ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Καλικωμένος (φορεί παπούτσια)

0

Ποτέ μου δεν το περίμενα ότι σήμερα η σκέψη μου θα πήγαινε πάλι στην πολύ παλιά εποχή. Στο μητρώο της κοινότητας μου είναι γραμμένο το ονοματεπώνυμο και το έτος γεννήσεώς μου το 1928. Αυτά μας είπε ο ηλικιωμένος που είναι σήμερα στην ζωή όταν πήγαμε να τον επισκεφτούμε για λίγη παρέα.

Αυτό συνηθίζανε τότε να πράττουν προς τους συγγενείς, τους φίλους, τους χωριανούς και προπάντων τους γειτόνους που ζούσανε πολλά χρόνια κοντά.

Αυτός είναι ο κ. Στέλιος που είδαμε σήμερα ότι του κάνανε παρέα η γυναίκα του, τα δύο παιδιά του και δύο από τα εγγόνια του. Ως μόνιμη παρέα έχει ημέρα και νύχτα το κρεβάτι του και το καρότσι του για λίγες ώρες. Όταν τον επισκεφτήκαμε, τον βρήκαμε να κάθετε στην άκρη του κρεβατιού του και κοντά του ήτανε το τραπέζι που έτρωγε το μεσημεριανό του φαγητό μαζί με τους συγγενείς του. Το τραπέζι ήτανε γεμάτο από εκλεκτό φαγητό και πολλά άλλα μεζεδάκια χωρίς να λείπουν η ρακή και το κρασί.

Όταν πήρε τέλος η εστίαση και με το κέρασμα που μας κάνανε, μείναμε μόνοι με παρουσία της γυναίκας του και της κόρης του. Ο κ. Στέλιος μας είπε: με το καρότσι πότε-πότε με βγάζουνε για λίγο στην αυλή αλλά δεν μπορώ να δω τον Βρύσινα που εκεί γύρω έβοσκα τα πρόβατά μας. Ήθελα αλλά δεν μπορώ τώρα που πλησιάζει του Αγ. Πνεύματος να πήγαινα ένα αρνί στην χάρη του και να έβλεπα γύρω-γύρω όλα τα χωριά.

Ήθελα ακόμα να έβλεπα τους βοσκότοπους μας και να άκουγα τις πέρδικες που κακαρίζανε και τα περδικάκια που πετούσανε. Συχνά έβρισκα περδικαύγουλα και μας τα τηγάνιζε η μάνα και τα τρώγαμε όλοι μαζί. Μάζευα σπαράγγια-χοχλιούς και γύριζα το βράδυ με γεμάτο το βουργιάλι. Δεν έχω κανένα παράπονο αφού μεγάλωσα και ζω ακόμα αυτό μου φτάνει που βλέπω τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Όλα αυτά τα χρόνια στον Βρύσινα στερήθηκα πολλά προπαντός τον χειμώνα. Ευτυχώς που είχα ράσο και προστατευόμουνα από τη βροχή και το κρύο και όπου έβρισκα μικρή σπηλιά χωνόμουνα μέσα για να μην βραχώ περισσότερο. Το πιο σπουδαίο που είχα στερηθεί ήτανε τα στιβάνια. Όταν μεγάλωσα για πρώτη φορά φόρεσα τα παλιά του αδελφού μου Γιώργη αλλά ήτανε τρύπια και έμπαινε μέσα νερό, μικρές πέτρες και μικρά ξύλα και δεν μπορούσα να σαλεύω. Όταν γύριζα σπίτι οι πατούχες των ποδιών μου τρέχανε αίματα, τα έπλενα με νερό και καθόμουνα στο τζάκι να ζεσταθούν.

Όμως σε λίγο καιρό πούλησε ο πατέρας μου τα αρνιά και είχαμε λεφτά. Μετά πήγε στην χώρα στον τσαγκάρη Λελεδάκη για να μου παραγγείλει καινούργια στιβάνια. Για να μην πάω και εγώ μαζί του γιατί έβοσκα τα πρόβατα η μάνα μου έφερε ένα κομμάτι άσπρο πανί και μου είπε να πατήσω επάνω με γυμνό το δεξί πόδι. Πήρεμαύρο κάρβουνο και το σημάδεψε γύρω-γύρω να το κρατά για να πάρει τα μέτρα. Πράγματι έτσι έγινε και μετά από ένα μήνα καλικώθηκα για πρώτη φορά με καινούρια στιβάνια.

Μετά από πολλά βιώματα του κ Στέλιου έχουμε να πούμε και από άλλους ηλικιωμένους ότι: την παλιά εποχή οι άνθρωποι στα χωριά τους διατηρούσανε εκτός από τα πρόβατα και άλλα ζώα που τα χρησιμοποιούσανε για την καλλιέργεια και την σπορά «αγελάδες» και για τις μεταφορές των αγαθών τους «άλογα-μουλάρια και γαϊδάρους». Επειδή τα άλογα και τα μουλάρια ήτανε βαριά ζώα και εκτελούσανε πολλές και βαριές μεταφορές τα πόδια τους από κάτω είχανε φθορές από τις πέτρες και τα ξύλα. Γι’ αυτό αναγκαζότανε να τα καλιγώνουν με πέταλα και στα τέσσερα πόδια για την προστασία τους.

Πρέπει να προσθέσουμε για πλήρη ενημέρωση σε όλους ότι: την παλιά εποχή τα παπούτσια που φορούσανε ήτανε τα σκαρπίνια, τα κοντά στιβανάκια και τα μεγαλύτερα για τους μεγάλους. Αυτοί που είχανε πολλά λεφτά και ήτανε μερακλήδες φορούσανε στιβάνια πολύ ακριβά που φθάνανε κάτω από το γόνατο. Ακόμα οι άνδρες όταν παντρευότανε τα φορούσανε με συνοδεία ακριβής γκιλότας μαύρο πουκάμισο και κρουσάτο άσπρο μανδήλι στο κεφάλι.

Ακόμα και άλλος ένας ηλικιωμένος μας είπε: ότι στα χωριά τους ήτανε ορισμένοι που είχανε πολλά πρόβατα και παίρνανε βοσκούς για να τα βόσκουν. Είχανε την υποχρέωση να τους διαθέτουν ράσο να τους καλικώνουν, να τους ταΐζουν και να τους δίνουνε κάθε χρόνο πέντε αρνιά σακασμένα. Ο ίδιος είπε και για ένα αστείο που είχανε κάνει μεταξύ τους με ένα βοσκό. Όταν αυτός τον χειμώνα γύρισε στο σπίτι του τα στιβάνια του ήτανε μούσκεμα από το νερό. Τα έβγαλε και τα κρέμασε ανάποδα στην αυλή για να στεγνώσουν. Ένας χωριανός που περνούσε τα είδε και πήρε το ένα να το κρύψει στο καφενείο για να του κάνουνε πλάκα. Όταν βγήκε να τα πάρει για να πάει και αυτός ήτανε μόνο το ένα. Κατάλαβε ότι το πήρανε οι χωριανοί που είναι στο καφενείο. Όταν τον είδανε με το ένα όλοι γελούσανε. Δεν θύμωσε γιατί συχνά μεταξύ τους κάνανε αστεία για να περνάει η ώρα τους. Του δώσανε το στιβάνι και τον κεράσανε μία κούπα κρασί να ζεσταθεί.

Σήμερα που υπάρχουν πολλά είδη παπουτσιών, οι νέοι τα στιβάνια δεν τα προτιμούν. Μόνο οι λίγοι κτηνοτρόφοι των ορεινών χωριών τα φορούν και οι διάφοροι σύλλογοι που κάνουν την εμφάνιση τους στις εθνικές γιορτές και στα πανηγύρια των χωριών και έρχονται στις μνήμες όλων το καλίκωμα της παλιάς εποχής. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λίγα άλογα που διατηρούν ορισμένοι και συμμετέχουν όπως παραπάνω για να θυμούνται το πετάλωμα που τους κάνανε για να έχουν την δύναμη να προσφέρουν την εργασία που είχε ανάγκη ο άνθρωπος.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ