Γλυκιά μου, μητέρα, εδώ, σε τούτο το μέρος,
το δάκρυ κι ο πόνος γίνονται ένα
οι πιο αγνοί σύντροφοι της ζωής μας, τώρα φάνηκαν
και τους ένοιωσα, για πρώτη φορά, κοντά σ’ Εκείνον
που μου ‘δειξε, μέσα από τα δάκρυα του, τόσο απλά,
τι θα πει δυστυχία και θλίψη και απόγνωση...
Ναι, μητέρα, μ’ οδήγησε για να μάθω πραγματικά,
να δω τα συμβαίνοντα στην πόλη του κόσμου,
να δω από κοντά, πως πορεύονται τα νιάτα…
και μ’ έφερε πολύ κοντά τους και είδα, μητέρα,
και κατανόησα την αλήθεια των παθών μας,
αυτήν που εγώ παραθεωρούσα και έκρινα επιπόλαια...
Καλή μου, μητέρα, άπλωσε το χέρι του σε μένα
και οδήγησε την καρδιά μου στην αλήθεια,
σ’ αυτή την σκληρή πραγματικότητα της φθοράς,
την «ωραιοποιημένη» φθορά των ναρκωτικών,
που δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις....
Και πονούσε, μητέρα, πονούσε για μας,
για τα παιδιά που χάνονται για τα ναρκωτικά,
που ξοδεύουν την ομορφιά της ζωής τους,
αυτή τη φρεσκάδα της νιότης, της δικής τους Άνοιξης,
τόσο επιπόλαια, μητέρα, τόσο άδικα!
Καλή μου μητέρα ! ναι, ήρθε κοντά μου!
κι άπλωσε το χέρι σε μένα, την μικρή ελαφίνα σου,
το αδύναμο σπουργιτάκι της καρδιάς σου
και μου έδειξε, μητέρα, Εκείνος μου έδειξε την αλήθεια,
με τόση αγνότητα, τόση γαλήνη, μητέρα,
λέγοντάς μου: Ήρθε η ώρα να δεις» και είδα !
Ναι, μητέρα, μου έδειξε την αλήθεια κι είδα!
είδα ότι έκλαιε, μητέρα, το είδα στα μάτια της αγάπης του,
έκλαιε για όλο τον κόσμο, για τους ασήμαντους, μητέρα,
για όλους τους κατατρεγμένους και τους πονεμένους,
έκλαιε για τα μικρά παιδιά, τα πεινασμένα,
έκλαιε, μητέρα, για τα κτυπημένα παιδιά των πολέμων,
έκλαιε για τους φτωχούς και τους φυλακισμένους,
έκλαιε για την αδικία και τη σκληρότητά μας,
έκλαιε για τον εγωισμό και την κυνικότητά μας,
έκλαιε, μητέρα, για ασπλαχνία μας, την καταπίεση των φτωχών,
έκλαιε για την ύπνωση και την απραξία μας,
έκλαιε για την υπεροψία του πλούτου,
έκλαιε, μητέρα, για την έλλειψη της αγάπης,
έκλαιε, μητέρα, για τα νιάτα που χάνονται καθημερινά,
δίνοντας τη ζωή της, δίχως λόγο, στα ναρκωτικά...
Ναι, μητέρα, με χαιρέτησε και έκλαιε για μας,
για τα παιδιά όλου του κόσμου, για τους νέους,
για το Γιάννη και τη Μαρία, για το Θέμι και την Ήρα.
Ναι, μητέρα, με χαιρέτησε κι έκλαιε...
Καλή σου νύχτα, μητέρα!

