ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΑΠΟΨΕΙΣ

Παιδεία, αναδιοργάνωση και ελλείψεις

0

Η αναδιοργάνωση αυτή παρατηρούμε – όπως δυστυχώς ήταν και αναμενόμενο – ότι αφορά κυρίως σε δύο στόχους: την εξοικείωση μαθητών και καθηγητών με τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας και την επαγγελματική κατάρτιση, και πάλι με «εκσυγχρονιστικό» προσανατολισμό.

Έχει γίνει επίσης αναφορά σε ανανέωση των παρεχομένων γνώσεων, πράγμα απαραίτητο.

Όλα αυτά κατ’ αρχάς σίγουρα μας βρίσκουν σύμφωνους, αν και χρειάζονται προσοχή, για να μην οδηγηθούμε στην κατάχρηση της τεχνολογίας με τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγεται. Ελπίζουμε να θυμάται ακόμη ο κ. υπουργός μία αποστροφή του λόγου του, που – όπως προέβλεψε και ο ίδιος – όντως μας έκανε εντύπωση: ότι «ο ρόλος της τεχνολογίας είναι καθοριστικός… (αλλά) δεν είναι ο πρωταγωνιστικός. Ο πρωταγωνιστικός είναι άλλος. Και όταν γυρνάμε πίσω και σκεφτόμαστε τα δικά μας χρόνια στο σχολείο δεν θυμόμαστε κανένα μηχάνημα και κανένα κτήριο. Τους δασκάλους μας θυμόμαστε και τους καθηγητές μας». Καλό είναι λοιπόν να έχουν την προσοχή της Πολιτείας οι δάσκαλοι και οι καθηγητές και ως προς τα πρακτικά προβλήματά τους, και να μην αντιμετωπίζονται μόνον ως υποδοχείς διαρκών επιμορφώσεων.

Παρατηρούμε ωστόσο την απουσία αναφορών σε ορισμένα ζητήματα, τα οποία θα θέλαμε να επισημάνουμε, προ παντός σε ό,τι αφορά στην προσχολική αγωγή και την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπως:

(α) Η διάπλαση του χαρακτήρα των μαθητών και μάλιστα με άξονα το αξιακό σύστημα του δικού μας πολιτισμού (αν φυσικά το υπουργείο Παιδείας και σύσσωμη η κυβέρνηση θεωρεί ότι σε αυτόν τον τόπο υπάρχει πολιτισμός, μη εισαγόμενος έξωθεν, πέρα από τα μουσεία – πολιτισμός μάλιστα με διαχρονικά κοινωνικά και μορφωτικά αγαθά).

(β) Η μείωση της έμμισθης φροντιστηριακής στήριξης, η οποία επιβαρύνει τους μαθητές με υπέρογκο φόρτο εργασίας και τις οικογένειές τους με δυσβάστακτες δαπάνες. Το πρόβλημα αυτό οφείλεται στις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος και ιδιαίτερα του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, απαιτήσεις αποστήθισης και στείρας αναπαραγωγής τεράστιου όγκου πληροφοριών, χωρίς εντέλει κανένα αντίκρισμα σε μόρφωση. Παρά την εξαγγελία της αντικατάστασης των βιβλίων με νέα, που υποτίθεται ότι θα προάγουν τη διερευνητική μάθηση, δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι στον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που είναι η κυριότερη αιτία της επιβάρυνσης αυτής.

(γ) Η κάλυψη των θέσεων του εκπαιδευτικού προσωπικού με μόνιμους εκπαιδευτικούς.

(δ) Το στεγαστικό πρόβλημα εκπαιδευτικών και φοιτητών, που υποχρεώνονται να μετοικήσουν εκτός της πόλης τους.

Θεωρούμε ορθό να υπογραμμίσουμε ως πέμπτο ζήτημα (αν και συνιστά συνέπεια του α) το πρόβλημα της αυξημένης παραβατικότητας εντός των σχολικών κοινοτήτων, που δυστυχώς ορισμένες φορές αγγίζουν τα όρια της εγκληματικότητας! Ο κ. υπουργός αναφέρθηκε έμμεσα σε αυτό, μιλώντας για έμφαση στην «αντιμετώπιση του bullying», «με άμεσα μέτρα, ειδικούς στο πεδίο, και σύγχρονη αντιμετώπιση». Φυσικά, το «bullying» (ας μας επιτραπεί να το θέσουμε έτσι) δεν είναι το πρόβλημα, αλλά το σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι η διάπλαση του ήθους των παιδιών μας, εξ απαλών ονύχων, και αυτό είναι κάτι πολύ βαθύτερο, που αφορά στο ίδιο το κέντρο βάρους της παρεχόμενης Παιδείας και βεβαίως τον προσανατολισμό της αυριανής κοινωνίας.

Θα αναφερθούμε επί του παρόντος μόνο στα ζητήματα γ και δ.

 

Όσον αφορά στο (γ). Η κάλυψη των θέσεων διδακτικού προσωπικού οφείλει να γίνεται με μόνιμους εκπαιδευτικούς. Αναπληρωτές πρέπει να τοποθετούνται μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, όπως π.χ. σε περίπτωση απουσίας ενός εκπαιδευτικού στη μέση της χρονιάς για σοβαρούς λόγους.

Με αναπληρωτές και μάλιστα «μακράς διαρκείας», πώς θα δομήσεις ισχυρό εκπαιδευτικό σύστημα; Ανθρώπους που δεν ξέρουν αν θα εργάζονται του χρόνου και σε ποια άκρη του χάρτη θα τους έχει πετάξει το υπουργείο Παιδείας;

Ο υπουργός Παιδείας εξαγγέλλει: «Επιστρέφουμε στην κανονικότητα, σταδιακά, ως προς τη στελέχωση των σχολικών μονάδων με προσωπικό αυξανόμενα μόνιμο, με 4 έως 5 χιλιάδες νέες προσλήψεις το χρόνο, ενώ βελτιώνουμε τις απολαβές των εκπαιδευτικών μας στο πλαίσιο των αυξήσεων των δημοσίων υπαλλήλων που ανέφερε ο Πρωθυπουργός προχθές» (https://www.esos.gr/arthra/83975/oi-25-exaggelies-toy-k-pierrakaki-gia-tin-paideia-apo-vima-tis-voylis).

Περιμένουμε να δούμε την υλοποίηση αυτής της εξαγγελίας στην πράξη. Προς το παρόν, βλέπουμε μεγάλες ελλείψεις, ιδίως στους συναδέλφους της παράλληλης στήριξης. Πρόσφατα εξετέθη η υφυπουργός Παιδείας Δόμνα Μιχαηλίδου μιλώντας για το θέμα. Ερώτηση για το θέμα έθεσε στη Βουλή η ΝΙΚΗ διά στόματος του βουλευτή Θεσσαλονίκης Νικ. Παπαδόπουλου.

Χρειάζονται μόνιμοι εκπαιδευτικοί, όχι μόνο καλά καταρτισμένοι στα ζητήματα της επιστήμης τους, αλλά και επαρκώς αμειβόμενοι, ώστε να απολαμβάνουν συναίσθημα ασφάλειας, εμπιστοσύνης προς την Πολιτεία και αυτοσεβασμό.

Κάθε εργαζόμενος είναι πρέπον να αμείβεται με βάση τις δυσκολίες της εργασίες του, αλλά και τη σημασία της για τον τομέα, στον οποίο υπάγεται, συμπεριλαμβανομένων βέβαια και των αναγκών του ίδιου του εργαζόμενου. Ο εκπαιδευτικός όλων των βαθμίδων είναι ο άνθρωπος που καλείται να διαμορφώσει το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, ούτε αμείβεται, ούτε γενικότερα αντιμετωπίζεται από την Πολιτεία ανάλογα με τη σημασία του έργου που καλείται να επιτελέσει.

Μόνιμοι, και μάλιστα τοποθετημένοι όσο το δυνατόν πιο κοντά στον τόπο κατοικίας τους, για να μην υποχρεώνονται να ξενιτευτούν και να μην έχουν φυγόκεντρες τάσεις εκεί όπου θα τοποθετούνται. Να μην είναι οι εκπαιδευτικοί διαρκώς με μια βαλίτσα στο χέρι και τα παιδιά να μην υποχρεώνονται να αλλάζουν κάθε χρόνο καθηγητές και δασκάλους.

Σημειώνουμε ότι υπάρχουν χιλιάδες αναπληρωτές, που διαθέτουν ήδη προϋπηρεσία και εκπαιδευτική πείρα και οι οποίοι, σύμφωνα με τη λογική, είναι σωστό να μετατραπούν σε μόνιμους, ώστε αμέσως μεγάλος αριθμός κενών θέσεων θα καλυφθεί.

 

Όσον αφορά στο (δ). Ένα δεύτερο πρόβλημα, για το οποίο δεν βλέπουμε να μεριμνά το κράτος, είναι το πρόβλημα της στέγης εκπαιδευτικών και φοιτητών:

α) Παράλογες απαιτήσεις ενοικίων, δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με τις προσφερόμενες κατοικίες,

β) υποχρεωτική προσωρινή έξωση το καλοκαίρι για μετατροπή της κατοικίας σε τουριστικό κατάλυμα βραχυχρόνιας μίσθωσης.

Πώς θα μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα;

Είναι δύσκολο και ίσως αθέμιτο να επιβάλει το κράτος στον πολίτη να μη μετατρέπει ένα διαμέρισμα σε τουριστικό κατάλυμα. Μπορεί βέβαια να επιβάλει ως δικαίωμα του ενοικιαστή να μην εκβάλλεται έξω για αυτό το λόγο. Τότε δυστυχώς κάποιοι συμπολίτες μας οπωσδήποτε θα παρακάμψουν τον νόμο υπογράφοντας διαδοχικά 9μηνα ενοικιαστήρια... Είναι λοιπόν και θέμα φιλότιμου, ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας από πλευράς του πολίτη, ο οποίος καλό είναι να μη βλέπει ως αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης τον εκπαιδευτικό λειτουργό (που έρχεται για να μάθει γράμματα στα παιδιά του ή στα παιδιά της πόλη του και της περιοχής του) και τον φοιτητή, που αποτελεί τον αυριανό επιστήμονα – και αυτό επίσης είναι πάλι θέμα παιδείας. Όμως εντέλει πρέπει να μεριμνήσει το κράτος. «Το φιλότιμο δε φτάνει για να πάει κανείς μπροστά»...

Βεβαίως, το ότι τα ενοίκια είναι δυσβάστακτα οφείλεται πρωτίστως στην εξαθλίωση (ή, όπως λέμε σήμερα, «φτωχοποίηση») του ελληνικού λαού, ο οποίος αδυνατεί να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους οικονομικές απαιτήσεις, έχοντας πέσει θύμα της οικονομικής πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων, που κατόρθωσαν να μετατρέψουν την Πολιτεία από στοργική μητέρα στην κακιά μητριά των παραμυθιών! Αυτή είναι η ρίζα του προβλήματος και το βασικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Ας δούμε όμως τι μπορεί να γίνει για την άμεση ανακούφιση του στεγαστικού προβλήματος εκπαιδευτικών και φοιτητών…

Για μεν τους εκπαιδευτικούς, πρωτίστως πρέπει να τοποθετηθεί σε όλες τις κενές θέσεις μόνιμο προσωπικό και με βασικό κριτήριο για την τοποθέτηση την εντοπιότητα, όπως προαναφέραμε. Είναι εύλογο να καταρτίζεται κατάλογος διοριστέων ανά Περιφέρεια και, αφού εξαντληθούν οι υποψήφιοι, να προχωρούμε στη διπλανή Περιφέρεια κ.ο.κ. Αυτό θα συντελέσει στη μείωση της «εξορίας» εργαζομένων μακριά από την οικογένειά τους, την οποία παρατηρούμε και η οποία προκαλεί στη ζωή τους μια επιπλέον δυσχέρεια.

Για όσους όμως ακόμη και τότε αναγκαστικά θα μετοικούν, οφείλει να αποκτήσει το κράτος ιδιόκτητες κατοικίες και να τους τις διαθέτει για όσο θα βρίσκονται στην περιοχή διορισμού τους, όπως γίνεται στην περίπτωση των στρατιωτικών.

Και αν απλώς ανακοινωθεί αυτό, πολύ δε περισσότερο αν αρχίσει να εφαρμόζεται, ίσως χαμηλώσουν τα ενοίκια και λυθεί το πρόβλημα πολύ ευκολότερα απ’ όσο νομίζουμε.

Υπενθυμίζουμε ότι έχουν βρεθεί χώροι κατ’ επανάληψιν για τη στέγαση μεταναστών. Βέβαια τα κονδύλια τότε προέρχονταν από την Ε.Ε. Τώρα ας εξασφαλίσει η Πολιτεία δικά της χρήματα (δηλαδή δικά μας, τα οποία ευχαρίστως θα διαθέσει κάθε ευσυνείδητος πολίτης από τους φόρους που ΗΔΗ πληρώνει) για τα δικά της παιδιά.

 

Για τους φοιτητές:

Στο ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Στρατή Ηλιάκη «Φοιτητικές εστίες ελάχιστες, απομακρυσμένες και επί πληρωμή», ιστοσελίδα «Η εποχή», 5 Μαρτίου 2023, συνοψίζονται σημαντικές πληροφορίες για το ζήτημα που εξετάζουμε:

«Συνολικά, σε όλη τη χώρα διατίθενται αυτή τη στιγμή περίπου 13.000 κλίνες σε φοιτητικές εστίες, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιδρύματος Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει την κατασκευή 8.150 νέων κλινών σε φοιτητικές εστίες πέντε πανεπιστημίων της χώρας. Επομένως, όταν -και αν- δημιουργηθούν αυτές οι κλίνες, θα φτάσουμε περίπου τις 21.000.

Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπολογίζεται ότι έχουμε περίπου 400.000 προπτυχιακούς φοιτητές. Εξαρχής, αντιλαμβανόμαστε πως οι φοιτητικές κλίνες στη χώρα αφορούν ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό φοιτητριών.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2022, ζει στα όρια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού το 28,3% του πληθυσμού (765.372 νοικοκυριά). Η ακρίβεια έχει εκτινάξει τις τιμές των ενοικίων. Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο κόστος στέγασης στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2021. Οι δαπάνες στέγασης στην Ελλάδα ανέρχονταν στο 34,2% του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, έναντι 18,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι φοιτητές σπουδάζουν και εργάζονται για να τα βγάλουν πέρα. Συχνά ακόμα κι αυτό δεν αρκεί.

Τον Μάιο 2022, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συζήτηση με νέα άτομα, εξήγγειλε την κατασκευή φοιτητικών κλινών, με Σύμπραξη Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, έναντι ενοικίου! Στην Αθήνα, το τεράστιο αυτό πρόγραμμα ξεκινά με τη δημιουργία φοιτητικών εστιών αρκετά μακριά από τις σχολές, δίχως να εντάσσεται σε μία ευρεία συζήτηση αναδιαμόρφωσης του κέντρου της Αθήνας και αξιοποίησης δεκάδων άδειων κτιρίων».

 

Η αύξηση των κλινών φοιτητικής στέγης είναι απαραίτητη, καθώς και η ανακαίνιση των ήδη υπαρχόντων φοιτητικών εστιών. Η στέγαση των φοιτητών πρέπει να είναι δωρεάν, με διευρυμένα κριτήρια για τον εξαθλιωμένο και καθημαγμένο από τους κρατικούς χειρισμούς της οικονομίας ελληνικό λαό.

Υπάρχουν δεκάδες κρατικά κτήρια, που μπορούν να αξιοποιηθούν, ενώ σε χώρους εντός των πανεπιστημίων ανά την Ελλάδα μπορούν να ανεγερθούν νέες εστίες.

«Στο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν δεκάδες άδεια ακίνητα δημοσίου που αναμένεται να αυξηθούν, εάν προχωρήσει και το σχέδιο μεταφοράς των υπουργείων εκτός του Δήμου Αθηναίων. Είναι αξιοσημείωτο, πως ο Δήμος Αθηναίων εναντιώνεται -προς το παρόν- στην απομάκρυνση των υπουργείων θέτοντας προβληματισμούς για την μετέπειτα αξιοποίηση “127 τσιμεντένιων κουφαριών”» (από το προαναφερθέν ρεπορτάζ).

Αλλά είναι δυνατόν να δοθούν και κίνητρα στους ιδιοκτήτες για την ενοικίαση κατοικίας σε φοιτητές (ή και σε εκπαιδευτικούς), όπως για παράδειγμα φορολογικά κίνητρα. Βεβαίως, με νομοθετικό καθορισμό λογικών κριτηρίων για τις τιμές των ενοικίων, ανάλογα με την προσφερόμενη στέγη και τις παροχές της, προς αποφυγή της αισχροκέρδειας.

Το μόνο που σίγουρα δεν προτείνουμε είναι η ειδική επιδότηση των ενοικίων φοιτητών και εκπαιδευτικών, γιατί τότε το κράτος (όπως έκανε πάμπολλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν) θα πληρώνει από το δημόσιο ταμείο – δηλαδή από τους φόρους των πολιτών του – τη διαιώνιση της αισχροκέρδειας. Ήδη υπάρχει επίδομα ενοικίου, και είναι όντως απαραίτητο για χιλιάδες οικογένειες, το οποίο όμως κινείται στα πλαίσια των επιδομάτων φτώχειας που παρέχει το κράτος αντί να φροντίσει να εξαλείψει τη φτώχεια.

Η κοινωνία ωφελείται μακροπρόθεσμα όταν βλέπει τον εκπαιδευτικό και τον φοιτητή ως πολύτιμους θησαυρούς για το παρόν και παρακαταθήκες για το μέλλον.


 

Θεόδ. Ι. Ρηγινιώτης

Θεολόγος

Υπεύθυνος της Θεματικής Ομάδας Πολιτισμού της ΝΙΚΗΣ

Μέλος της Θεμ. Ομάδας Παιδείας

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ