ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Παιδικές αναμνήσεις δεκαετιάς 1950-1960

0

 Βλέποντας τα σημερινά παιδιά, που έχουν σχεδόν τα πάντα και παρ’ όλα αυτά συχνά δεν δείχνουν χαρούμενα, ένιωσα την ανάγκη να γυρίσω πίσω στον χρόνο. Να θυμηθώ τα δικά μου παιδικά χρόνια και να τα γράψω, όπως τα έζησα. Μεγάλωσα τη δεκαετία του ’50 και του ’60, σε χρόνια δύσκολα, τότε που τίποτα δεν ήταν εύκολο, τότε που η ζωή ήτανε απλή και σκληρή μαζί.

Από μικρά παιδιά μπαίναμε στη δουλειά και βοηθούσαμε τους γονείς μας. Παιχνίδια και ανέσεις δεν είχαμε, μα υπήρχε σεβασμός. Στο σχολείο μαθαίναμε γράμματα χωρίς φροντιστήρια, μ’ έναν δάσκαλο μονάχα, συχνά αυστηρό που μας μάθαινε να προσπαθούμε και να μη τα παρατάμε.

Πριν όμως από αυτά, θέλω να πάω ακόμα πιο πίσω. Να ξεκινήσω από την καταγωγή μου, γιατί οι πρόγονοί μας και οι δρόμοι που τράβηξαν αφήνουν κι αυτοί το σημάδι τους στη ζωή και στις αξίες μας.

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΟΥ

Από την πλευρά του πατέρα μου, προπάππους μου ήταν ο Κων/νος Μανουσάκης, από την Κρύα Βρύση, και προγιαγιά μου η Αικατερίνη Ανδρουλιδάκη, από τη Λοχριά. Στην Κρύα Βρύση έφεραν στον κόσμο τα πρώτα έξι παιδιά τους. Όμως οι δύσκολες συνθήκες της εποχής και οι Τούρκοι τούς ανάγκασαν, το 1875, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς και μετοίκησαν στη Γαύδο, όπου έζησαν για περίπου δέκα χρόνια. Εκεί, γεννήθηκαν ακόμη δύο παιδιά. Το 1885, εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Λοχριά.

Ο παππούς μου λεγόταν Γεώργιος και πατέρας μου Κωνσταντίνος. Γιαγιά μου ήταν η Δέσποινα Κοκκονα, με καταγωγή από το Γερακάρι. Άνθρωποι απλοί που έμαθαν στα παιδιά τους τον σεβασμό  και την αξιοπρέπεια  παρά τις δυσκολίες της ζωής.

Από την πλευρά της μητέρας μου, παππούς μου ήταν ο Γεώργιος Καρπουζάκης από τη Λοχριά και γιαγιά μου η Μαρία, κόρη του Κωνσταντίνου Σπινθουράκη από τα Ανώγεια. Η μοίρα όμως στάθηκε σκληρή και η γιαγιά μου πέθανε όταν η μητέρα μου ήταν μόλις δύο ετών. Έτσι, την ανατροφή της ανέλαβε η τρίτη σύζυγος του παππού μου μαζί με άλλα τέσσερα παιδιά.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ -ΚΡΥΟΒΡΥΣΑΝΑΚΗΣ ΜΕ ΤΟΥΣ 1400 ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ

Ο Κωνσταντίνος Μανουσάκης γεννήθηκε περίπου το 1825 στην Κρύα Βρύση και η γυναίκα του, Αικατερίνη Ανδρουλιδάκη, καταγόταν από τη Λοχριά. Ο Κωνσταντίνος ήταν εργατικός, δραστήριος και αγωνιστής. Η Αικατερίνη ήταν ορφανή από γονείς και ζούσε στη Λοχριά μαζί με την αδελφή της Μαρία και τον αδελφό τους Γιώργη, που ανήκαν στις παλιές οικογένειες του χωριού, τους Ανδρουλιδάκηδες.

Ο Γιώργης ήταν γνωστός τσαγκάρης και είχε το τσαγκαράδικό του κοντά στη βρύση. Κάποτε ένας αγάς τού παρήγγειλε ένα ζευγάρι παπούτσια και του ζήτησε να τα έχει γρήγορα έτοιμα. Όταν πήγε να τα πάρει, δεν ήταν έτοιμα και τον απείλησε. Αργότερα, ερχόμενος ξανά στη Λοχριά με τη φοράδα του, έλεγε πως αν δεν τα βρει έτοιμα θα τον σκοτώσει. Ένας χωριανός το άκουσε και ειδοποίησε τον τσαγκάρη. Όταν εμφανίστηκε ο αγάς, ο Γιώργης Ανδρουλιδάκης πρόλαβε και τον σκότωσε. Μετά από αυτό αναγκάστηκε να φύγει από τη Λοχριά και πήγε στον Άγιο Μύρωνα, όπου άλλαξε το επίθετό του σε Παχιάς ή Παχιαδάκης

Η αδελφή του, η Μαρία, παντρεύτηκε στο χωριό τον Γιώργη, πατέρα του Μανουσοκωνσταντή, ενώ η Αικατερίνη παντρεύτηκε στην Κρύα Βρύση τον Κωνσταντίνο Μανουσάκη, που αργότερα έγινε γνωστός ως Κρυοβρυσανάκης. Στην Κρύα Βρύση απέκτησαν έξι παιδιά μέχρι το 1875. Την ίδια χρονιά, για να προστατέψει την οικογένειά του από τους Τούρκους, ο Κωνσταντής αναγκάστηκε να φύγει και να πάει στη Γαύδο, όπου έζησαν για λίγα χρόνια. Εκεί απέκτησαν ακόμη δύο παιδιά, τον Γιάννη, που γεννήθηκε το 1877 και έμεινε γνωστός ως Γαυγιωτογιάννης, και την Ελένη, που γεννήθηκε το 1880.

Όταν πέρασε καιρός, η οικογένεια επέστρεψε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Λοχριά. Από τότε το επίθετο Μανουσάκης άλλαξε και ο Κωνσταντής ονομαζόταν πλέον Κρυοβρυσανός ή Κρυοβρυσανάκης, όπως τον φώναζαν οι χωριανοί. Από τα οχτώ τους παιδιά προέκυψε μια μεγάλη οικογένεια. Απέκτησαν εβδομήντα εγγόνια, τριάντα ένα κορίτσια και τριάντα εννέα αγόρια, από τα οποία δεκατρία έπεσαν υπέρ πατρίδας. Ακολούθησαν διακόσια εβδομήντα δισέγγονα, ανάμεσά τους κι εγώ που είμαι δισέγγονός του, τετρακόσια ογδόντα τρισέγγονα, τετρακόσια είκοσι τετρασέγγονα, ογδόντα πεντασέγγονα και πενήντα εξασέγγονα, δηλαδή συνολικά πάνω από χίλιους τετρακόσιους απογόνους

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΑΡΔΑΚΤΟ ΑΜΑΡΙΟΥ ΤΟ 1946

Ο παππούς μου, ο Γεώργιος, ήταν το τρίτο από τα οχτώ παιδιά της οικογένειας. Το 1900 εγκαταστάθηκε από τη Λοχριά στον Άρδακτο μαζί με τη σύζυγό του, τη Δέσποινα Κοκονά, και εκεί απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Στον Άρδακτο έζησαν αργότερα και ο πατέρας μου, ο Κωνσταντίνος, με τη μητέρα μου, την Ελένη, οι οποίοι απέκτησαν οχτώ παιδιά. Από αυτά εγώ είμαι το έκτο στη σειρά. Τρία παιδιά πέθαναν στη γέννα και ένα σε ηλικία οχτώ ετών

Ήταν 6 Δεκεμβρίου 1946. Η μητέρα μου μάζευε ελιές, περίπου ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό. Γύρισε στο σπίτι φορτωμένη και, λίγο αργότερα, με τη βοήθεια της μαμής, με γέννησε στον Άρδακτο. Χρόνια δύσκολα, χρόνια εμφυλίου και ο πατέρας μου δεν με δήλωσε αμέσως στα μητρώα. Έτσι, αργότερα και ύστερα από επίσημη διαδικασία στο Ειρηνοδικείο Αμαρίου, δηλώθηκα ως γεννηθείς στις 20 Μαρτίου 1947.

Το γάλα της μάνας μου ήταν λιγοστό και συχνά με βοηθούσε να τραφώ και άλλη λεχώνα του χωριού, όπως συνήθιζαν τότε. Οι γονείς μου ήταν αγρότες και από πολύ μικρό παιδί με έπαιρναν μαζί τους στα χωράφια. Στις ελιές και στο θέρος με έβαζαν σε ανάποδο σαμάρι ή μέσα σε έναν λάκκο που άνοιγαν πρόχειρα κι έστρωναν στον πάτο με ένα τσουβάλι, για να με έχουν κοντά τους όσο δούλευαν. Κάθε πρωί, πριν φύγουμε, τρώγαμε κανονικό φαγητό, κυρίως χοντροζούμι, τηγανίτες, κουκιά, μπακαλιάρο ή φρύσες. 

Μου έδωσαν το όνομα Ελευθέριος. Ο πατέρας μου ήταν οπαδός του Βενιζέλου και οι δύο νονές   λέγονταν Ελευθερίες, όπως και ο σύζυγος τους  Ελευθέριος. Σύμφωνα με το έθιμο της εποχής, οι γονείς μου δεν παρευρέθηκαν στη βάφτισή μου

ΑΠΟ ΕΠΤΑ ΕΤΩΝ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

Σε ηλικία μόλις επτά ετών, το 1953, θυμάμαι τον εαυτό μου να κουβαλά νερό με το λαήνι για τους εργάτες που δούλευαν στα έργα οδοποιίας του δρόμου Πλάτανος–Λοχριά.  Το ίδιο συνέβαινε και όταν χτίζονταν σπίτια. Τότε δεν υπήρχαν εργολάβοι ούτε συνεργεία όπως σήμερα. Όλο το χωριό βοηθούσε κι εμείς τα παιδιά τρέχαμε όπου μας χρειάζονταν.

Το 1954 έκανε την εμφάνισή του το πρώτο αυτοκίνητο στο χωριό. Ήταν ένα γεγονός αξέχαστο. Λίγο αργότερα ήρθε και η πρώτη μας εκδρομή στο Αρκάδι και στο Ρέθυμνο. Για πολλούς από εμάς ήταν η πρώτη φορά που βγαίναμε τόσο μακριά από το χωριό.

Η καθημερινότητα όμως δεν άλλαξε. Συνέχιζα να βοηθώ τους γονείς μου όπως μπορούσα. Φύλαγα το χόντρο στο δώμα για να μην τον πειράξουν οι γάτες, έφερνα νερό από τη βρύση του χωριού και φρόντιζα να ταΐζω και να ποτίζω τα ζώα.

Το πρώτο μου χαρτζιλίκι το κέρδισα με τρόπους που σήμερα ίσως φαίνονται απίθανοι. Σκότωνα μπουμπούρους που ενοχλούσαν τα μελίσσια και έπαιρνα μία δραχμή στους πέντε από έναν μελισσοκόμο του χωριού. Άλλες φορές, τον Μάρτη, όταν άφηναν ελεύθερες τις ελιές, μάζευα ό,τι είχε απομείνει για να τις πουλήσω. Με αυτά τα λίγα χρήματα αγόραζα χαλβά ή καραμέλες. Θυμάμαι μάλιστα έντονα τη στιγμή που κατάφερα να αγοράσω ένα μολύβι με ένα εκατομμύριο δραχμές.

Δέκα με δώδεκα  χρονών   διακοπές από το σχολείο για μένα δεν υπήρχαν. Από μικρός στη δουλειά. Με τις αδελφές μου πηγαίναμε τα ζώα για βοσκή. Φραχτά τότε δεν υπήρχαν κι ο φόβος από τον αμπελικό με το μούζικο (αγροφύλακα) ήταν πάντα μέσα μας.

Θυμάμαι καλά τον Μάη του 1959 που ο πατέρας δεν με έστειλε σχολείο, γιατί έπρεπε να φυλάω τα πρόβατα. Εκείνη τη μέρα έγινε ο μεγάλος σεισμός. Τα ζώα τρόμαξαν και γύρισαν μόνα τους στο σπίτι, αναστατωμένα. Το μεσημέρι, για να ξέρω πότε να γυρίσω, δεν είχα ρολόι. Μέτραγα τη σκιά μου κι όταν γινόταν τρία βήματα, ήξερα πως ήρθε η ώρα.   Έπινα νερό από το ποτάμι ή από τον αρολίθο. Κι όταν πεινούσα, έτρωγα απίδια, χαρούπια και μούρνα, ό,τι έδινε η γη.

Πήγαινα τις αίγες στον τράγο και σημείωνα την ημερομηνία, για να ξέρει ο πατέρας μου πότε θα γεννήσουν, ύστερα από πέντε μήνες. Είχαμε κι έναν ντανά, ταύρο μεγάλο, και για κάθε αγελάδα που μας έφερναν να ζευγαρώσει παίρναμε πέντε δραχμές. Ήταν κι αυτό ένα μεροκάματο για το σπίτι. Ο πατέρας μου έκανε καμίνι στον Ψηλορείτη κι εγώ κουβαλούσα νερό από ένα σπήλιο, το Συρρυάκι, για να σβήνουν τα κάρβουνα. Ύστερα τα φορτώναμε και τα πουλούσαμε στο Τυμπάκι. Μαζεύαμε ακόμα βελανίδια, χαρούπια κι ό,τι άλλο έδινε η γη.

Μαζεύαμε και έρωντα (δίκταμο από τους βράχους, χοχλιούς, χαρουπολάχανο από τις κουφάλες της χαρουπιάς. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο.Έτσι μεγαλώσαμε, με δουλειά και με ευθύνες από μικρά παιδιά.

ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΡΟΣ ΩΣ ΤΙΣ ΕΛΙΕΣ ΔΕΝ ΑΠΟΛΕΙΠΟΥΝ ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Τον καιρό του θερισμού μετέφερα τα στάχυα με τον γάιδαρο στις θεμωνιές. Θυμάμαι μια φορά που με έριξε κάτω και με πότιζαν πετιμέζι, να δουν αν είχα πάθει τίποτα. Έτσι κάνανε τότε.

Πριν το αλώνισμα μάζευα από τους δρόμους, σε κουβά, φρέσκες βουτσές από αγελάδες. Τις αραιώναμε με νερό και τις στρώναμε στο αλώνι, για να κάνει κρούστα και να μη φεύγει το χώμα. Τη δεκαετία του ’50 και του ’60 υπήρχαν σαρανταπέντε αλώνια στα δυο χωριά. Στο αλώνισμα καθόμουν πάνω στο βωλόσυρο και μιλούσα στα ζώα, να κρατούν τον ρυθμό:
«Γύρω γύρω, γιάντονε,
και τ’ άχυρα δικάντωνε».

Όλο αυτόν τον καιρό μέναμε στο αλώνι, ώσπου να φυσήξει για να λυχνίσουμε με το θρινάκι. Κι όταν τελειώναμε, σωριάζαμε το σιτάρι και περιμέναμε τον σουμπάση να το ζυγίσει και να πάρει το μουκατά, τον φόρο που αναλογούσε στο ένα δέκατο, τη δεκάτη. Ύστερα κουβαλούσα τα άχυρα στον αχεριώνα, για την τροφή των ζώων. Εκεί φιλοξενούσαμε και τους επισκέπτες μας τη νύχτα. Ό,τι είχαμε, το μοιραζόμασταν. Το άλεσμα το πήγαινα εγώ στον νερόμυλο  με τον γάιδαρο. Επίσης, εγώ πήγαινα και στο Μαγαρικάρι, δέκα χιλιόμετρα δρόμος, να φέρω τρόφιμα  όπως ρύζι, ζάχαρη, μπακαλιάρο και άλλα, τα οποία πληρώναμε με λάδι ή με κάρβουνα. 

Ύστερα ερχόταν η σειρά της μάνας μου: ζύμωμα στο σπίτι και ψήσιμο στον φούρνο μας. Στη Λοχριά και στον Άρδακτο υπήρχαν τότε είκοσι πέντε ιδιωτικοί φούρνοι.

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ- ΧΕΙΜΩΝΑ

Ο τρύγος στο χωριό μου γινόταν τον Σεπτέμβρη, γιατί οι περισσότεροι πηγαίναμε εργάτες στο Μαλεβίζι. Κι εγώ, σε ηλικία μόλις δώδεκα χρονών, δούλευα στον Άγιο Μύρωνα και έπαιρνα δεκατρείς δραχμές μεροκάματο. Στον δικό μας τρύγο μετέφερα τα σταφύλια στα πατητήρια και βοηθούσα και στο πάτημα. Πριν ανοίξει το σχολείο, έπαιρνα μέρος και στο ξεκόπρισμα των στάβλων, κουβαλώντας την κοπριά στον κήπο και στις ελιές, γιατί λιπάσματα τότε δεν υπήρχαν.

Ύστερα ερχόταν το χωμάτισμα στα δώματα με το λεπιδόχωμα και ο καθαρισμός από τις τσίτες, τα αγκάθια των ελιών. Πριν το όργωμα, οι γονείς αχυροτάιζαν τις αγελάδες, γιατί όλη μέρα έσερναν τον ζυγό και ήθελαν δύναμη. Έτσι περνούσε ο χρόνος. Από δουλειά σε δουλειά, από εποχή σε εποχή, με τα παιδιά να μεγαλώνουν πριν την ώρα τους και τη ζωή να μη χαρίζεται σε κανέναν.

Με ανυπομονησία περίμενα τα Χριστούγεννα για να πάρω το δώρο μου, που ήταν  μια φούσκα, ύστερα από το σφάξιμο του χοίρου. Να πω τα κάλαντα και να πάρω λάδι. Ήταν άλλα χρόνια. Όλα τα αδέλφια κοιμόμασταν στριμωγμένα πάνω στο σανίδι στον οντά και για αποχωρητήριο είχαμε τον στάβλο.

Ψυγεία δεν υπήρχαν. Τις τροφές τις φυλάγαμε σ’ ένα φανάρι. Τα τυριά τα κρατούσαμε στο λάδι, το χοιρινό το κάναμε σύγκλινο και το βάζαμε στο κουρούπι, τα απάκια κρέμονταν στο τζάκι και μοσχοβολούσαν καπνό. Σκουπίδια δεν είχαμε, αφού  τα υπολείμματα τα δίναμε στις κότες, στον χοίρο και στ’ άλλα ζώα. Τηρούσαμε αυστηρά τη Σαρακοστή, άλλωστε, κρέας τρώγαμε ελάχιστες φορές τον χρόνο. Σε ένα κουρούπι, θαμμένο κάτω από το χώμα της κουζίνας, βάζαμε τη μυζήθρα, που ανοίγαμε στις 14 Νοεμβρίου.

Στο χωριό υπήρχε ένα μοναδικο κοινοτικό τηλέφωνο.  Μια κεντρική βρύση έδινε το νερό σε όλους, και  από πάνω ο πλάτανος στον αμαξωτό  που αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης και κουβέντας κάτω από τη σκιά του.

1953 ΣΤΟ ΜΟΝΟΘΕΣΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ 40 ΜΑΘΗΤΩΝ

Το ΔΣ Λοχριάς ιδρύθηκε το 1924, καταστράφηκε από τους Γερμανούς και ξαναχτίστηκε το 1945 από τους κατοίκους. Βρισκόταν στο κέντρο του χωριού, νερό δεν είχε (υπήρχε μια κεντρική βρύση), για αυλή ήταν ο δρόμος  και για αποχωρητήριο   ένα διπλανό ρυάκι

Το 1953 γράφτηκα στην Α΄ τάξη. Ήμασταν έντεκα παιδιά στην τάξη μου, μέσα σε ένα σχολείο που συνολικά αριθμούσε σαράντα μαθητές. Πρώτος μας δάσκαλος ήταν ο Βαγγέλης Θαλασσινός. Δεν έμεινε όμως για πολύ. Από τον Γενάρη μείναμε χωρίς δάσκαλο και αναγκαστήκαμε να πηγαίνουμε καθημερινά στον Πλάτανο. Εκεί το σχολείο ήταν μεγάλο με 130  μαθητές, με δάσκαλο τον Κώστα Αλυσανδράκη, που ήταν και ιερέας.

Τον Μάρτη επιστρέψαμε ξανά στη Λοχριά με τη νέα δασκάλα μας, τη Σόνια Γασπαρη. Λίγο αργότερα, από το 1954 έως το 1959, ήρθε στο σχολείο μας ο Βασίλης Φρογάκης από τις Καμάρες. Ήταν ένας δάσκαλος ξεχωριστός, με γνώσεις σε όλα τα θέματα και όσοι τον ζήσαμε τον θυμόμαστε ακόμη με αγάπη. Το 1957 χτίστηκε το νέο διθέσιο σχολικό κτήριο. Λειτούργησε μέχρι το 2001, όταν τελικά συγχωνεύτηκε με το σχολείο του Πλατάνου.

Εκείνα τα χρόνια είχαμε και συσσίτια. Δύο μαθητές της ΣΤ΄ τάξης αναλάμβαναν να βράζουν το γάλα, που μοιραζόταν σε κυπελλάκια σε όλα τα παιδιά. Μαζί δίνονταν και λίγο τυρί. Για πολλά παιδιά αυτό το γάλα ήταν το μοναδικό ζεστό που έπαιρναν μέσα στη μέρα.

Τα παιδιά από τον Αρδακτο δεν γύριζαν στο σπίτι το μεσημέρι. Έμεναν στο σχολείο για να παρακολουθήσουν και το απογευματινό μάθημα. Παίζαμε αμάδες, χωστό, κουτσό, κυνηγητό, κολοκυθιά κ.α. Οι μικρότερες τάξεις γράφαμε σε πλάκες, ενώ οι μεγαλύτερες χρησιμοποιούσαν πένες με κονδυλοφόρο και μελάνι.

Η ζωή τότε ήταν δύσκολη. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε και το διάβασμα γινόταν το βράδυ με το φως του λύχνου. Το ρεύμα ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, το 1970 και άλλαξε σιγά σιγά την καθημερινότητά μας.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Κοιτάζοντας σήμερα πίσω, καταλαβαίνω πως εκείνα τα χρόνια, όσο δύσκολα κι αν ήταν, ήταν αυτά που μας έπλασαν. Η φτώχεια, η δουλειά από μικρά παιδιά, οι στερήσεις  δεν ήταν απλώς δυσκολίες.  Ήταν μαθήματα ζωής. Δεν είχαμε πολλά, μα μάθαμε να αρκούμαστε  στα λίγα και να τα σεβόμαστε.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Παιδικές αναμνήσεις δεκαετιάς 1950-1960

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ