ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Αργώ ή Πλους Αερόστατου του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Η ναύς –διότι πρόκειται περί νηός- διέσχιζε το πέλαγος εν ώρα αγαθής συμπνοίας των στοιχείων, ενώ ο ήλιος ανήρχετο εις το σημείον εκείνο του στερεώματος, από το οποίον, το φως πίπτει κατά τοιούτον τρόπον, ώστε αι σκιαί να καθίστανται βαθμήδον βραχύταται και εν τέλει να εκμηδενίζωνται σχεδόν ολοσχερώς.

Όλοι οι άνδρες της ξηράς ή της θαλάσσης –στρατιώται, κωπηλάται, ναύται, σηκώθηκαν και αρπάζοντας τας κώπας, σαν βιαστικοί λαθρέμποροι λεμβούχοι, ή, όπως αρπάζουν τα δόρατα οι αφυπνιζόμενοι αποτόμως, εν καιρώ νυκτός, από αμέσως επικείμενον κίνδυνον, Ρωμαίοι των παραμεθορίων λεγεώνων, έτσι και αυτοί, Αργοναύται της πρώτης στιγμής, Αργοναύται των ηρωικών χρόνων, ήρχισαν να λάμνουν γρήγορα.

Πέρασαν άτρωτοι τας Συμπληγάδας με βαθύτατους στεναγμούς ανακουφίσεως. Αλλά τα πράγματα αυτά, δεν εσταμάτησαν εδώ. Όλοι αυτοί οι άνδρες, άλλοι ξανθοί, άλλοι μελαχροινοί, άλλοι πυρρότριχες (κρεατοφάγοι ή χορτοφάγοι), όλοι αυτοί, έφθαναν μέχρι των ημερών μας, και εν Ελλάδι και εν Κολομβία, σαν τις σταγόνες της βροχής.

Ο Ντον Πέτρο Ραμίρεθ

Ο ντον Πέτρο εκοίταξε την κόρη του με άπειρη τρυφερότητα. Αλλά καθώς την παρετήρει, το βλέμμα του καρφώθηκε στα λουλούδια που κρατούσε στο χέρι της, και αμέσως έγινε αυστηρό, και δύναμαι να προσθέσω, χωρίς φόβον μήπως πέσω έξω, έγινε συνάμα ζηλότυπον.

Τα λουλούδια αυτά, του εφαίνοντο ερωτικά, παρμένα αναντιρρήτως «από χέρι». Και άλλα μεν, τα πιο κλειστά, του εφαίνοντο σαν γεννητικά όργανα σφικτά και σχεδόν άτριχα, ηδυπαθών παρθένων κορασίδων, άλλα δε, τα πιο ανοικτά, σαν όργανα γεννητικά ερωτευμένων γυναικών και λάγνων διακορευμένων νεανίδων, με όλην την απαλήν, αλλά συγχρόνως δονουμένην τρυφερότητα των πετάλων συγκλίνουσαν, όπως τα χείλη του γυναικείου ερωτικού οργάνου.

Όπως οι κραδασμοί και οι πόθοι των ανδρών, όπως τα ορμέμφυτα και οι λογισμοί των εραστών,προς την ροδαλήν, ή κοκκινωπή, ή ζωηρώς κατέρυθρον βαθύτητα του ασπαίροντος κέντρου της ηδονής των ακραιφνών θηλέων, σε προσδοκίαν δεκτικήν, σε προσδοκίαν φρίσσουσαν, εμπρός εις την απάντεχη είσδυσι, την λυρική και γαυριώσα, των παλλομμένων, δυνατών και ολόρθων, πορφυρών σπερπαγωγών στημόνων.

Ισαβέλλα Ραμίρεθ

Η καημένη η Ισαβέλλα η γυναίκα του. Ίσως να έφταιγε αυτός, πολύ περισσότερο από όσο νόμιζε ο κόσμος, για τον πρόωρο θάνατό της. ίσως η πάθησίς της, να μην την είχε εξολοθρεύσει, αν δεν είχε και τον άλλον, τον τόσο βαθύ καημό. Άρρωστη, φθισική όπως ήτο, πρέπει να υπέφερε πολύ περισσότερο από άλλες γυναίκες, από τη φλογερή της ζήλεια, κάτω από την αδιατάρακτη επιφάνεια μιας ψυχράς υπερηφάνειας…

Ο ντον Πέτρο ωστόσο, εσκέφθη, όσο σκληρά και αν ήτο η τύχη της Ισαβέλλας, μπορούσε να ζήσει ολόκληρη ζωή φορώντας προσωπείον; Στέκει να υποκρίνεσαι, να λες, «Σε αγαπώ», να κάνεις τον ερωτευμένο, σε μια γυναίκα που έπαυσες να αγαπάς; Είναι τάχα σωστό, να παριστάνεις το μικρό και κελαρύζον ποταμάκι, όταν έχεις τον Αμαζόνιο στο στήθος σου. Αλήθεια, υπάρχουν τρομεροί καημοί και φοβερά δεσμά! Και υπάρχουν άνθρωποι για να τα φέρουν και άνθρωποι για να τα σπαν! Αλήθεια, αλήθεια, τι ωραία που είναι όλα να τα βλέπεις και όλα να τα απολαμβάνεις, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!

Ο ντον Πέτρο έβλεπε τώρα να κυλά μπροστά του ένας τεράστιος ποταμός, ένας ποταμός. Η κοίτη του βαθειά, διασχίζουσα ατέρμονες πεδιάδες και πραιρίες, ενώ σε άλλα σημεία, ωρμούσε μεταξύ απορρώγων και κατακορύφων βράχων, ή διασωδών ορέων, ενίοτε κορυφουμένων εις αλληλουχίας πανύψηλων ηφαίστειων, εν μέσω βλαστήσεως τροπικής εκ πλατυφύλλων ή κωνοφόρων δένδρων παμμεγίστων, κάτω από τα οποία, τυλίσσονται και εκτυλίσσονται κόβραι και πύθωνες και βόαι, και περπατούν βελούδινα, ή στέκονται ν’ αφουγκρασθούν, μέλαιναι πούμαι, ή γοργόσκιρτοι ιαγουάροι, ενώ, υπεράνω, πετούν και διασχίζουν τον αέρα μυριόχρωμα βεγγαλικά πουλιών του παραδείσου.

Και, ενώ το ύδωρ έρρεεν, έτσι ή αλλοιώς, χαρμόσυνον και διαυγές, ή σκοτεινόν και πλήρες πηκτής ιλύος, ανάλλαχτος πάντοτε και παντού, μέσα στις άπειρες εναλλαγές της φύσεως, διά μέσου της οποίας έρρεεν, σε όλες τις όχθες του, και στις χαρούμενες και φωτεινές, και στις στυγνές και ερεβώδεις, επάνω απ’ όλα πρόβαλε, με γέλια και με ιαχές, ότε μεν χλιμιντρίζοντας, οτέ δε αλαλάζων, ο Μέγας Πάνας κορυβαντιών, με το μεγάλο πέος του παντοτεινά εν στύσει.

Ο ντον Πέτρο ένοιωθε μέσα του γαλήνην. Δεν έφταιγε αυτός καθόλου, για τον πρόωρο θάνατο της Ισαβέλας. Έτσι τον έφτιαξε ο εν σοφία τα πάντα ποιών – δηλαδή πολύ καλά. Την Ισαβέλλα την αγάπησε πολύ. Έπειτα αγάπησε πολλές άλλες γυναίκες. Έτσι τον έφτιαξε ο Θεός. Μακάρι να ήσαν περισσότεροι άνδρες σαν και αυτόν!... Αμήν!

Η κόρη του ντον Πέτρο, Καρλόττα

Κάτω από το δέντρο λαχάνιαζε από χαράν η Καρλόττα, με την ακράδαντη βεβαιότητα, με την ακλόνητη πεποίθησι ότι αυτός ο χώρος, ο πλήρης πασιφανών σαρκοπετάλων λουλουδιών, ήτο απολύτως ιδικός της, όπως ήτο απόλυτα ιδική της, η μυστηριακή, η πλήρης καρμινοχρόων κραδασμών, η βαθύκολπος, χυμώδης και θερμή, του απαλού, του γλυκυτάτου της αιδοίου χώρα.

Μια αύρα ελαφρά, έκαμνε τα φύλλα να θροΐζουν, ενώ η Καρλόττα, ακουμπισμένη στον κορμόν του μεγάλου δέντρου, ητένιζε τον ουρανόν, με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, ως νεαρά μήτηρ θεού προσευχομένη, με έκφρασιν ανεκλαλήτου ηδονής στο προσωπόν της. ολόκληρος ο πέριξ χώρος ευωδίαζε όσον θα ευωδίαζε και εν θερμοκήπιον κατάκλειστον, με πάμπολλα και εντόνως μυροβόλα άνθη.

Αίφνης γδούπος βελούδινος βαρύς και ποδοβολητό γοργό αλόγου ξάφνιασε τα πουλιά και αναστάτωσε την πανταχού διάχυτον γαλήνην. Ένας ίππος λευκός, λευκός στο χρώμα και λευκός απ’ τον αφρόν του δρόμου, με καβαλλάρη ενδεδυμένον με λευκά υφάσματα βεδουίνου, εστάθη μονομιάς ενώπιον της Καρλόττας.

Ο ιππεύς, του οποίου το πρόσωπον δεν εφαίνετο υπό τον κεφαλόδεσμον, αλλά εφαίνοντο μονάχα οι οφθαλμοί, με μίαν κίνησιν αστραπιαίαν, έσκυψε υπό τους κλάδους του πλατύφυλλου δένδρου, και αρπάζοντας την κόρην από την μέσην, την έσυρε επί του κέλητος.

Ο καβαλάρης, υπό μεγάλον καύσωνα, διέσχιζε τώρα μίαν έρημον εκτεταμένην, οτέ μεν ανερχόμενος, οτέ δε κατερχόμενος λοφίσκους άμμου χρυσιζούσης, και, που και που, καλπάζων επί τι διάστημα εις εκτάσεις, τας οποίας διέχοντο πάλιν αμμώδεις πτυχώσεις και κυματισμοί του εδάφους, με κατεύθυνσιν προς ανατολάς, κρατώντας πάντοτε την Καρλότταν σφικτά από την μέση.

Πριν όμως περάσει ακόμη πολλή ώρα, και πριν εμφανισθή η παραμικρά σκιά, ή έστω και ίχνος οάσεως τινός, ο απαγωγεύς σταμάτησε το άλογό του απότομα στην μέση της ερήμου, και αφίνοντας την Καρλόττα να γλιστρήση επί της άμμου, επέζευσε και αυτός. Έπειτα ξάπλωσε την κόρη κατά γης, και αφού ανέσυρε το φόρεμά της έως την μέση, ανέβηκε επάνω της. Μια γοερά κραυγή, που την διεδέχθη ευθύς οξύ χλιμίντρισμα του αλόγου, έσχισε τον αιθέρα.

Σε λίγο, η Καρλόττα έπαυσε τας γοεράς κραυγάς. Γλυκύτατοι στεναγμοί ηδονής εξέφευγαν τώρα από τα χείλη της, ενώ και κινήσεις του ιππεύοντος αυτήν ανδρός, καθίσταντο ολονέν ταχύτεραι. Αίφνης, ο καβαλλάρης σήκωσε ολίγον την κεφαλήν του, διά να ιδή το πρόσωπον της ασπαιρούσης νεανίδος, της οποίας η έκφρασις ήτο εκστατική, όπως και πρό ολίγου, όταν, ακουμπισμένη στον κορμόν του δέντρου, ητένιζε τον ουρανόν με τα μάτια της άνω εστραμμένα.

Το πέταγμα τ’ αερόστατου «Αργώ»

Αι τελευταίαι προετοιμασία: είχαν συμπληρωθή για το πέταγμα της Αργώς και η ογκώδης, ολοστρόγγυλη και πλήρης υδρογόνου σφαίρα, προσδεδεμένη με μίαν δωδεκάδα σχοινίων, επί ενός αναπεπταμένου πεδίου, πλησίον των προαστείων της πρωτευούσης, ανέμενε την ώραν της απογειώσεως.

Πραγματική θύελλα ενθουσιασμού εξέσπασε, και αι επευφημίαι του πλήθους έφθαναν μέχρι του ελευθερωθέντος αερόστατου και το προέπεμπαν κατά την πρώτην ταύτην φάσιν της ανώσεώς του. Σπανίως ο ενθουσιασμός του λαού αυτού είχε φθάσει εις τοιαύτην έντασιν.

Το πλήθος, δύναταί τις να είπη, εζητωκραύγαζε τώρα, όπως και κατά τας ημέρας που επλάθοντο εν Κολομβία και εις τας ομόρους επικρατείας, οι θρύλοι και η δόξα των χωρών αυτών, γύρω από τα έργα και τας πράξεις του ελευθερωτού και εν θριάμβω θεμελιώσαντος τας πολιτείας αυτάς και το αγλαόν των μέλλον, γύρω από τα έργα και τας πράξεις του Μπολιβάρ, του ενδόξου τούτου ήρωος της Νοτίου Αμερικής και προγόνου του μεγάλου ημών Ελληνοαλβανού ποιητού και ζωγράφου Νικολάου Εγγονόπουλου.

Και όπως μια θάλασσα, που τρικυμιωδώς κοχλάζει, σηκώνεται, φουσκώνει και ουρλιάζει, μαστιζομένη από άνεμον ισχυρόν, που πνέει με πάθος ταύρου επιπίπτοντος κατά πανίου ερυθρού, ή κατά κοιλίας ίππου ή ταυρομάχου, εν ώρα κορρίσας λαμπρυνομένης από τους σειομένους και ριπτομένους πίλους και από τας ιαχάς των εξάλων θεατών, υπό τα όμματα και τις μαντήλες των εν στύσει παλλομένων αρρενωπών ανδρών και των εν διεγέρσει δονουμένων γυναικών και νεανίδων, έτσι και η θάλασσα του πλήθους εκόχλαζε και εβόα, κυματίζουσα με αφρούς χεριών και ρινομάκτρων, που εσείοντο και χαιρετούσαν, κατά την αλησμόνητον ταύτην στιγμήν, τους τολμηρούς αεροναύτας.

Εν τω μεταξύ, το αερόστατον, ανερχόμενον βραδέως, ήρχισε να τρέπεται προς νότον, ωθούμενον από άνεμον ελαφρόν, ιδεωδώς κατάλληλον δι’ αεροπλοΐαν, και ήδη απεμακρύνετο ήρεμα από το γήπεδον, όπου το έξαλλον πλήθος εξηκολούθει να ζητωκραυγάζει και να σείη ρινόμακτρα και πίλους.

Από την λέμβον της πελωρίας σφαίρας, αι επαύλεις και τα αγροκτήματα έμοιαζαν με κουκλόσπιτα κτισμένα σε τεχνητές πρασιές. Οι εξοχικοί δρόμοι ελεύκαζαν ως γαλακτώδη ρυάκια, ανάμεσα στας διαφόρους αποχρώσεις του καστανοχρόυ, της ώχρας και του πράσινου.

Οι αεροναύται, ευρισκόμενοι ακόμη εις σχετικώς μικρόν ύψος από της επιφανείας του εδάφους, παρετήρουν, οτέ μεν με τας διόπτρας των, οτέ δε με γυμνούς οφθαλμούς, το συνεχώς μετατοπιζόμενον με μυρίας εναλλαγάς τοπείον, καθώς και όσα ηδύναντο να διακρίνουν ακόμη διά του ενός, ή του άλλου τρόπου, από τα λαμβάνοντα χώραν επί της γης.

Ερωτικό σύμπλεγμα επί εδάφους

Αι διόπτραι των τριών ανδρών ήσαν αρκούντως ισχυραί, διά να διακρίνουν αιφνιδίως οι κάτοχοί των, συγκλίνοντες τους φακούς των με επιταχυνόμενον παλμόν καρδίας, προς ωρισμένον σημείον, κατόπιν υποδείξεως του πρώην αντισυνταγματάρχου Λαρύ-Νανσύ, ότι επί μιας υψηλής θημωνιάς, στην άκρη του κήπου, ελάμβανε χώραν περιπαθής συνουσία.

Εν τούτοις, εάν ήσαν ακόμη ισχυρότεραι αι διόπτραι των, οι τρεις αεροναύται θα ηδύνατο να διακρίνουν επί πλέον, ότι η συνουσιαζομένη ήτο η Καρλόττα, προσέτι δε, θα έβλεπον εις το πρόσωπον της έκφρασιν ανεκλαλήτου ηδονής, καθώς ενήργει επάνω της ο ιππέας, ενώ εκείνη, ανταποκρίνετο ηδυπαθώς εις τας κινήσεις του και τα αισθήματά του.

Ταυτόχρονα έβλεπε εις τον ατέρμονα γαλάζιον ουρανόν, έτσι καθώς εκινείτο υπτία, υπό το σώμα του εραστού της, με την κεφαλήν της στηριζομένην επί του θερισμένου σίτου και με τα μάτια της πλέοντα εις πέλαγος λαγνείας, την ταυτόχρονον με την εμφάνισιν του οργασμού και σχεδόν απίστευτον διέλευσιν του αερόστατου, που προωθούμενον από τον ίδιον άνεμον που ανερρίπιζε τα μαύρα της μαλλιά και εδρόσιζε τα ημίγυμνα μέλης της, εξηκολούθει του εν τω απείρω χώρω, με σταθεράν κατεύθυνσιν προς τον Ισημερινόν.

Οι στάχεις υπεχώρουν μέχρι τινός, υπό τας ρυθμικάς κινήσεις του εραστού και εσχημάτιζαν λίκνον απαλόν, εντός του οποίου εκυμαίνετο οφιοειδώς η κόρη, δεχομένη εις την αγκάλην του ακαλύπτου στήθους της, καθώς και εις την αγκάλην των λευκών και μέχρι των γλουτών γυμνωμένων μηρών της, διά των οποίων συνέθλιβε τα σκέλη του ινδομιγούς ανδρός.

Εις εκάστην ενδελεχή προς τα έσω κίνησιν του εξωγκωμένου  γεννητικού οργάνου του, την σθεναράν διειδυτικήν του πίεσιν, με κραδασμούς και ρίγη απανωτά, εδέχετο τας ερωτικάς του ωθήσεις με αντιστοίχους ιδικούς της δεκτικούς αναπαλμούς, κατά την διάρκειαν των οποίων, οι μαστοί της συνεθλίβοντο υπό το στήθος του ανδρός, και η κοιλάς των κάτασπρων σκελών της, και προ παντός το εν διαστολή τρυφερόν αιδοίον της.

Προσδοκούσα με αύξουσαν ηδυπαθή λαχτάραν, άμα τη λήξει της μιας ωθήσεως, άμεσον νέαν τοιαύτην, μέχρι τελείας ολοκληρώσεως της αμοιβαίας ηδονής, ενώ τα κεχωρισμένα στενάζοντα και ενίοτε περιπαθώς οιμώζοντα χείλη της, οι ανεστραμμένοι οφθαλμοί της και η όλη έκφρασις του εκστατικού προσώπου της, έδειχναν καταφανώς και ανά πάσαν στιγμήν, το μέγεθος και τον βαθμόν του ολονέν κορυφομένου όλβου.

Την ώραν εκείνην, ωσάν από σκοπού, ωσάν εκ προμελέτης, ο άνεμος έπαυσε να φυσά και το αερόστατον εστάθη μετέωρον εις τον αιθέρα.

Οι τρεις αεροναύται, κύπτοντες εν διεγέρσει, επί της κουπαστής της λέμβου, απεταμίευσον με τας διόπτρας των απλήστως και δι’ ολόκληρον την ζωήν των, τούτο το σπάνιον εκ του αέρος θέαμα που συνετάρασσε εκ θεμελίων τα σώματα και τας ψυχάς των.

Ο ιππέας, εκινείτο πολύ γρήγορα και με μεγάλην δύναμιν επάνω εις το σώμα της Καρλόττας, όπως κινούνται οι ερασταί κατά τας ύστατας προ της εκσπερματώσεως στιγμάς της συνουσίας, σφίγγων την ωραίαν κόρην δυνατά, με τα χέρια του κάτω από την ράχη της.

Οι τρεις αεροναύτας άφησαν τας διόπτρας των ταυτοχρόνως και εκοιτάχθησαν, εμβρόντητοι. Δεν ήσαν ακόμη εις θέσιν να ομιλήσουν. Την ιδίαν στιγμήν, άνεμος ισχυρός ήρχισε να πνέη. Τα σχοινία της αεροστατικής συσκευής έτριξαν, όπως τρίζουν οι αρμοί μιας πολυκώτου λέμβου, όταν βουτάν οι λαμνοκόποι στην θάλασσα τα κουπιά των και σέρνοντάς τα με δύναμιν, στα στερνά, χουφτιάζουν το νερό, όλοι μαζύ, και προωθούν με σταθερόν ρυθμόν την λέμβον. Και ενώ έτριζαν έτσι τα σχοινιά, ο κάλαθος εδονήθη και το αεροσκάφος ανυψούμενον, ήρχισε να απομακρύνεται από το σημείον, όπου η αιφνίδια νηνεμία το είχε ακινητοποιήσει προ ολίγου.

 

Πηγή: «ΑΡΓΩ» Ανδρέα Εμπειρίκου,

Εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία  

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αργώ ή Πλους Αερόστατου του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ