκη το 1939. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η Ευαγγελία Χατζάκη (κάτω δεξιά) στον Δημοτικό Κήπο Ρεθύμνου το 1939 με Άγγλους στρατιώτες και άλλους Ρεθεμνιώτες. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
ο παπά Γρηγόρης Βοργιαδάκης. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η οικογένεια του παπά Γρηγόρη Βοργιαδάκη, μερικά χρόνια μετά την έλευσή τους στο Ρέθυμνο. Όρθια από αριστερά η ανιψιά του Αικατερίνη Κουκουβάγια-Χατζάκη και δίπλα της καθιστή η μητέρα της και αδερφή του παπά Γρηγόρη, Μαρία Κουκουβάγια. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η εκκλησία του Άη Γιώργη, στο ομώνυμο ύψωμα των Περιβολίων, που έγιναν σφοδρές μάχες κατά τη μάχη της Κρήτης για την κατάληψή του από τους Γερμανούς. (Αρχείο Δημήτρη Σκαρτσιλάκη)
Το γήπεδο της Σοχώρας κατά τη γερμανική κατοχή με εμφανές το «γερμανικό πουλί». (Αρχείο ΔΚΒΡ)
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αναμνήσεις του Γεωργίου Χατζάκη από τη Μάχη της Κρήτης και τη γερμανική Κατοχή

0
Ο Νικόλαος Χατζάκης, με τη σύζυγό του Αικατερίνη, το γένος Κουκουβάγια και την κόρη τους Ευαγγελία (Λιλίκα) το 1935. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Τα αδέρφια Γεώργιος και η Ευαγγελία Χατζάκη το 1939. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η Ευαγγελία Χατζάκη (κάτω δεξιά) στον Δημοτικό Κήπο Ρεθύμνου το 1939 με Άγγλους στρατιώτες και άλλους Ρεθεμνιώτες. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
ο παπά Γρηγόρης Βοργιαδάκης. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η οικογένεια του παπά Γρηγόρη Βοργιαδάκη, μερικά χρόνια μετά την έλευσή τους στο Ρέθυμνο. Όρθια από αριστερά η ανιψιά του Αικατερίνη Κουκουβάγια-Χατζάκη και δίπλα της καθιστή η μητέρα της και αδερφή του παπά Γρηγόρη, Μαρία Κουκουβάγια. (Αρχείο Γ. Χατζάκη)
Η εκκλησία του Άη Γιώργη, στο ομώνυμο ύψωμα των Περιβολίων, που έγιναν σφοδρές μάχες κατά τη μάχη της Κρήτης για την κατάληψή του από τους Γερμανούς. (Αρχείο Δημήτρη Σκαρτσιλάκη)
Το γήπεδο της Σοχώρας κατά τη γερμανική κατοχή με εμφανές το «γερμανικό πουλί». (Αρχείο ΔΚΒΡ)
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ